Στέμμα της Καστίλης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Στέμμα της Καστίλης
Corona de Castilla (ισπανικά)
Coroa de Castela Πρότυπο:Gl icon
Corona de Castiella Πρότυπο:Ast icon
Corona Castellae (λατινικά)

 

1230–1516
Royal Standard Coat of arms
Worldwide Crown of Castile
Πρωτεύουσα Μπούργκος, Toledo,
Valladolid, Μαδρίτη[a]
Γλώσσες Επίσημες γλώσσες:
Ισπανικά, Latin
Unofficial languages:
Basque, Galician, Mozarabic, Arabic,
Astur-Leonese[1]
Θρησκεία Επίσημη θρησκεία:
Ρωμαιοκαθολικισμός
Μειονοτικές θρησκείες:
Σουνιτικό Ισλάμ,
Sephardic Judaism
Πολίτευμα Απόλυτη Μοναρχία
Μονάρχης
 -  1230–1252 Φερδινάνδος Γ' (πρώτος)
Νομοθετικό σώμα Councils of Castile, of Navarre and of the Indies
Ιστορική εποχή Middle Ages
 -  Ένωση της Καστίλης & León 23 September
 -  Conquest of Granada 2 January 1492
 -  Annexation of Navarre 1512
 -  Habsburg Spain
Έκταση
Πληθυσμός
Νόμισμα Spanish real,
Spanish maravedí
Σήμερα Flag of Spain.svg Ισπανία
a. ^ Itinerant until Philip II fixed it to Madrid.
Warning: Value specified for "continent" does not comply



Το Στέμμα της Καστίλης, ως ιστορική οντότητα, συχνά θεωρείται ότι έχει ιδρυθεί το 1230 με την τρίτη και πιο οριστική ένωση των μοναρχών των βασιλείων της Καστίλης και του Τολέδο αφενός, και των βασιλείων της Λεόν και της Γαλικίας αφ'ετέρου, και με την ένωση των Κοινοβουλίων τους μερικές δεκαετίες αργότερα. Το 1217, ο Φερδινάνδος Γ' στέφθηκε Βασιλιάς της Καστίλης και του Τολέδο, και 13 χρόνα μετά (1230), σφετερίστηκε το στέμμα της Λεόν και της Γαλικίας από τους κληρονόμους τους (Σάντσα και Ντούλθε)· όμως, για να μειωθεί η τιτλοφορία του, είναι περισσότερο γνωστός ως Φερδινάνδος Γ' της Καστίλης και μερικές φορές της "Καστίλης και της Λεόν".

Δύο βασίλεια: Λεόν και Καστίλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βασίλειο της Λεόν αναδύθηκε από το Βασίλειο των Αστουρίων. Το Βασίλειο της Καστίλης εμφανίστηκε αρχικά ως μια κομητεία του Βασιλείου της Λεόν. Από το δεύτερο ήμισυ του 10ου αιώνα ως το πρώτο του 11ου αιώνα άλλαξε χέρια μεταξύ της Λεόν και του Βασιλείου της Ναβάρρας. Τον 11ο αιώνα έγινε ένα βασίλειο με τα δικά του δικαιώματα.

και ενώθηκε δις πρωτύτερα:

Ο Φερδινάνδος Γ' έλαβε το Βασίλειο της Καστίλης από την μητέρα του Βερεγγάρια της Καστίλης το 1217, και το Βασίλειο της Λεόν από τον πατέρα του (Αλφόνσο Θ' της Λεόν) το 1230. Από τότε και μετά τα δύο βασίλεια ενώθηκαν υπό το όνομα "Βασίλειο της Λεόν και της Καστίλης", ή απλά "Στέμμα της Καστίλης". Ο Φερδινάνδος Γ' αργότερα κατέκτησε την Κοιλάδα του Γουαδαλκιβίρ, ενώ ο γιος του Αλφόνσος Ι' κατέκτησε το Βασίλειο της Μούρθια από τον Αλ-Ανταλούς, επεκτείνοντας περισσότερο την περιοχή του Στέμματος της Καστίλης. Με δεδομένο αυτό, οι βασιλείς του Στέμματος της Καστίλης παραδοσιακά αυτοαποκαλούνταν "Βασιλιάς της Καστίλης, της Λεόν, του Τολέδο, τηες Γαλικίας, της Μούρθια, του Χαέν, της Κόρδοβας, της Σεβίλλης, και Λόρδος της Βισκαϊκής και της Μολίνα," μεταξύ άλλων κτήσεων που αργότερα κέρδισαν. Ο κληρονόμος στο θρόνο έχει τιτλοφορηθεί Πρίγκιπας των Αστουρίων από τον 14ο αιώνα.

Ένωση των Cortes και ο νομικός κώδικας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδόν αμέσως μετά την ένωση των δύο βασιλείων υπό το Φερδινάνδο Γ', τα κοινοβούλια της Καστίλης και της Λεόν διαχωρίστηκαν. Διαιρέθηκαν σε τρεις τάξεις, οι οποίες αντιστοιχούσαν στους ευγενείς, την εκκλησία και τις πόλεις, και περιελάμβαναν εκπροσώπηση από τη Καστίλη, τη Λεόν, τη Γαλικία, το Τολέδο, τη Ναβάρρα και τις επαρχίες των Βάσκων. Αρχικά ο αριθμός των πόλεων που εκπροσωπούνταν στην Cortes ποίκιλαν κατά τον επόμενο αιώνα, έως ότου ο Ιωάννης Α' όρισε μόνιμα αυτούς που θα επιτρεπόταν να στέλνουν αντιπροσώπους (procuradores): το Μπούργος, το Τολέδο, την Λεόν, την Σεβίλλη, την Κόρδοβα, την Μούρθια, το Χαέν, τη Θαμόρα, τη Σεγόβια, την Άβιλα, την Σαλαμάνκα, της Κουένκα, το Τόρο, το Βαγιαδολίδ, τη Σόρια, τη Μαδρίτη και την Γουαδαλαχάρα (με την Γρανάδα να προστίθεται μετά την κατάκτηση της το 1492).

Υπό τον Αλφόνσο Ι', οι συνεδριάσεις της και των δύο βασιλείων διεξήχθησαν από κοινού. Η Κόρτες του 1258 στο Βαγιαδολίδ περιελάμβανε αντιπροσώπους της Καστίλης, της Εστρεμαδούρα και της Λεόν ("de Castiella e de Estremadura e de tierra de León") και αυτούς της Σεβίλλης, το 1261 της Καστίλης, της Λεόν και όλων των άλλων βασιλείων ("de Castiella e de León e de todos los otros nuestros Regnos"). Μεταγενέστερες Cortes λειτούργησαν ξεχωριστά, για παράδειγμα το 1301 αυτό της Καστίλης στο Μπούργος και αυτό της Λεόν στη Θαμόρα, αλλά οι αντιπρόσωποι απαίτησαν τα κοινοβούλια να επανενωθούν στο εξής.

Αν και τα διαχωρισμένα βασίλεια και οι πόλεις αρχικά διατήρησαν τα ξεχωριστά ιστορικά τους δικαιώματα-περιλαμβανομένων τού Παλαιού Φουέρο της Καστίλης (Viejo Fuero de Castilla) και των διαφορετικών fueros των δημοτικών συμβουλίων της Καστίλης, Λεόν, της Εξτρεμαδούρα και της Ανδαλουσίας- ένωσαν τον νομικό κώδικα για όλο το νέο βασίλειο που δημιουργήθηκε στο Σιέτε Παρτίδας (περ. 1265),

Ισπανική γλώσσα και πανεπιστήμια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης των Καστιλιανών και Αραγωνικών Πανεπιστημίων

Τον 13ο αιώνα υπήρχαν πολλές ομιλούμενες γλώσσες στα Βασίλεια της Λεόν και της Καστίλης. Μεταξύ τους, τα Καστιλιανά, Λεονικά, Βασκικά και Γαλικιανά. Αλλά καθ'ολη την διάρκεια του αιώνα οι Καστιλιανοί κέρδισαν περισσότερο έδαφος ως η γλώσσα του πολιτισμού και της επικοινωνίας. Ένα παράδειγμα αυτού είναι το 'Cantar de Mio Cid'.

Κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας του Φερδινάνδου Γ΄ τα Καστιλιανά άρχισαν να χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένα είδη εγγράφων, όπως ο Βησιγοτθικός Κώδικας, μετά στην βάση του νομικού κώδικα για τους Χριστιανούς που ζούσαν στην Μουσουλμανική Κόρδοβα, αλλά ήταν κατά τη βασιλεία του Αλφόνσου Ι' που έγινε η επίσημη γλώσσα. Από τότε και στο εξής όλα τα δημόσια έγγραφα γράφονταν στα Καστιλιανά, όπως και όλες οι μεταφράσεις των Αραβικών νομικών και κυβερνητικών εγγράφων δημιουργούνταν στα Καστιλιανά αντί για τα Λατινικά.

Μερικοί άνθρωποι σκέπτονται ότι η αντικατάσταση των Λατινικών με τα Καστιλιανά έγινε εξαιτίας της δύναμης της νέας γλώσσας, ενώ άλλοι θεωρούν ότι έγινε εξαιτίας της επιρροής των Εβραιόφωνων διανοούμενων που ήταν εχθρικοί προς τα Λατινικά, τη γλώσσα της Χριστιανικής Εκκλησίας.[εκκρεμεί παραπομπή]

Επιπλέον, τον 13ο αιώνα πολλά Πανεπιστήμια ιδρύθηκαν, όπως η Λεονική Σαλαμάνκα και η Καστιλιανή Estudio General of Palencia, που ήταν ανάμεσα στα πρώτα πανεπιστήμια στην Ευρώπη.

Το 1492, υπό τους Καθολικούς Μονάρχες, δημοσιεύθηκε η πρώτη έκδοση της Γραμματικής της Καστιλιανής Γλώσσας από τον Αντόνιο ντε Νεμπρίχα.

14ος–15ος αιώνες: Βασιλεία των Τρασταμάρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καταγωγή της δυναστείας των Τρασταμάρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το θάνατο του Αλφόνσου ΙΑ' μια δυναστική σύγκρουση άρχισε μεταξύ των γιων του, Πέτρου και Ερρίκου. Ο Αλφόνσος ΙΑ΄ είχε νυμφευθεί την Μαρία της Πορτογαλίας με την οποία απέκτησε τον κληρονόμο του, τον Infante Πέτρο. Όμως, ο βασιλιάς επίσης είχε πολλά νόθα παιδιά με την Ελεονόρα του Γκούθμαν, μεταξύ των οποίων ο Ερρίκος, ο οποίος αμφισβήτησε το δικαίωμα του Πέτρου στο θρόνο όταν ο τελευταίος έγινε βασιλιάς.

Σχέσεις με το Στέμμα της Αραγωνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Καστίλη και τα περιφερειακά της κράτη το 1400.

Κατά τη βασιλεία του Ερρίκου Γ' η βασιλική δύναμη αποκαταστάθηκε, επισκιάζοντας την πολύ ισχυρή Καστιλιανή αριστοκρατία. Στα ύστερα του έτη ο Ερρίκος έδωσε μερική από τη δύναμη του στον αδελφό του Φερδινάνδο της Αντεκέρα, ο οποίος θα ήταν αντιβασιλέας, μαζί με τη σύζυγο του Αικατερίνη του Λάνκαστερ, κατά την περίοδο που ήταν ανήλικος ο γιος του Πρίγκιπα Ιωάννη. Έπειτα από το συμβιβασμό της Κάσπε το 1412, ο Φερδινάνδος άφησε την Καστίλη κι έγινε βασιλιάς της Αραγωνίας.

Με το θάνατο της μητέρας του, ο Ιωάννης Β', στην ηλικία των 14, πήρε το θρόνο και νυμφεύθηκε την εξαδέλφη του Μαρία της Αραγωνίας. Ο νεαρός βασιλιάς εμπιστεύθηκε την διακυβέρνηση του στον Άλβαρο ντε Λούνα, το πιο ισχυρό πρόσωπο στην αυλή και συμμάχησε με τη μικρότερη αριστοκρατία, τις πόλεις, τον κλήρο και τους Εβραίους. Η κίνηση έφερε προκάλεσε κοινή δυσφορία και στους Καστιλιάνους ευγενείς και τους ινφάντες της Αραγωνίας, γιους του Φερδινάνδου, οι οποίοι επιθυμούσαν να πάρουν υπό τον έλεγχό τους το στέμμα της Καστίλης. Η διαμάχη αυτή κατέληξε σε πόλεμο μεταξύ των δυο βασιλείων κατά τα έτη 1429-1430. Κέρδισε ο Άλβαρο ντε Λούνα, ο οποίος εκδίωξε από την Καστίλη τους γιους του Φερδινάνδου.

Δεύτερη Σύγκρουση της Διαδοχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος Δ΄ ανεπιτυχώς προσπάθησε να εγκαθιδρύσει εκ νέου την ειρήνη με την αριστοκρατία την οποία ο πατέρας του είχε κλονίσει. Όταν η δεύτερη σύζυγος του, Ιωάννα της Πορτογαλίας, γέννησε την Πριγκίπισσα Ιωάννα, υποστηρίχθηκε ότι ήταν το αποτέλεσμα μιας ερωτικής σχέσης της Βασίλισσας με τον Μπελτράν ντε λα Κουέβα, έναν από τους κορυφαίους υπουργούς του Βασιλιά.

Ο Βασιλιάς, πολιορκημένος από ταραχές και τις απαιτήσεις της αριστοκρατίας, έπρεπε να υπογράψει ένα σύμφωνο στο οποίο ονόμαζε διάδοχο του τον ετεροθαλή αδελφό του Αλφόνσο, αφήνοντας την Ιωάννα εκτός της γραμμής διαδοχής. Μετά τον θάνατο του Αλφόνσου σε ένα ατύχημα, Ο Ερρίκος υπέγραψε το Σύμφωνο των Βουλών του Γκισάντο με την ετεροθαλή αδελφή του Ισαβέλλα στο πρόσωπο της οποίας βρήκε την κληρονόμο του σε ανταπόδοση για το γάμο της με ένα πρίγκιπα επιλεγμένο από εκείνον.

Οι Καθολικοί Μονάρχες: Ένωση με το Στέμμα της Αραγωνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ανακατάληψη της Γρανάδας (Φ. Παδίγια)


Τον Οκτώβριο του 1469 η Ισαβέλλα και ο Φερδινάνδος, κληρονόμος του θρόνου της Αραγωνίας, παντρεύτηκαν μυστικά στο Palacio de los Vivero στο Βαγιαδολίδ. Η συνέπεια ήταν μια δυναστική ένωση του Στέμματος της Καστίλης και του Στέμματος της Αραγωνίας το 1479 όταν ο Φερδινάνδος ανήλθε στο Αραγωνικό θρόνο. Αυτή η ένωση όμως δεν ήταν αποτελεσματική ως τη βασιλεία του εγγονού του Καρόλου Α΄. Ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα συνδέονταν και είχαν παντρευτεί χωρίς παπική έγκριση. Αν και η Ισαβέλλα ήθελε να παντρευτεί τον Φερδινάνδο, αρνήθηκε να προχωρήσει στο γάμο έως ότου λάβει μια παπική ανακοίνωση.


Ο Ερρίκος Δ΄, ετεροθαλής αδελφός της Ισαβέλλας, θεώρησε το γάμο του Φερδινάνδου και της Ισαβέλλας ως ρήξη του Tratado de los Toros de Guisando υπό το οποίο η Ισαβέλλα θα ανερχόταν στον Καστιλιανό θρόνο με το θάνατο του, μόνο αν ο μνηστήρας της εγκρινόταν από αυτόν. Ο Ερρίκος ήθελε να συμμαχήσει η Καστίλη με την Πορτογαλία ή τη Γαλλία παρά με την Αραγωνία. Αυτός επομένως αποφάσισε να ονομάσει την κόρη του Ιωάννα ως διάδοχο στο θρόνο παρά την Ισαβέλλα. Όταν το έκανε το 1474 ο Πόλεμος της Καστιλιανής Διαδοχής ξέσπασε για το ποιος θα ανέβαινε στο θρόνο. Διάρκεσε μέχρι το 1479 όταν η Ισαβέλλα και οι υποστηρικτές της βγήκαν νικητές.

Ο Κολόμβος και οι Καθολικοί Βασιλείς (Η επιστροφή του Κολόμβου)

Μετά την νίκη της Ισαβέλλας στον εμφύλιο πόλεμο και την άνοδο του Φερδινάνδου στο Αραγωνικό θρόνο τα δύο στέμματα ενώθηκαν υπό τους ίδιους μονάρχες. Όμως, αυτή ήταν μόνο μια προσωπική ένωση και τα δύο βασίλεια παρέμειναν διοικητικά ξεχωριστά, διατηρώντας καθένα την δική του ταυτότητα και νόμους· και τα δύο κοινοβούλια παρέμειναν ανεξάρτητα, το μόνο κοινό ίδρυμα θα ήταν η Ιερά Εξέταση. Παρά τους τίτλους τους "Μονάρχες της Καστίλης,της Λεόν, της Αραγωνίας και της Σικελίας", ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα βασίλευσαν στα αντίστοιχα εδάφη τους, αν και πήραν επίσης αποφάσεις μαζί. Η κεντρική της θέση, η μεγαλύτερη εδαφική περιοχή (τρεις φορές μεγαλύτερη από αυτή της Αραγωνίας) και ο μεγαλύτερος πληθυσμός (4.3 εκατομμύρια έναντι 1 εκατομμυρίου στην Αραγωνία) οδήγησε στο η Καστίλη να γίνει ο κυρίαρχος εταίρος στην ένωση.


Μεταξύ 1478 και 1497 οι μονάρχες κατέκτησαν τα Κανάρια Νησιά της Μεγάλης Κανάριας, τη Λα Πάλμα και την Τενερίφη. Στις 2 Ιανουαρίου 1492 οι μονάρχες εισήλθαν στην Αλάμορα της Γρανάδας σηματοδοτώντας το τέλος της Ανακατάκτησης. Επίσης το 1492 ο Χριστόφορος Κολόμβος ανακάλυψε τις Δυτικές Ινδίες και το 1497 η Καστίλη κατέκτησε την Μελίγια. Μετά την κατάκτηση από την Καστίλη του Βασιλείου της Γρανάδας, η πολιτικά στράφηκαν στην Μεσόγειο, και η Καστίλη στρατιωτικά βοήθησε την Αραγώνα στα προβλήματα της με την Γαλλία, μεσουρανώντας στην ανάκτηση της Νεάπολης για το Στέμμα της Αραγωνίας το 1504. Αργότερα τον ίδιο χρόνο, η Ισαβέλλα πέθανε.

16ος–17ος αιώνες: από την αυτοκρατορία στην κρίση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περίοδος της αντιβασιλείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ισαβέλλα είχε αποκλείσει τον σύζυγο της από τη γραμμή διαδοχής της Καστίλης, η οποία πέρασε στην κόρη τους Ιωάννα (παντρεμένη με τον Φίλιππο της Αυστρίας, με το προσωνύμιο ο Ωραίος). Αλλά η Ισαβέλλα ήξερε για την ασθένεια της κόρης της (για την οποία ήταν γνωστή ως Ιωάννα η Τρελή) και ονόμασε το Φερδινάνδο αντιβασιλέα σε περίπτωση που η Ιωάννα δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να εκπληρώσει τα καθήκοντα της. Στη Συμφωνία της Σαλαμάνκα του 1505 αποφασίσθηκε ότι η κυβέρνηση θα μοιραζόταν στον Φίλιππο, τον Φερδινάνδο και την Ιωάννα. Όμως, οι κακές σχέσεις μεταξύ του Φιλίππου (που υποστηριζόταν από την Καστιλιανή αριστοκρατία) και τον Φερδινάνδο κατέληξαν στην παραίτηση του Φερδινάνδου από τις δυνάμεις του στη Καστίλη για να αποφύγει μια ένοπλη σύγκρουση. Μέσω της Concordia de Villafáfila (1506), ο Φερδινάνδος επέστρεψε στην Αραγωνία και ο Φίλιππος στέφθηκε βασιλιάς της Καστίλης. Το 1507 ο Φίλιππος πέθανε και ο Φερδινάνδος επέστρεψε ακόμη μια φορά για να γίνει αντιβασιλιάς.

Αυτοκράτορας Κάρολος Ε΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Οι Comuneros Padilla, Bravo και Maldonado στο Patíbulo", από τον Αντόνιο Χισμπέρτ, 1860.

Ο Κάρολος Α΄ έλαβε το Στέμμα της Καστίλης, της Αραγωνίας και την Αυτοκρατορία μέσω ενός συνδυασμού δυναστικών γάμων και πρόωρων θανάτων:

Ο Κάρολος Α' δεν έγινε ευπρόσδεκτος στην Καστίλη. Εν μέρει επειδή ήταν ένας γεννημένος στο εξωτερικό Βασιλιάς (γεννημένος στη Γάνδη), και ακόμη και πριν την άφιξη του στην Καστίλη είχε δώσει σημαντικές θέσεις σε Φλαμανδούς πολίτες και είχε χρησιμοποιήσει το Καστιλιανό δημόσιο ταμείο για να χρηματοδοτήσει την αυλή του. Η Καστιλιανή αριστοκρατία και οι πόλεις ήταν στο χείλος εξέγερσης για να υπερασπισθούν τα δικαιώματα τους. Πολλοί Καστιλιανοί ευνοούσαν τον νεότερο αδελφό του Βασιλιά Φερδινάνδο, ο οποίος μεγάλωσε στην Καστίλη, και στην πραγματικότητα το Συμβούλιο της Καστίλης αντιτασσόταν στην ιδέα του Καρόλου ως Βασιλέα της Καστίλης.

Το 1518 το Καστιλιανό κοινοβούλιο στο Βαγιαδολίδ ονόμασε τον Βαλόνο Jean de Sauvage πρόεδρο του. Αυτό επέφερε οργισμένες διαμαρτυρίες στο κοινοβούλιο, το οποίο απέρριψε την παρουσία των ξένων στις εργασίες του. Παρά τις απειλές, το κοινοβούλιο με ηγέτη τον Juan de Zumel που εκπροσωπούσε το Μπούργος, αντιστάθηκε και ανάγκασε τον Βασιλιά να σεβασθεί τους νόμους της Καστίλης, να αφαιρέσει όλους τους ξένους από σημαντικές κυβερνητικές θέσεις, και να μάθει να μιλά Καστιλιανά. Αφού ορκίσθηκε, ο Κάρολος έλαβε μια επιχορήγηση 600.000 δουκάτα.

Ο Κάρολος είχε συνειδητοποιήσει το γεγονός ότι είχε επιλογές να γίνει αυτοκράτορας και χρειάσθηκε να εκμεταλλευθεί την εξουσία του στην Καστίλη για να αποκτήσει πρόσβαση στα πλούτη της για τους αυτοκρατορικούς του σκοπούς. Τα πλούτη από την Αμερική έφθαναν στην Καστίλη που ήταν ένα από τα πιο δυναμικά, πλούσια, και εξελιγμένα εδάφη στην Ευρώπη του 16ου αιώνα και άρχισε να συνειδητοποιεί ότι θα μπορούσε να βυθισθεί μέσα σε μια αυτοκρατορία. Αυτό, συν την αθετημένη υπόσχεση του Καρόλου, μόνο αύξησε την εχθρότητα προς τον Βασιλιά. Το 1520 το Κοινοβούλιο του Τολέδο απέρριψε μια περαιτέρω επιδότηση προς τον Βασιλιά. Το Κοινοβούλιο στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλα έφθασε στην ίδια απόφαση. Τελικά, όταν το Κοινοβούλιο διεξήχθη στη Λα Κορούνια, πολλά μέλη δωροδοκήθηκαν και άλλοι αρνήθηκαν την είσοδο, με το αποτέλεσμα ότι η επιδότηση εγκρίθηκε. Αυτά τα μέλη που ψήφισαν υπέρ δέχθηκαν επίθεση από τους Καστιλιανούς και τα σπίτια τους κάηκαν. Το Κοινοβούλιο δεν ήταν η μόνη αντιπολίτευση που ο Κάρολος θα αντιμετώπιζε. Όταν άφησε την Καστίλη το 1520 ο Καστιλιανός Πόλεμος των Κοινοτήτων ξέσπασε. Οι Los comuneros ηττήθηκαν έναν χρόνο μετά (1521). Μετά την ήττα τους, το Κοινοβούλιο υποβιβάστηκε σε ένα απλό συμβουλευτικό σώμα.

Αυτοκρατορικές πολιτικές του Φιλίππου Β'[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φίλιππος Β' συνέχισε τα πολιτικά του Καρόλου Α', αλλά αντίθετα με τον πατέρα του έκανε την Καστίλη κέντρο της αυτοκρατορίας του, συγκεντρώνοντας την όλη τη διοίκηση στη Μαδρίτη. Οι άλλες πολιτείες μέσα στη χερσόνησο διατήρησαν την αυτονομία τους, κυβερνώμενες από έναν Αντιβασιλιά.

Από την βασιλεία του Καρόλου Α' το οικονομικό φορτίο της αυτοκρατορίας είχε πέσει κυρίως στην Καστίλη. Υπό τον Φίλιππο Β' το κόστος τετραπλασιάσθηκε. Κατά την βασιλεία του, εκτός από την αύξηση των υπαρχόντων φόρων δημιούργησε μερικούς νέους, μεταξύ αυτών τον excusado το 1567. Αυτό το ίδιο έτος ο Φίλιππος διέταξε την διακήρυξη της La Pragmática· ένα νόμο με τον οποίο όλοι οι Μαυριτανοί έπρεπε να εγκαταλείψουν τις Μαυριτανικές παραδόσεις και να γίνουν αληθινοί Καθολικοί. Αυτό το έδικτο περιόριζε την θρησκευτική, γλωσσική και πολιτισμική ελευθερία του Μαυριτανικού πληθυσμού και προκάλεσε την Μαυριτανική Εξέγερση (1568-1571), η οποία κατεστάλη από τον Ιωάννη της Αυστρίας.

Η Καστίλη εισήλθε σε μια φάση κάμψης το 1575, η οποία προκάλεσε την στάση πληρωμών (την τρίτη της βασιλείας του). Το 1590 η Cortes ενέκρινε το millones· έναν νέο φόρο στο φαγητό. Αυτό κατέστρεψε τις Καστιλιανές πόλεις και διέλυσε τις αδύναμες προσπάθειες τους για εκβιομηχάνιση. Το 1596 οι πληρωμές έπαυσαν ακόμη μια φορά.

Βασίλειο της "Austrias Menores"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις προηγούμενες θέσεις του βασιλείου σε εθνικά ιδρύματα πληρώθηκαν με εκπαιδευμένους τζέντλεμεν. Οι διοικητές του Φιλίππου Β' θα προέρχονταν κανονικά από το Πανεπιστήμιο της Αλκαλά ή το Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα. Μετά τον Φίλιππο Γ' η αριστοκρατία ακόμη μια φορά διεκδίκησε το δικαίωμά της να κυβερνά την χώρα. Για να δείξει υπήρχε μια νέα τάξη που διοικούσε υπήρξε μια αποκάθαρση του αίματος της Ισπανίας. Η θρησκευτική δίωξη οδήγησε τον Φίλιππο να κηρύξει την απέλαση των Μαυριτανών το 1609.

Αντιμέτωπος με την κατάρρευση του Θησαυροφυλακίου, για να διατηρήσει την ηγεμονία της Ισπανικής Αυτοκρατορίας του Φιλίππου Δ', ο Κόμης-Δούκας του Ολιβάρες, ο αγαπημένος του βασιλιά (valido) από το 1621 έως το 1643, προσπάθησε να παρουσιάσει μια σειρά μεταρρυθμίσεων. Μεταξύ αυτών ήταν η Unión de Armas, η δημιουργία ενός νέου στρατού 140,000 εφέδρων. Κάθε έδαφος μέσα στο βασίλειο συνεισέφερε πολίτες για να διατηρήσει την δύναμη. Οι σκοποί του της ένωσης δεν τελεσφόρησαν και το Ισπανικό Στέμμα συνέχισε ως μια συνομοσπονδία βασιλείων.

Ο Λουίς Μέντεθ ντε Άρο ανέλαβε από τον Ολιβάρες ως ευνοούμενος του Φιλίππου Δ' μεταξύ 1659 και 1665. Αυτό ήταν για να ανακουφίσει τις εσωτερικές συγκρούσεις που προκλήθηκαν από τον προκάτοχο του (εξεγέρσεις στην Πορτογαλία, την Καταλονία και την Ανδαλουσία) και να επιτύχει ειρήνη στην Ευρώπη.

Με τον θάνατο του Φιλίππου Δ' το 1665, και με την ανικανότητα του Καρόλου Β' να κυβερνήσει, η Ισπανία υπέφερε μια επιβράδυνση της παραγωγής και μάχες για εξουσία μεταξύ των διαφορετικών 'αγαπημένων'. Ο θάνατος του Καρόλου Β' το 1700 χωρίς απογόνους προκάλεσε τον Πόλεμο της Διαδοχής.

Ισπανικές εδαφικές διαιρέσεις μέσα στο Στέμμα της Καστίλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ισπανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπερπόντιες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Menéndez Pidal (1906)
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Crown of Castile της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).