Ποσοτική γλωσσολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η ποσοτική γλωσσολογία είναι ένας υπο-κλάδος της γενικής γλωσσολογίας και πιο συγκεκριμένα της μαθηματικής γλωσσολογίας. Η ποσοτική γλωσσολογία ασχολείται με την μάθηση της γλώσσας, την γλωσσική αλλαγή, και την εφαρμογή και δόμηση των φυσικών γλωσσών. Η ποσοτική γλωσσολογία χρησιμοποιεί στατιστικές μεθόδους: ο πιο απαιτητικός της στόχος είναι η τυποποίηση των γλωσσικών νόμων, και στο τέλος, η δημιουργία μίας γενικής θεωρίας της γλώσσας μέσα στο πλαίσιο αναφοράς του συνόλου των αλληλένδετων γλωσσικών νόμων[1].

Η ποσοτική γλωσσολογία βασίζεται εμπειρικά στα αποτελέσματα των στατιστικών εξαγωμένων της γλώσσας, ένα πεδίο το οποίο μπορεί να ερμηνευτεί ως στατιστική της γλώσσας ή ως στατιστική οποιουδήποτε γλωσσικού αντικειμενου. Αυτού του είδους οι μελέτες του εν λόγω πεδίου δεν συνδέονται αναγκαστικά με τις θεμελιωδώς θεωρητικές έρευνες, αλλά όπως και άλλοι γλωσσολογικοί κλάδοι, όπως η γλωσσολογία σωμάτων κειμένου και η υπολογιστική γλωσσολογία, συνεισφέρουν σημαντικές εμπερικές αποδείξεις[2].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Reinhard Köhler: Gegenstand und Arbeitsweise der Quantitativen Linguistik. In: Reinhard Köhler, Gabriel Altmann, Rajmund G. Piotrowski (Hrsg.): Quantitative Linguistik - Quantitative Linguistics. Ein internationales Handbuch. de Gruyter, Berlin/ New York 2005, S. 1-16. ISBN 3-11-015578-8.
  2. Charles Muller: Initiation à la statistique linguistique. Paris: Larousse 1968; German: Einführung in die Sprachstatistik. Hueber, München 1972