Δικανική γλωσσολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η δικανική γλωσσολογία είναι ο κλάδος της γλωσσολογίας που ασχολείται με την εφαρμογή των γλωσσολογικών γνώσεων, μεθόδων και ιδεών στο νομικού ή εγκληματολογικό γενικό πλαίσιο της νομικής, της γλώσσας, της εγκληματολογικής έρευνας και της δικαστικής διαδικασίας και εκδίκασης[1]. Η μετάφραση του αγγλικού όρου του εν λόγω κλάδου (forensic linguistics) στην Ελληνική γλώσσα αποτελεί μεγάλο θέμα συζήτησης στον ακαδημαϊκό χώρο λόγω της δυσκολίας απόδοσης του αγγλικού όρου forensic στα ελληνικά[2]. Έτσι, ο αντίστοιχος ελληνικός όρος μπορεί κι αλλιώς να βρεθεί ως δικαστική ή εγκληματολογική ή ιατροδικαστική ή δικαστική ή νομική γλωσσολογία. Οι γλωσσολόγοι εργάζονται σε τρεις καταρχήν περιοχές εφαρμογής του νομικού ή εγκληματολογικού γενικού πλαισίου: η γνώση και κατανόηση της γλώσσας των γραπτών νόμων, η κατανόηση της γλωσσικής χρήσης στις εγκληματολογικές και νομικές διαδικασίες και η παροχή γλωσσικών αποδείξεων[3].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Peter Tiersma, What is Forensic Linguistics?, http://www.languageandlaw.org/FORENSIC.HTM
  2. 6 ο Συνέδριο «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία» Αθήνα, 1-3 Νοεμβρίου 2007 Απόδοση στα ελληνικά όρων απο την εφαρμοσμένη γλωσσολογία και συναφείς κλάδους (forensic linguistics) Γιώργος Β. Γεωργίου – Παύλος Παύλου Πανεπιστήμιο Κύπρου
  3. "Centre for Forensic Linguistics". Aston University.