Δυσθυμία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δυσθυμία
Ταξινόμηση και εξωτερικές πηγές
Ταξινόμηση ICD-10 F34.1
Ταξινόμηση ICD-9 300.4
MedlinePlus 000918
MeSH D019263

Η λέξη δυσθυμία προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη θυμός που θα πει ψυχή και το πρόθεμα δυσ- που έχει αρνητική σημασία. Στην κυριολεξία σημαίνει κακόθυμος. Στη νέα ελληνική χρησιμοποιείται: α) ως συνώνυμο της λέξης κακόκεφος και β) ως ψυχιατρική έννοια για να δηλώσει έναν τύπο κλινικής κατάθλιψης. Η δυσθυμία ως ψυχιατρικός όρος αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια και περιλαμβάνεται στις καταθλιπτικές διαταραχές όπως η μείζων κατάθλιψη και η μανιοκατάθλιψη. Χαρακτηριστικά της δυσθυμίας είναι τα λιγότερο επώδυνα αλλά χρόνια συμπτώματα κατάθλιψης. Σε αντίθεση με τη μείζονα κατάθλιψη το άτομο δεν έχει τόσο έντονα μειωμένη λειτουργικότητα ενώ τα συμπτώματα είναι πιο ήπια. Παρόλα αυτά το γεγονός ότι τα συμπτώματα εκτείνονται στο χρόνο καθιστά τη δυσθυμία ως μια σοβαρή διαταραχή χρόνιας φύσης.

Αιτιολογία Δυσθυμίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως στην κατάθλιψη έτσι και στη δυσθυμία τα αίτιά της δεν έχουν ερευνηθεί πλήρως. Οι επιστήμονες θεωρούν ότι η ανάπτυξή της είναι πολυπαραγοντική. Έτσι, ο συνδυασμός περιβαλλοντικών, βιοχημικών, γενετικών και κληρονομικών παραγόντων θεωρείται ως ο πιο πιθανός. Ιδιαίτερα, σε βιοχημικό επίπεδο έχει κατηγορηθεί ένας νευροδιαβιβαστής ονόματι σεροτονίνη. Στρεσογόνα γεγονότα της ζωής όπως θάνατος οικογενειακού προσώπου, κακοποίηση, συναισθηματική στέρηση, ψυχολογική βία, διαταραγμένες σχέσεις με γονείς κατά την παιδική ηλικία συμβάλλουν στην ανάπτυξη της κατάθλιψης. Σύμφωνα με τη γνωσιακή θεωρία ο τρόπος με τον οποίο ένα άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του δημιουργεί και τα ανάλογα συναισθήματα. Οι αρνητικές σκέψεις καθορίζουν το συναίσθημα. Τα καταθλιπτικά άτομα έχουν την τάση να υπερτιμούν τα αρνητικά και να υποτιμούν τα θετικά ενώ η πυρηνική τους πεποίθηση είναι ότι τα ίδια δεν αξίζουν δημιουργώντας έτσι έναν φαύλο κύκλο χαμηλής αυτοεκτίμησης.

Συμπτώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα συχνότερα συμπτώματα αυτής της ψυχικής διαταραχής είναι:

  • μειωμένη ενεργητικότητα και αίσθημα κόπωσης
  • δυσκολία συγκέντρωσης
  • χαμηλή αυτοεκτίμηση
  • απώλεια σεξουαλικού ενδιαφέροντος (libido),
  • ανηδονία, που σχετίζεται με την έλλειψη άντλησης ευχαρίστησης από δραστηριότητες που άλλοτε έδιναν χαρά
  • αϋπνία ή αυξημένος ύπνος,
  • αύξηση όρεξης για φαγητό ή ανορεξία

Όλα τα παραπάνω συμπτώματα θα πρέπει να έχουν διάρκεια πάνω από δύο χρόνια για να θεωρηθούν δυσθυμία.

Επιδημιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με έρευνες, το 0,8%-6% του πληθυσμού θα εμφανίσει σε κάποια φάση της ζωής του δυσθυμία. Εφόσον δεν υπάρξει θεραπευτική αντιμετώπιση η δυσθυμία θα συνεχιστεί για όλη του τη ζωή. Είναι σημαντικό να γίνει έγκαιρη διάγνωση της νόσου, καθώς είναι πολύ πιθανό να εμφανιστούν και άλλες ψυχιατρικές διαταραχές που μπορεί να περιπλέξουν τη διάγνωση. Δεν είναι καθόλου σπάνιο εκτός από τη δυσθυμία να συνυπάρχει και μείζων καταθλιπτική διαταραχή. Σε αυτή την περίπτωση ονομάζουμε το φαινόμενο «διπλή κατάθλιψη».

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θεραπεία της δυσθυμίας μπορεί να είναι είτε φαρμακευτική ή ψυχοθεραπευτική ή και συνδυασμός των δύο. Αντικαταθλιπτικά χάπια όπως οι αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI) θεωρούνται τα νεότερα και ασφαλέστερα στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης. Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και αναστολείς της MAO θεωρούνται επίσης αποτελεσματικά αν και εμφανίζουν περισσότερες παρενέργειες. Είναι σημαντικό να πούμε ότι μέχρι το 1980 η δυσθυμία εθεωρείτο περισσότερο τύπος προσωπικότητας παρά ασθένεια. Η ονομασία της ήταν "νευρωτική" κατάθλιψη και αντιμετωπίζονταν ως καταθλιπτική διαταραχή προσωπικότητας. Ωστόσο, θετική ανταπόκριση ασθενών στα νέα αντικαταθλιπτικά ενέταξαν τη δυσθυμία στις διαταραχές διάθεσης.

Όσον αφορά την ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ψυχοθεραπεία που να διεκδικεί τα πρωτεία στην αντιμετώπιση της δυσθυμίας. Τα τελευταία χρόνια έντονη φήμη κερδίζουν οι βραχύχρονες γνωσιακές θεραπείες που εστιάζουν στα συμπτώματα, ενώ οι παραδοσιακές ψυχοδυναμικές ψυχοθεραπείες είναι μακροχρόνιες και δεν εστιάζουν τόσο στα συμπτώματα, όσο στη μελέτη του ασυνειδήτου του ασθενή, προκειμένου να ανακαλύψουν τις αιτίες που συνέβαλλαν στην κατάθλιψη. Τέλος, τα κυριότερα ρεύματα ψυχοθεραπείας περιλαμβάνουν τη συστημική θεωρία, την ανθρωπιστική και την υπαρξιακή, οι οποίες είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες και θεωρούνται θεραπείες μικρότερης διάρκειας σε σχέση με τις ψυχοδυναμικές.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Beating the Blues: New Approaches to Overcoming Dysthymia and Chronic Mild Depression by Michael E. Thase and Susan S. Lang
  • Dysthymia and the Spectrum of Chronic Depressions by Hagop S. Akiskal and Giovanni B. Cassano

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]