Οριακή (μεταιχμιακή) διαταραχή προσωπικότητας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Οριακή (μεταιχμιακή) διαταραχή προσωπικότητας
Ταξινόμηση και εξωτερικές πηγές
Ταξινόμηση ICD-10 F60.3
Ταξινόμηση ICD-9 301.83
MedlinePlus 000935
eMedicine article/913575
MeSH D001883

Η οριακή (μεταιχμιακή) διαταραχή προσωπικότητας – ΜΔΠ (Borderline personality disorder – BPD) περιγράφεται ως μια παρατεταμένη διατάραξη της λειτουργίας της προσωπικότητας ενός ατόμου. Εμφανίζεται σε ηλικία μεγαλύτερη των δεκαοχτώ χρονών, μολονότι παρατηρείται και σε εφήβους. Οι οριακοί ασθενείς χαρακτηρίζονται από ασυνήθιστα επίπεδα αστάθειας στη διάθεση, στο συναίσθημα, στη συμπεριφορά και στην εικόνα εαυτού, καθώς και από χαοτικές σχέσεις με το αντικείμενο. Βρίσκονται στο μεταίχμιο νεύρωσης και ψύχωσης και εκδηλώνουν παρορμητικότητα, αυτοκτονικές πράξεις, αυτοακρωτηριασμούς, προβλήματα ταυτότητας και αισθήματα κενού και ανίας. Ο αυτοτραυματισμός είναι ένα έκδηλο σύμπτωμα, ενώ οι ενέργειες για απόπειρα ή ολοκληρωμένη αυτοκτονία είναι πιθανές, ειδικότερα σε περιπτώσεις χωρίς προηγούμενη φροντίδα και αποτελεσματική θεραπεία. Η διαταραχή μπορεί να έχει επιπτώσεις σε πολλές όψεις της ζωής του ατόμου, κάτι που συνεπάγεται δυσκολίες στη διατήρηση σχέσεων στη δουλειά, στο σπίτι και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Αυτή η διαγνωστική κατηγορία είναι επίσης γνωστή ως περιπατητική σχιζοφρένεια, προσωπικότητα «ως εάν», ψευδονευρωτική σχιζοφρένεια και ψυχωτική χαρακτηριολογική διαταραχή.

Επιδημιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο επιπολασμός της οριακής διαταραχής της προοσωπικότητας ανέρχεται στο 2% του γενικού πληθυσμού, το 10% των εξωτερικών ασθενών, το 20% των νοσηλευόμενων ασθενών, και το 30 με 60% των ασθενών με διαταραχές προσωπικότητας. Είναι περισσότερο συχνή στις (νέες ειδικά) γυναίκες από ότι στους άνδρες με αναλογία 3:1, σύμφωνα με το DSM-IV-TR, παρόλα αυτά, όμως, οι λόγοι που συμβαίνει αυτό δεν είναι ακόμη ξεκάθαροι. Από τους οριακούς ασθενείς, το 90% έχουν ακόμη μία ψυχιατρική διάγνωση, ενώ το 40% έχουν ακόμη δύο διαγνώσεις. Επίσης, στις οικογένειες του ατόμου με οριακή προσωπικότητα υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης αντικοινωνικής προσωπικότητας, θυμικών διαταραχών και εξάρτηση από ουσίες. Η διαταραχή είναι πέντε φορές συχνότερη στους συγγενείς των ατόμων με τη συγκεκριμένη διαταραχή και μάλιστα η εμφάνισή της αυξάνεται στις μητέρες των οριακών ασθενών.

Αιτιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αιτία για την εμφάνιση οριακής (μεταιχμιακής) διαταραχής μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Ιδιαίτερα σημαντικοί θεωρούνται οι γενετικοί παράγοντες, τα νευρολογικά ελαττώματα, ο ψυχικός τραυματισμός σε μικρή ηλικία. Αυτοί μπορούν είτε να εμφανίζονται μεμονωμένα είτε ο συνδυασμός τους να οδηγήσει το άτομο στην εκδήλωση της συγκεκριμένης διαταραχής.

Γενετικοί παράγοντες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με έρευνες που εχουν διεξαχθεί υποστηρίζεται ότι υπάρχουν ενδείξεις για γενετικούς παράγοντες, οι οποίοι υπεισέρχονται στην αιτιολογία της διαταραχής, χωρίς, όμως, αυτό να έχει αποδειχθεί πλήρως.

Νευρολογικό ελάττωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόσφατες θεωρίες εμπλέκουν κάποιο νευρολογικό ελάττωμα ή ελάττωμα προσοχής και μάθησης ως αίτιο της οριακής προσωπικότητας, κάτι που δεν έχει αποδειχθεί σε όλες τις περιπτώσεις. Υποστηρίχθηκε, επίσης, χωρίς, όμως, οριστική απόδειξη, ότι η παρουσία προβλήματος στο μεταβολισμό της σεροτονίνης είναι σε θέση να εξηγήσει τη σχέση αυτής της διαταραχής με τις θυμικές διαταραχές. Ακόμη, μπορεί να υπάρχει βλάβη του εγκεφάλου που ενδεχομένως να προκύπτει από περιγεννητική εγκεφαλική βλάβη, εγκεφαλίτιδα, τραυματισμός της κεφαλής ή άλλες εγκεφαλικές διαταραχές.

Διαταραχές της σχέσης παιδιού και γονέων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέρα από την οργανική διάσταση, όλες οι υπάρχουσες θεωρίες αναφέρουν το ενδεχόμενο της της ύπαρξης διαταραχών στη σχέση του παιδιού με τους γονείς κατά τη διάρκεια της πρώτης παιδικής ηλικίας. Έρευνες δείχνουν ότι στην πρώτη παιδική ηλικία ατόμων που εμφανίζουν οριακή διαταραχή, παρατηρείται μια υψηλή συχνότητα απώλειας των γονέων, τραυματικών αποχωρισμών ή και τα δύο. Η μητέρα συνήθως είναι καταθλιπτική και το παιδί δημιουργεί μαζί της μια εχθρική και συγκρουσιακή σχέση. Ο πατέρας είναι συχνά απών και παρουσιάζει και ο ίδιος κάποιο ψυχοπαθολογικό πρόβλημα, με αποτέλεσμα το παιδί να μην έχει την ευκαιρία να αναπτύξει μαζί του μια θετική σχέση, η οποία θα είχε ως στόχο να αντισταθμίσει το πρόβλημα με τη μητέρα. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδέχεται η ύπαρξη ιστορικού σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης, εγκατάλειψης ή γονεϊκής υπερεμπλοκής που μπορεί να συνδέεται με αλκοολισμό. Στα πλαίσια της συγκεκριμένης λογικής είναι πιθανόν να στηρίζεται η μεγάλη ανάγκη προσκόλλησης του οριακού ατόμου σε κάποιον, ως μητρικό υποκατάστατο, σαν συνέπεια των πρώιμων στερήσεων και των τραυματισμών που υπέστη.

Ψυχικός τραυματισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ψυχαναλυτική θεωρία αποδίδει την οριακή προσωπικότητα σε ψυχικό τραυματισμό, σεξουαλικής φύσεως, στη φάση που προηγείται του Οιδιποδείου συμπλέγματος, ο οποίος οδηγεί το παιδί στο Οιδιπόδειο, ενώ ακόμη εκείνο δεν είναι σε θέση να το χειριστεί. Ο τραυματισμός αυτός δημιουργεί μια ενορμητική αντίδραση στο πλαίσιο της ψυχικής οργάνωσης, που χαρακτηρίζεται από ένα ακόμη ανώριμο και όχι σωστά οργανωμένο Εγώ, όσον αφορά τις ικανότητες για προσαρμογή και άμυνα. Έτσι, το Εγώ του παιδιού οδηγείται στη χρήση πρώιμων μηχανισμών άμυνας, όπως η προβλητική ταύτιση, η απάρνηση, ο διχασμός του Εγώ και η αίσθηση παντοδυναμίας. Η οριακή προσωπικότητα θεωρείται μια ναρκισσιστική πάθηση. Το άτομο δεν είναι ψυχωσικό, αφού το Εγώ πρόλαβε να αποκτήσει κάποια συγκρότηση και ο κίνδυνος του εσωτερικού κερματισμού δεν υφίσταται. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι το Εγώ δεν κατάφερε να δημιουργήσει μια γενετήσια αντικειμενοτρόπο σχέση, μια σχέση δηλαδή που εμπλέκει δύο ξεχωριστά πρόσωπα, όπου το ένα, το άτομο με οριακή διαταραχή, στηρίζεται επάνω στο άλλο, που θεωρείται “μεγάλο” και “δυνατό”. Ο κίνδυνος λοιπόν που θέλει να αντιμετωπίσει η οριακή κατάσταση είναι αυτός της κατάθλιψης, που στην προκειμένη περίπτωση ισοδυναμεί με ψυχική κατάρρευση του ατόμου.

Συμπτώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οριακή (μεταιχμιακή) διαταραχή προσωπικότητας παρουσιάζει μερικά από τα παρακάτω συμπτώματα:

Φόβος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το οριακό άτομο διακατέχεται συνήθως από έντονο φόβο ότι θα τον εγκαταλείψουν –ο οποίος μπορεί είτε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα είτε όχι– και κάνει προσπάθειες για να αποφύγει αυτήν την εγκατάλειψη. Ακόμη και οι βραχυχρόνιοι χωρισμοί υπάρχει πιθανότητα να βιωθούν ως εγκατάλειψη, η οποία έχει άμεση και δυσμενή επίπτωση τόσο στο συναίσθημα που εκδηλώνει το άτομο όσο και στον τρόπο με τον οποίο βιώνει και βλέπει τον εαυτό του και αντιλαμβάνεται τα πράγματα. Η εγκατάλειψη αυτή μπορεί να πάρει την έννοια για το άτομο ότι το ίδιο είναι “κακό” και για να καταφέρει να την αποφύγει να οδηγηθεί σε ενορμητικές αντιδράσεις, όπως απόπειρα αυτοκτονίας ή αυτοακρωτηριασμός.

Παρορμητικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παρορμητικότητα που θεωρείται ένα γενικό χαρακτηριστικό του οριακού ατόμου, μπορεί να αφορά διάφορους τομείς και να εκδηλώνεται για παράδειγμα στη χαρτοπαιξία ή την κατασπατάληση χρημάτων.

Ασταθείς σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το άτομο με οριακή διαταραχή έχει σχέσεις ιδιαίτερα ασταθείς. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι μπορεί να εξιδανικεύσει κάποιον αμέσως μόλις τον συναντήσει και να τον υποτιμήσει αργότερα, ειδικά στην περίπτωση που θα αισθανθεί ότι ο άλλος δεν είναι πραγματικά “παρών” απέναντί του. Έτσι, ο “ευεργέτης” μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε “απάνθρωπο σαδιστή”, μια αλλαγή που συμβαίνει όταν γίνει αισθητός ο κίνδυνος εγκατάλειψης.

Διαταραχή ταυτότητας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προβλήματα ταυτότητας συχνά παρουσιάζονται σε άτομα με τη συγκεκριμένη διαταραχή. Μπορεί να έχουν την εμπειρία δραματικών αλλαγών στον τρόπο με τον οποίο βιώνουν τον εαυτό τους, αναπροσδιορίζοντας τις αξίες, τη δουλειά τους, τη σεξουαλική τους ταυτότητα. Αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών είναι η προβληματική τους κοινωνική ένταξη. Στο βάθος τα άτομα αυτά έχουν την εντύπωση πως είναι “κακά”, αλλά μπορεί να υπάρξουν στιγμές που θα έχουν την πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν καν ως άτομα. Φαίνεται να συνοδεύει τη ζωή τους μια αίσθηση κενού, διακατέχονται από αισθήματα ανίας και πάντα ζητούν να κάνουν κάτι.

Διακυμάνσεις συναισθημάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα εξίσου σημαντικό σύμπτωμα της οριακής διαταραχής είναι ότι το συναίσθημα παρουσιάζει διακυμάνσεις, εφόσον περίοδοι οργής, πανικού ή απόγνωσης εναλλάσονται με διαστήματα που χαρακτηρίζονται από καλή διάθεση. Κατά τη διάρκεια των δύσκολων περιόδων πιθανόν να προκύψουν σύντομες φάσεις (μερικά λεπτά ή ώρες) παρανοειδούς σκέψης ή αποπροσωποποίησης. Ένα χαρακτηριστικό της οριακής προσωπικότητας φαίνεται ότι είναι οι γνωσιακής φύσεως διαταραχές, ειδικά όσον αφορά τη δομή των εμπειριών. Το άτομο έχει την τάση να χάνει σε κάποιο βαθμό την αίσθηση της πραγματικότητας, όταν έρχεται αντιμέτωπο με καταστάσεις που δεν είναι γνωσιακά δομημένες γι' αυτό. Αυτή η κατάσταση, όμως, είναι προσωρινή λόγω του ότι η επαφή με την πραγματικότητα αποκαθίσταται συνήθως σύντομα, επειδή το άτομο είναι σε θέση και πάλι να την ελέγξει.

Σύμφωνα με την αναθεωρημένη 4η έκδοση του Ευαγγελίου Απανταχού των Ψυχιάτρων ή (επί το επισημότερο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών ή DSM - IV), η διάγνωση της οριακής διαταραχής μπαίνει όταν πληρούνται τουλάχιστον πέντε από τα ακόλουθα κριτήρια:

  • ασταθής εικόνα για τον εαυτό - αυτό σημαίνει πως οι άνθρωποι αυτοί μπορεί πολύ γρήγορα να αλλάζουν, και μάλιστα πολύ δραστικά, τις απόψεις τους, τις πεποιθήσεις τους, αυτά που τους αρέσουν, αυτά που δεν τους αρέσουν, τους στόχους τους, τις ηθικές αξίες τους κ.ο.κ.
  • ασταθείς σχέσεις - με την ίδια ευκολία που αλλάζουν τα πιστεύω τους αλλάζουν και τη γνώμη τους για τους άλλους - από αγγέλους μέσα σε μια στιγμή τους θεωρούν διαβόλους και τούμπαλιν. Το δίπολο στο οποίο κινούνται οι απόψεις τους για τους άλλους είναι πάντοτε ακραίο: από την απόλυτη εξιδανίκευση στην απόλυτη απαξίωση.
  • ασταθή συναισθήματα - οι οριακοί βιώνουν πολύ έντονα συναισθήματα, και ταχείες εναλλαγές συναισθημάτων, με μικρή ή και καμία εξωτερική αφορμή. Πολλές φορές, η εναλλαγή αυτή είναι τόσο ακραία που χρειάζεται προσοχή για να αποκλειστεί η παρουσιά διπολικής διαταραχής.
  • απελπισμένες προσπάθειες να μην εγκαταληφθούν, παρότι αυτή η εγκατάλειψη συχνά δεν βρίσκεται παρά μόνο στη φαντασία τους
  • έντονη παρορμητικότητα. Οι άνθρωποι αυτοί συχνά πράττουν πριν σκεφτούν, εισπράττοντας όλες τις συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει κάτι τέτοιο (κατεστραμμένα οικονομικά, κατεστραμμένες σχέσεις, αφροδίσια νοσήματα κ.λπ.).
  • συχνές απόπειρες αυτοκαταστροφής ή αυτοτραυματισμού
  • χρόνιο αίσθημα κενού
  • δυσκολία διαχείρισης του θυμού, ο οποίος συχνά αναπτύσσεται "δι' ασήμαντον αφορμήν"
  • παροδική παράνοια, η οποία αναπτύσσεται συνήθως σε συνθήκες έντονου στρες

Διάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διάγνωση βασίζεται σε μια κλινική εκτίμηση που γίνεται από έναν ειδικό ψυχικής υγείας (mental health professional). Η εκτίμηση αυτή περιλαμβάνει τις προσωπικές εμπειρίες του ασθενή, καθώς και τις παρατηρήσεις του κλινικού γιατρού. Μπορεί να γίνει πιο αξιόπιστη με τη χρήση ψυχολογικών δοκιμασιών, όπως το TAT (Thematic Apperception Test) ή το τεστ του Rorschach. Συνήθως τα συμπτώματα εμφανίζονται κατά την εφηβεία ή την νεαρή ενήλικη ζωή. Πιθανό είναι το ενδεχόμενο να επιμένουν για κάποια χρόνια, αλλά κατά κύριο λόγο η πλειοψηφία αυτών μειώνεται. Ο ασθενής με οριακή διαταραχή προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από διάχυτη και υπερβολική αστάθεια των συναισθημάτων, της εικόνας του εαυτού και των διαπροσωπικών του σχέσεων, καθώς και από παρορμητικότητα. Έχει την τάση να εμφανίζει μικροψυχωτικά επεισόδια, συχνά με παράνοια ή παροδικά αποσυνδετικά συμπτώματα. Πολλές φορές απαντώνται απειλές, χειρονομίες ή πράξεις αυτοκαταστροφής, αυτοακρωτηριασμοί ή αυτοκτονίες και το άτομο ενδέχεται να εμπλακεί σε κατάχρηση ουσιών, απρόσεκτη οδήγηση ή επεισόδια υπερφαγίας. Μπορεί ακόμη να εκδηλώσει διαταραχές ταχέων οφθαλμικών κινήσεων (REM) τόσο στη λανθάνουσα περίοδο όσο και στη συνέχεια του ύπνου, όπως και παθολογικά αποτελέσματα στη δοκιμασία καταστολής με δεξαμεθαζόνη και στην εξέταση της ορμόνης έκλυσης θυρεοτροπίνης (TRH). Ο οριακός ασθενής σχεδόν πάντα μοιάζει να βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης, επιχειρεί έντονες προσπάθειες αποφυγής της πραγματικής ή φαντασιωμένης εγκατάλειψης και διακατέχεται από χρόνια αισθήματα ματαιότητας. Παρατηρείται δαταραχή της ταυτότητάς του, έντονος θυμός ή δυσκολία ελέγχου του θυμού (π.χ. συχνές εκδηλώσεις οργής και επανειλημμένοι διαπληκτισμοί), και παροδικός, συνδεόμενος με στρες, παρανοειδής ιδεασμός ή βαριά αποσυνδετικά συμπτώματα. Με τη βοήθεια λοιπόν αυτών των διαγνωστικών κριτηρίων του DSM-IV-TR μπορεί να εντοπισθεί η οριακή διαταραχή προσωπικότητας στα άτομα.

Διαφορική διάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όσον αφορά την οριακή διαταραχή προσωπικότητας θα πρέπει να γίνει διαφορική διάγνωση από:

  1. Την ψυχωτική διαταραχή, όπου χαρακτηρίζεται από επίμονη απουσία ελέγχου της πραγματικότητας.
  2. Τη διαταραχή της διάθεσης, γιατί συνήθως δεν είναι αντιδραστική. Η διαφορική διάγνωση από την άτυπη καταθλιπτική διαταραχή είναι συχνά δύσκολη και μερικές φορές, μόνο η δοκιμαστική αντικαταθλιπτική θεραπεία μπορεί να βοηθήσει στη διάκριση.
  3. Τη μεταβολή της προσωπικότητας οφειλόμενη σε γενική ιατρική κατάσταση και σε συμπτώματα που αναπτύσονται σε συνδυασμό με χρόνια χρήση ουσιών (π.χ. διαταραχή σχετιζόμενη με κοκαΐνη μη προσδιοριζόμενη αλλιώς).
  4. Τις διατροφικές διαταραχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η νευρική ανορεξία και η βουλιμία.
  5. Τη σχιζότυπη διαταραχή της προσωπικότητας, όπου τα συναισθηματικά χαρακτηριστικά είναι λιγότερο έντονα.
  6. Την αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα ελλείματα της ηθικής συνείδησης και της ικανότητας για σύναψη προσωπικών δεσμών είναι περισσότερο βαθιά.
  7. Την ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας, όπου ο αυτοακρωτηριασμός και η αυτοκτονία είναι λιγότερο συνηθισμένα και ο ασθενής έχει περισσότερες διαπροσωπικές σχέσεις.
  8. Τη ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας, όπου ο σχηματισμός της ταυτότητας είναι πιο σταθερός.
  9. Την εξαρτημένη διαταραχή προσωπικότητας· σ' αυτή τη διαταραχή οι δεσμοί είναι σταθεροί.
  10. Την παρανοειδή διαταραχή προσωπικότητας, όπου η καχυποψία του ατόμου είναι περισσότερο ακραία και ασταθής.

Πορεία και πρόγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρόγνωση για την οριακή (μεταιχμιακή) διαταραχή προσωπικότητας ποικίλει. Μπορεί να είναι από εντελώς αρνητική έως μια εξέλιξη με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Βελτίωση ως κάποιο βαθμό μπορεί να παρατηρηθεί με την πάροδο του χρόνου. Οριακά άτομα με λίγη ή καθόλου θεραπεία και χωρίς απόπειρες αυτοκτονίας τις περισσότερες φορές καταλήγουν σε περιθωριακή κοινωνική προσαρμογή, ειδικά αν βρουν ένα όχι ιδιαίτερα απαιτητικό επάγγελμα και ένα άτομο (μητέρα, αδελφό, σύζυγο) που να δημιουργήσουν συμβιωτική σχέση. Όσον αφορά την εξέλιξη της διαταραχής παρουσιάζει ποικιλία σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Παρόλα αυτά η πιο συνηθισμένη εξέλιξη είναι αυτή της χρόνιας αστάθειας, που εμφανίζεται στην αρχή της ενήλικης ζωής με επεισόδια έντονης αποσταθεροποίησης σε συναισθηματικό επίπεδο ή υπό τη μορφή ενορμητικής συμπεριφοράς. Με την πάροδο της ηλικίας, όμως, μετά τα τριάντα ή σαράντα, ο κίνδυνος της αυτοκτονίας ελαττώνεται και επέρχεται σταδιακά μια σχετική σταθερότητα στις σχέσεις, στις επαγγελματικές δραστηριότητες και στις γενικότερες κατευθύνσεις στη ζωή.

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι οριακοί ασθενείς μπορεί να εκδηλώσουν «συναισθηματικές κρίσεις», κάτι που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Προτείνονται λοιπόν δύο είδη θεραπείας: α) η ψυχοθεραπεία και β) η φαρμακοθεραπεία.

Ψυχοθεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση μπορεί να είναι ατομική ή ομαδική. Είναι μια θεραπεία εκλογής, παρόλο που είναι δύσκολη τόσο για το θεραπευτή όσο και για τον ασθενή. Αυτό συμβαίνει για το λόγο ότι ο ασθενής μπορεί εύκολα να παλινδρομήσει, να εκδραματίσει τις ενορμήσεις του και να εκδηλώσει ασταθείς ή καθηλωμένες αρνητικές ή θετικές μεταβιβάσεις, οι οποίες είναι δύσκολο να αναλυθούν. Η προβλητική ταύτιση και ο διχασμός μπορούν να καταστήσουν προβληματική τη θεραπεία. Γι' αυτό προτιμάται μια προσανατολισμένη προσέγγιση παρά η διερεύνηση του ασυνείδητου. Η συμπεριφορική θεραπεία θεωρείται χρήσιμη, λόγω του ότι βοηθά το άτομο να ελέγξει τις ενορμήσεις και τα ξεσπάσματα, αλλά και να βελτιώσει την ευαισθησία στην κριτική και την απόρριψη. Η διαλεκτική συμπεριφορική θεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις παρααυτοκτονικής συμπεριφοράς, όπως τα συχνά κοψίματα, ενώ η εντατική ψυχοθεραπεία σε ενδονοσοκομειακό πλαίσιο είναι χρήσιμη τόσο σε ατομική όσο και σε ομαδική βάση.

Φαρμακοθεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φαρμακοθεραπεία μπορεί να φανεί ιδιαίτερα χρήσιμη στην αντιμετώπιση ορισμένων οξέων συμπτωμάτων που εμφανίζονται περιοδικά, όπως το άγχος και η κατάθλιψη. Τα αντιψυχωτικά είναι χρήσιμα για τον έλεγχο του θυμού, της επιθετικότητας και των βραχέων ψυχωτικών επεισοδίων. Τα αντικαταθλιπτικά είναι σε θέση να βελτίωσουν την καταθλιπτική διάθεση. Οι αναστολείς της μονοαμινο-οξειδάσης (MAOIs) μπορεί να είναι αποτελεσματικοί στη ρύθμιση της παρορμητικής συμπεριφοράς. Επίσης, οι βενζοδιαζεπίνες φαίνεται να είναι χρήσιμες για την αντιμετώπιση του άγχους και της κατάθλιψης, αλλά ορισμένοι ασθενείς εμφανίζουν άρση των αναστολών με αυτά τα φάρμακα. Τα αντισπασμωδικά, όπως η καρβαμαζεπίνη, μπορεί να βελτιώσουν τη συνολική λειτουργικότητα και οι σεροτονινεργικοί παράγοντες, όπως η φλουοξετίνη, έχουν αποδειχτεί επίσης χρήσιμοι.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • AMERICAN PSYCHIATRIC ASSOCIATION, DSM-IV, Washington, 1994.
  • BERGERET, G., Psychologie pathologique, Paris, Masson, 1979.
  • BESANCON, G., Manual de Psychopathologie, Paris, Dunod, 1993.
  • EISENSTEIN, V. W., Psychotherapie différentielle des etats limites, in: Techniques spécialisées de la psychotherapie, Paris, P.U.F., 1956.
  • FREUD, S.(1924), Le probleme économique du masochisme, in: Névrose, psychose et pervesion, Paris, P.UF., 1981.
  • FREUD, S.(1938), Le clivage du Moi dans les mécanismes de défence, in: Ges. W., tome XVII, Imago London, 1941.
  • Gabbard GO: Psychodynamic Psychiatry in Clinical Practice: The DSM-IV Edition, American Psychiatric Press, Washington, 1994.
  • GREEN, A., La folie privée, Paris, Gallimard, 1990.
  • KAPLAN, H. I., SADDOCK, B. J., Comprehensive Textbook of Psychiatry, Williams & Wilkins, Baltimore, 1989.
  • KERNBERG, O., Les troubles limites de la personnalité, Toulouse, Privat, 1989.
  • LAPLANCHE, J. ET PONTALIS, J.-B., Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης, Αθήνα, Εκδόσεις Κέδρος, 1986.
  • LEMPERIERE, T., - FELINE, A., GUTMANN, A., - ADES, J., - PILATE, C., Εγχειρίδιο Ψυχιατρικής Ενηλίκων, Α' τόμος, Εκδόσεις Λίτσας 1994.
  • ΧΑΡΤΟΚΟΛΛΗΣ, Π., Εισαγωγή στην ψυχιατρική, Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1986.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]