Πέλλα Δεκαπόλεως

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Πέλλα ήταν μια αρχαία ελληνική πόλη της Δεκαπόλεως της Παλαιστίνης.

Θέση και αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βρισκόταν στην κοιλάδα του Ιορδάνη ποταμού, περίπου 130 χλμ. βόρεια της Φιλαδέλφειας και η πόλη έχει ευρήματα από την Νεολιθική εποχή. Αναφέρθηκε για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα π.Χ. στην αιγυπτιακή επιγραφές, ως Pihilum ή Pehel. Ως εμπορικό κέντρο είχε διασυνδέσεις με Κύπρο και Συρία. Κατά τον Στέφανο τον Βυζάντιο, η πόλη λεγόταν αρχικά Βούτις[1].

Μακεδονική κατάκτηση και διάδοχα βασίλεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αργότερα, όταν τα μέρη της Παλαιστίνης περιήλθαν στην Μακεδονική κατοχή, η πόλη μετονομάστηκε από τον Μεγάλο Αλέξανδρο σε Πέλλα, για να τιμήσει την ομώνυμη γενέτειρά του στην Μακεδονία. Μακεδόνες άποικοι εγκαταστάθηκαν στην πόλη και παρέμειναν είτε ως τις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. είτε και αργότερα ως την καταστροφή των Ιεροσολύμων από τον Τίτο, το 70 μ.Χ. Κατά την ελληνιστική περίοδο η πόλη ανέπτυξε σε μεγάλο βαθμό το εμπόριο, τόσο κατά μήκος της κοιλάδας του Ιορδάνου, όσο και στην κοιλάδα του Ιεζραέλ. Εμπορικές επαφές επίσης κρατούσε με ολόκληρη την λεκάνη της Μεσογείου, ίσαμε τα Γέρασα. Αυτό αποδεικνύεται από λυχνίες που βρέθηκαν στην ελληνιστική πόλη από την Αθήνα, όμορφα διαμορφωμένα κύπελλα, νομίσματα και θραύσματα αγαλμάτων που συνδέονται με την εσωτερική αρχιτεκτονική. Η στρατηγική της σημασία διαπιστώνεται όταν κατά την περίοδο κυριαρχίας των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο και των Σελευκιδών στη Συρία, κτίστηκε μια αλυσίδα οχυρών επί των κορυφογραμμών του λόφου στα ανατολικά της πόλης, με σκοπό την προστασία της καθώς και της κοιλάδας του Ιορδάνη. Ένα καλοδιατηρημένο ελληνιστικό φρούριο σώζεται στην κορυφή του λόφου Jabal Sartaba.

Μετά τον θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη, η Πέλλα, όπως και η Παλαιστίνη, περιήλθαν στην εξουσία των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Την εποχή εκείνη η πόλη, πήρε την επιπλέον ονομασία Βερενίκη[2]. Από τον Πολύβιο μαθαίνουμε πως όταν ο Αντίοχος κατανίκησε τις πτολεμαϊκές δυνάμεις επί του όρους Αταβυρίου (Θαβώρ), πέρασε στην απέναντι όχθη του Ιορδάνη και υπέταξε τις πόλεις Πέλλα, Καμούν και Γεφρούν (218 π.Χ.)[3]. Η σελευκιδική κυριαρχία ήταν προσωρινή και οριστικοποιήθηκε μετά την μάχη στο Πάνειον όρος (198 π.Χ.).

Ιουδαϊκή και Ρωμαϊκή κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το 83/2 π.Χ. ο βασιλιάς της Ιουδαίας Αλέξανδρος Ιανναίος (103 -73 π.Χ.) κατέστρεψε την Πέλλα, επειδή οι Μακεδόνες της κάτοικοι αρνήθηκαν να ασπασθούν τον Ιουδαϊσμό. Την μαρτυρία αυτήν του Φλάβιου Ιωσήπου, πιστοποιούν και οι αρχαιολόγοι που ανακάλυψαν στην αρχαία πόλη παχύ στρώμα στάχτης, χρονολογούμενο την περίοδο εκείνη. Τελικά οι Πελλαίοι εκτοπίστηκαν στις γύρω πόλεις. Το 64 π.Χ. με την ρωμαϊκή κατάκτηση, ο Πομπήιος ξαναέκτισε την πόλη, επιτρέποντας στους Μακεδόνες να την ξανακατοικήσουν. Είναι γεγονός ότι η νέα αυτή πόλη επισκίασε την προγενέστερη ελληνιστική.

Να σημειωθεί ότι η Πέλλα ήταν μια από τις πρώτες πόλεις του κόσμου που δέχθηκαν τον Χριστιανισμό[4] και κατά συνέπεια διέθετε μια από τις αρχαιότερες εκκλησίες του πλανήτη. Το 70 μ.Χ. μετά την πτώση των Ιεροσολύμων στους Ρωμαίους, η πόλη δέχθηκε κύμα Χριστιανών προσφύγων από την ιουδαϊκή μητρόπολη. Από την πόλη καταγόταν ο σπουδαίος απολογητής του Χριστιανισμού Αρίστων, που έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ.

Βυζαντινή περίοδος και Αραβική κατάκτηση με την μάχη της Πέλλας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα βυζαντινά χρόνια η Πέλλα (κατά τον Συνέκδημο του Ιεροκλέους), ανήκε στην επαρχία Παλαιστίνης Β΄ με έδρα την Σκυθόπολη. Τον Ιανουάριο του 635, τα αραβικά στρατεύματα πέτυχαν νίκη εις βάρος των Βυζαντινών στην μάχη της Πέλλας, λίγο πιο έξω από την πόλη. Η Πέλλα καταστράφηκε από σεισμό που σημειώθηκε το 749 με επίκεντρο το όρος Ερμών (Γκολάν).

Σημερινή θέση και αρχαιολογική έρευνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην θέση της αρχαίας ελληνικής πόλης βρίσκεται το ιορδανικό χωριό Tabaqat Fahl (طبقة فحل). Το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ και της Ιορδανίας (από το Τμήμα Αρχαιοτήτων) έχουν διεξάγει ανασκαφές στην Πέλλα από το 1979. Τα τελευταία χρόνια, με επικεφαλής τον Stephen Bourke, η έρευνα εστίασε στα ευρήματα της εποχής του Χαλκού, στους ναούς της εποχής του Σιδήρου και στα διοικητικά κτίρια. Ένας Χαναανιτικός ναός αποκαλύφθηκε την περίοδο 1994-2003. Τον Μάιο του 2010 ο Stephen Bourke ανακοίνωσε την ανακάλυψη του τείχους και άλλες δομές, που χρονολογείται από το 3400 π.Χ., δείχνοντας ότι Πέλλα ήταν μια τεράστια πόλη-κράτος, την ίδια στιγμή οι πόλεις της Σουμερίας έπαιρναν σχήμα. Ακριβώς πιο κάτω από τον αρχαιολογικό χώρο υπάρχει ένα τζαμί που τιμά το θάνατο ενός από τους συντρόφους του προφήτη Μωάμεθ, ο οποίος έπεσε μαχόμενος ακριβώς εκεί, κατά τη διάρκεια της Μάχης της Πέλλας (Μάχη της Fahl) τον Ιανουάριο του 635 μ.Χ.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Στεφάνου Βυζαντίου, Εθνικά: Πέλλα..., κοίλης Συρίας, η Βούτις λεγομένη.
  2. Στέφανος Βυζάντιος, Εθνικά στο λήμμα Βερενίκαι: ...έστι και άλλη περί Συρίαν, ήν Πέλλαν καλούσι.
  3. καὶ προάγων παρέλαβε Πέλλαν καὶ Καμοῦν καὶ Γεφροῦν.
  4. Άγιος Επιφάνιος, Πανάριον, τόμος 1, σελ.335: Πάντες οι εις Χριστόν πεπιστευκότες την περαίαν κατ’ εκείνο καιρού κατώκησαν το πλείστον, εν Πέλλη τινί πόλει καλούμενη της Δεκαπόλεως της εν τω Ευαγγελίω γεγραμμένης.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Pella, Jordan της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).