Συγκριτική γλωσσολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η συγκριτική γλωσσολογία ή συγκριτική γραμματική κλάδος της ιστορικής γλωσσολογίας έχει ως αντικείμενο τη μελέτη περισσοτέρων γλωσσών σε σύγκριση. Προσπαθεί να καθορίσει τις μεταξύ τους σχέσεις, ομαδοποιώντας τις σε γλωσσικές οικογένειες.

Η κυριότερη μέθοδός της είναι η εξωτερική επανασύνθεση. Με αυτήν προσπαθεί, χρησιμοποιώντας τύπους από διαφορετικές γλώσσες της ίδιας γλωσσικής οικογένειας, να επανασυνθέσει τον κοινό πρόγονο, την κοινή πρωτογλώσσα. Επιτρέπει τη δημιουργία σχέσεων ανάμεσα στις γλώσσες ανακαλύπτοντας τις κύριες φωνητικές, συντακτικές και σπανιότερα σημασιολογικές συντεταγμένες τους. Αντικείμενο μελέτης της αποτελούν οι απόλυτες ομοιότητες που προκύπτουν από τις συγκρίσεις. Η συγκριτική γλωσσολογία αποκαλύπτει επομένως με επιστημονικό τρόπο τις γλώσσες που ανήκουν στην ίδια οικογένεια και συνδέονται γενετικά. Μελετά επίσης:

  • πώς γεννιούνται οι θυγατρικές γλώσσες από μια γλώσσα μητέρα.
  • τη φύση των σχέσεων ανάμεσα σε μια γλώσσα-μητέρα(η οποία μπορεί να έχει εξαφανιστεί) και στις θυγατρικές της γλώσσες.
  • τις καινοτομίες και τις ομοιότητες που προκύπτουν από τις ίδιες θυγατρικές γλώσσες.

Για παράδειγμα επιτρέπει να μάθουμε πως πέρα από την ομοιότητα τους (στη γραφή και στο λεξικό) δύο γλώσσες όπως τα αραβικά και τα περσικά δεν έχουν καμία σχέση συγγένειας αλλά ότι τα περσικά ανήκουν στην ίδια μεγάλη οικογένεια που ανήκουν και τα γαλλικά ή ακόμα και τα ισλανδικά.

Ενδιαφέρεται κυρίως για την εξέλιξη αυτών των γλωσσών κατά τη διάρκεια της ιστορίας, στο επίπεδο της σημασιολογίας, της φωνητικής, της λεξικολογίας και του συντακτικού. Ο πιο σημαντικός κλάδος της συγκριτικής γλωσσολογίας είναι επομένως η ιστορική φωνητική, επειδή είναι η μόνη επιστήμη που μελετά τις εξελίξεις τις οποίες μπορούμε να καταγράψουμε με απόλυτο και αντικειμενικό τρόπο και η μόνη που μπορεί να διαβεβαιώσει ότι μια λέξη Β προέρχεται από μια λέξη Α ή ότι οι λέξεις Β, Γ, Δ προέρχονται όλες από μια κοινή ετυμολογία Α και επομένως συνδέονται ιστορικά. Η ετυμολογία καθορίζεται από μια συγκριτική μέθοδο. Η ανακατασκευή της ετυμολογίας των λέξεων που προέρχονται από διαφορετικές θυγατρικές γλώσσες πραγματώνεται μέσα μια δυνατή συγκριτική μέθοδο. Στην πραγματικότητα αναζητείται το αρχικό νόημα ενός όρου μέσα από τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τη σύγκριση των ζητούμενων γλωσσών.Το αρχικό νόημα μεταδίδεται στις γλώσσες που έχουν μια αυτόνομη εξέλιξη (η σημασιολογική εξέλιξη δεν έχει συγκεκριμένους κανόνες) και έχει λάβει σημαντικές διαστάσεις.

Ανάμεσα στις κυριότερες γλωσσικές οικόγενειες που μελετά η συγκριτική γλωσσολογία είναι οι ινδοευρωπαϊκές,οι σημιτικές,οι σινοθιβετικές, οι νιγηροκονγκολεζικές ή ακόμα και οι αυστροασιατικές. Η συγκριτική γλωσσολογία των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών είναι και η πιο ανεπτυγμένη και έχει τρεις κατευθύνσεις:

Μελετά την ίδρυση των γλωσσικών οικογενειών μέσα από την ανακατασκευή μιας προϊστορικής μητέρας γλώσσας (η οποία δεν πιστοποιείται άμεσα μέσα από την γραφή) από τα ίχνη που έχει αφήσει στις ιστορικές θυγατρικές της γλώσσες (ίχνη που αποτελούν σημεία σύγκλισης για τις διαφορετικές ομοιότητες). Επιτρέπει την ανακατασκευή, με τρόπο τεχνητό, μακρινών προγόνων όπως η πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ή η αρχαία κινεζική. Το κυριότερο αξίωμα είναι το εξής: αν μέσα στις γλώσσες Α,Β,Γ οι οποίες συνδέονται γενετικά, βρούμε μέσα από τη σύγκριση ένα χαρακτηριστικό δεδομένο (λεξικό,μορφολογικό, φωνητικό κτλ.), τότε είναι πολύ πιθανό το δεδομένο αυτό να προέρχεται από τη γλώσσα μητέρα.Είναι από την επικύρωση όλων αυτών των κοινών χαρακτηριστικών που μπορούμε να έχουμε μια μακρινή εικόνα της μητέρας γλώσσας. Ο μεγάλος αριθμός κοινών σημείων επιτρέπει να απορρίψουμε την πιθανότητα μιας αυστηρής σύμπτωσης.

Η ανακατασκευή μιας μητέρας γλώσσας επιτρέπει να επιβεβαιώσουμε την ύπαρξη γλωσσικών οικογενειών και αντίστροφα.Τα δύο ζητούμενα αντικείμενα μελέτης είναι άρρηκτα συνδεδεμένα.