Οχυρώσεις του Βωμπάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Οχυρώσεις του Βωμπάν
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Οι τοποθεσίες των οχυρώσεων του Βωμπάν
Χώρα μέλος Flag of France.svg Γαλλία
Τύπος Πολιτισμικό
Κριτήρια (i), (ii,)(iv)
Ταυτότητα 1283
Περιοχή Ευρώπη και Βόρεια Αμερική
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή 2008 ( συνεδρίαση)

Με την επωνυμία Οχυρώσεις του Βωμπάν αναφέρεται μια σειρά από δώδεκα ομάδες οχυρών κτισμάτων και τοποθεσιών, τις οποίες δημιούργησε ο Γάλλος στρατιωτικός μηχανικός του Λουδοβίκου 14ου Σεμπαστιέν Βωμπάν (Sébastien Le Prestre de Vauban, 1633-1707) περιμετρικά κατά μήκος των δυτικών, βορείων και ανατολικών ορίων της Γαλλίας. Η σειρά περιλαμβάνει μικρές πόλεις που κτίστηκαν εξ αρχής από τον Βωμπάν, οχυρά, περιαστικά τείχη με προμαχώνες και πύργους με προμαχώνες. Περιλαμβάνονται επίσης φρούρια επί ορεινών περιοχών, παραθαλάσσια φρούρια, μια ορεινή θέση πυροβολικού και δύο ορεινές θέσεις επικοινωνιών. Η σειρά θεωρείται ως το αποκορύφωμα των οχυρωματικών κατασκευών και είναι τυπική της στρατιωτικής αρχιτεκτονικής της Δύσης. Από το 2008 η σειρά αυτή αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.[1]

Ο Βωμπάν διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο στην ιστορία των οχυρώσεων στην ευρωπαϊκή ήπειρο αλλά και στον Καναδά και οι αρχές του έμειναν σε χρήση ως τα μέσα του 19ου αιώνα. Πριν την εποχή του Βωμπάν, τα οχυρωματικά έργα ήταν σχετικά πρωτόγονα και κυρίως συνίσταντο από υψηλά τείχη περιβαλλόμενα από τάφρο. Κατά την περίοδο του Μεσαίωνα τα "γραμμικά" πέτρινα τείχη ήταν αρκετά για να διασφαλίσουν τους έγκλειστους σε αυτά. Με την εφεύρεση του κανονιού, όμως, η αντίληψη σχετικά με τις οχυρώσεις σημείωσε σημαντική μεταστροφή. Τα τείχη έγιναν πολύ περισσότερο συμπαγή και αδιαπέραστα από τις άμεσες επιθέσεις του πεζικού. Οι μηχανικοί της εποχής του Λουδοβίκου του 14ου προχώρησαν πολύ πιο πέρα από αυτό: Διαμόρφωσαν αμυντικές θέσεις στα τείχη, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο την κατάκτηση μιας οχυρωμένης πόλεως σε σύντομο χρονικό διάστημα. Έτσι, οι πολιορκίες έγιναν πλέον χρονοβόρα και αιματηρή διαδικασία. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος ο 14ος δημιούργησε πολύ αξιόμαχο στράτευμα 200.000 ανδρών, με την βοήθεια του υπουργού πολέμου Μαρκησίου ντε Λουβουά (Marquis de Louvois) και του γενικού στρατιωτικού επιθεωρητή στρατηγού Ζακ Μαρτινέ (Jacques Martinet). Η δεξιότητα του στρατεύματος στους ελιγμούς και την αντιμετώπιση οχυρώσεων, όμως, ήταν έργο του Βωμπάν.[2]

Οι τοποθεσίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο - ακρόπολη στο Αρράς
  • Αρράς, Πα-ντε-Καλαί: Το κάστρο-ακρόπολη. Το κάστρο χτίστηκε από τον Βωμπάν με την βοήθεια του μηχανικού d'Aspremont κατά την περίοδο 1668 - 1672, σχεδόν ταυτόχρονα με την ακρόπολη της Λιλ. Αποτελούσε τμήμα της "δεύτερης γραμμής" του Pré-carré, του δικτύου από οχυρά που διασφάλιζαν τα γαλλικά σύνορα στα βορειοδυτικά. Χωρίζεται από την κυρίως πόλη από μια πλατεία, βασικός σκοπός του ήταν η επόπτευση. Τα στρατιωτικά κτίρια κτίστηκαν μεταξύ 1673 και 1678, ενώ ένα από αυτά, το οποίο καταστράφηκε, ξανακτίστηκε το 1994. Οι τοίχοι ήταν από τούβλα αλλά αργότερα έγινε τροποποίηση και κατασκευάστηκε χωμάτινο στηθαίο αντί να χρησιμοποιηθούν τούβλα. Η κατασκευή έχει υποστεί πολλές μεταμορφώσεις μετά το 1850, συμπεριλαμβανομένης της νοτιοδυτικής πλευράς.[1]
Το κάστρο-ακρόπολη της Μπεζανσόν
  • Μπεζανσόν, Ντουμπ: Το κάστρο-ακρόπολη, τα τείχη της πόλης και το Φορ Γκριφόν (Fort Griffon): Η τοπογραφία της Μπεζανσόν, η οποία βρίσκεται στους μαιάνδρους του ποταμού Ντουμπ, αποτέλεσε σημαντική πρόκληση για τον Βωμπάν. Η υλοποίησή της, με την προσθήκη των οχυρώσεων του 19ου αιώνα σχηματίζουν οχυρωματικό έργο πρώτης τάξης. Το κάστρο, που βρίσκεται στην κορυφή του βράχου που κλείνει τον μαίανδρο του Ντουμπ, κτίστηκε μεταξύ 1668 και 1683. Η πόλη το απέκτησε το 1959 και σήμερα είναι η μόνη ακρόπολη του Βωμπάν ελεύθερα προσβάσιμη από το κοινό και αποτελεί έδρα μουσείων, εκθέσεων ενώ διαθέτει και ζωολογικό κήπο. Το Φορ Γκριφόν κτίστηκε από τον Βωμπάν μεταξύ 1680 και 1684. Σήμερα εκεί βρίσκεται εγκατεστημένο το Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της κατάρτισης εκπαιδευτικών (IUFM). Οι περιβάλλοντες πύργοι του μαιάνδρου του ποταμού κατασκευάστηκαν το 1687.[1]
Το κάστρο της Μπριανσόν
  • Μπριανσόν, Άνω Άλπεις: Τείχη της πόλης, το Οχυρό των τριών κεφαλών (Fort des Trois-Têtes), το οχυρό Ραντουιγέ (Fort du Randouillet), επικοινωνιακό έργο "Υ" (ouvrage de la communication Y) γέφυρα Ασφέλντ (Asfeld). Η Μπριανσόν, πόλη με ρωμαϊκή προέλευση,[1] βρίσκεται σε στρατηγική θέση, στο σημείο όπου συναντώνται πέντε κοιλάδες. Η Άνω Πόλη βρίσκεται "σκαρφαλωμένη" σε μια βραχώδη κορυφή, 1.326 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η επιλογή του Βωμπάν για την τοποθεσία αυτή ήταν να περικλείσει την πόλη σε κλιμακωτές οχυρώσεις με κάθετα τοιχώματα, τις οποίες διάνθισε με μικρά οχυρά, καθιστώντας την απόρθητη. Υποθέτοντας ότι ο επιτιθέμενος θα πρέπει να είναι Χριστιανός το θρήσκευμα, τοποθέτησε την κολλεγιακή εκκλησία στο πλέον ευάλωτο σημείο, διασφαλίζοντας ότι ο εχθρός δεν θα αποτολμούσε να το βομβαρδίσει. Κατά την περίοδο 1713 - 1734 οι συμβουλές που είχε αφήσει ο Βωμπάν τηρήθηκαν κατά γράμμα: Καθώς το περιτείχισμα της πόλης μεγάλωσε κατά 3 περίπου χλμ., τα υψηλότερα σημεία του καλύφθηκαν με οχυρά και προστατευτικά έργα (Φορ Ραντουιγέ, Φορ ντε Τρουά Τετ, Φορ Ντωφέν, οχύρωμα των Σαλέτ, γαλλ. (fort du Randouillet, fort des Trois-Têtes, fort Dauphin, redoute des Salettes)). Λήφθηκε επίσης σοβαρά υπόψη η κυκλοφορία των ανθρώπων στο εσωτερικό της πόλης κι έτσι κατασκευάστηκαν το σύστημα επικοινωνίας "Υ" και η γέφυρα του Ασφέλντ (pont d’Asfeld). Το πλήρες σύστημα οχυρώσεων, όπως το είχε οραματιστεί ο Βωμπάν δεν υλοποιήθηκε ποτέ.[3]
Φρούριο-ακρόπολη στο Μπλάιγ
  • Μπλάιγ (Blaye) -Κυσσάκ-Φορ-Μεντόκ (Cussac-Fort-Médoc), Ζιρόντ: Φρούριο-ακρόπολη του Μπλάιγ, τείχη της πόλης, Φορ Πατέ (fort Pâté) και Φορ Μεντόκ. Η ακρόπολη και τα δύο κυριότερα σημεία της γειτονικής πόλης της Κυσσάκ-Φορ-Μεντόκ σχηματίζουν ένα τρίπτυχο, από το οποίο τα διασταυρούμενα πυρά εμποδίζουν το πέρασμα προς το εσωτερικό της Ζιρόντ (Gironde). Η ακρόπολη είναι ένα μνημειακό "υβριδικό" έργο, στο οποίο η παρουσία του έργου του Βωμπάν, (κατασκευές της περιόδου 1686 - 1689) δεσπόζει στα ήδη υπάρχοντα (το κάστρο στο φρούριο της Παλιάς Πόλης είχε κατασκευαστεί περίπου το 1630). Προσαρμογές του δέκατου ένατου αιώνα περιέλαβαν την εγκατάσταση πυροβολαρχιών στο δώμα. Το Φορ (φρούριο) Πατέ βρίσκεται σε ένα νησί που εμφανίστηκε το 1670 στις εκβολές του ποταμού Ζιρόντ χρονολογείται από την περίοδο 1689 - 1693. Το φορ Μεντόκ κατασκευάστηκε την περίοδο 1690 - 1700. Εκτός από την προσθήκη μιας δεξαμενής ύδρευσης το 1823, δεν έχουν γίνει σημαντικές αλλαγές σε αυτές τις κατασκευές.[1]
Οι οχυρώσεις του Βωμπάν στο Λονβί
  • * Λονβί (Longwy), Μέρτ-ε-Μοζέλ (Meurthe-et-Moselle): Η νέα πόλη. Ονομάζεται "νέα πόλη" γιατί όντως δημιουργήθηκε από το μηδέν. Όταν, με την Συνθήκη του Ναϊμέχεν (Nijmegen) το 1679 η πόλη περιήλθε στην Γαλλία, ο Λουδοβίκος ο 14ος αποφάσισε να κατεδαφίσει την παλαιά, μεσαιωνική πόλη και να κτίσει στην θέση της νέα και οχυρωμένη, θεωρώντας την ως στρατηγικής σημασίας λόγω του παραμεθορίου της (βρίσκεται μόλις 2 χλμ. από τα σύνορα με το Λουξεμβούργο). Το έργο ανέλαβε ο Βωμπάν με βοηθό τον μηχανικό Σουαζί (Choisy) και ξεκίνησε το 1679.[1] Το φρούριο ήταν κτισμένο σε εξαγωνικό σχήμα με έξι προμαχώνες και είναι εξοπλισμένο με όλες τις στρατιωτικές (και μη) εγκαταστάσεις που απαιτεί μια οχυρωμένη θέση (εκκλησία, οπλοστάσιο, φρέατα ύδρευσης, στρατώνες). Πέρα από αυτές τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις, το έργο αντανακλά την αντίληψη που είχε ο Βωμπάν για την ιδανική πόλη. Σήμερα διατηρούνται μια πύλη και τέσσερις από τους προμαχώνες του και ανάμεσα στους δύο βρίσκονται αποθήκες σε σταυροειδές σχήμα. Στο κέντρο της πόλης βρίσκεται μεγάλη τετράγωνη πλατεία, γύρω από την οποία υπάρχουν δημόσια καταστήματα, όπως το Δημαρχείο και η εκκλησία του Αγίου Νταγκομπέρ. Η πόλη υπέστη πολιορκίες του 1792, το 1815, το 1871 και το 1914, οπότε και καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς.[4]
Ο "Χρυσός Πύργος" στο Καμαρέ-συρ-Μερ
  • Καμαρέ-συρ-Μερ (Camaret-sur-Mer), Φινιστέρ (Finistère): Ο Χρυσός Πύργος ή Πύργος Βωμπάν. Ο πύργος αποτελεί μέρος του αμυντικού συστήματος της Μπρεστ στην στενωπό που σχηματίζει η ακτογραμμή. Το σύστημα αρχίζει να υλοποιείται από τον Βωμπάν από το 1683. Ο πύργος που σχεδιάστηκε το 1689, κατασκευάστηκε κατά το διάστημα 1693 - 1695. Το 1795 η δεύτερη αμυντική γραμμή αντικαθίσταται από ένα κλίβανο για την κατασκευή βλημάτων πυροβολικού. Ο πύργος είναι ιδιοκτησία του δήμου από το 1904.[1] Ο πύργος δεσπόζει στην ακτή της Αρμορικής και ο στόχος του είναι να αποτρέψει επιθέσεις διά θαλάσσης στο λιμένα της Βρέστης. Ο πύργος δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, όταν έλαβε το βάπτισμα του πυρός (τα ίχνη είναι εμφανή και σήμερα) το 1694 και ενώ ο Βωμπάν βρισκόταν ακόμη εκεί. Η επιτυχία του συστήματος αυτού επιβεβαιώθηκε όταν ο Βωμπάν κατάφερε να απωθήσει τους επιτιθέμενους. Η ονομασία του πύργου οφείλεται στο χρώμα του, καθώς είναι κατασκευασμένος από τούβλα με ανοικτό κεραμιδί χρώμα. Έχει εξαγωνικό σχήμα, φέρει πολεμίστρες και γύρω του υπάρχουν παραπετάσματα τα οποία προστάτευαν παράκτια πυροβολαρχία.[5]
Γενική άποψη του Μον-Ντωφέν
  • Μον-Ντωφέν (Mont-Dauphin), Άνω Άλπεις: Οχυρωμένη πολιτεία. Το 1693, για να αποφευχθεί οποιαδήποτε εισβολή από την Ιταλία, ο Βωμπάν αποφάσισε να κατασκευάσει εξ αρχής ένα μεγάλο φρούριο σε ένα γυμνό οροπέδιο 1050 μέτρα πάνω από την συμβολή των ποταμών Γκιλ (Guil) και Ντυράνς (Durance). Το Μον-Ντωφέν σχεδιάστηκε ως σύγχρονη πόλη - φρούριο και προοριζόταν να φιλοξενήσει 2.000 στρατιώτες εκτός από τους κατοίκους, που δεν προσήλθαν ποτέ: Το 1700 είχαν δημιουργηθεί μόνον 20 κατοικίες σε τέσσερις νησίδες των ποταμών.[1] Ο μέγιστος αριθμός κατοίκων σημειώθηκε το 1906 (810 κάτοικοι), ενώ το 2008 οι μόνιμοι κάτοικοι ανέρχονταν σε 142. Αξιοσημείωτη και σχεδόν εξ ολοκλήρου διατηρημένη, η πόλη συνιστά υπόδειγμα ορεινού φρουρίου, διαθέτοντας οπλοστάσιο, δύο πυριτιδαποθήκες, τείχος, στρατώνες και εκκλησία, κατασκευασμένα από ρόδινο μάρμαρο.[6] Ωστόσο, η κατασκευή παρέμεινε ημιτελής.[7] Μετά το 1870 έγιναν μερικές προσθήκες, ενώ η παλαιά πτέρυγα του οπλοστασίου καταστράφηκε από βομβαρδισμούς το 1940.[1]
Μον-Λουί: Η βόρεια πύλη της ακρόπολης
  • Μον-Λουί (Mont-Louis), Ανατολικά Πυρηναία: Ακρόπολη και τείχη της πόλης. Το οχυρωματικό αυτό έργο βρίσκεται στα ανατολικά Πυρηναία και άρχισε να κατασκευάζεται εξ αρχής από τον Βωμπάν το 1679. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμπλήρωμα των οχυρώσεων της Βιλφράνς-ντε-Κονφλάν, με στόχο την διαφύλαξη του περάσματος των Πυρηναίων. Η κατασκευή του διήρκεσε δύο χρόνια, παρά το γεγονός ότι το έδαφος ήταν συμπαγής γρανίτης και το υψόμετρό του άνω των 1.600 μέτρων. Αυτό που προξενεί εντύπωση είναι η θαυμάσια προσαρμογή του έργου στην τοποθεσία: Σχηματίζεται από δύο διασταυρούμενες ομάδες κτισμάτων, τοποθετημένες αμφιθεατρικά στην κλίση της πλαγιάς: Μια ακρόπολη με πολεμίστρες σε σχήμα ημισελήνου και μια νέα πόλη, η οποία περικλείεται στα τείχη της ακρόπολης. Αποτελώντας σπάνια περίπτωση, όλοι οι πυργίσκοι, οι πύλες της κινητής γέφυρας, οι δύο εκκλησίες και τα δύο φρέατα έχουν διατηρηθεί ανέπαφα από τον δέκατο έβδομο αιώνα. Μέχρι τώρα, η Ακρόπολη έχει διατηρήσει τον στρατιωτικό της χαρακτήρα.[8] Το οριστικό σχέδιο της ίδιας της πόλης καταρτίστηκε το 1722 και το μεγαλύτερο μέρος των κατοικιών ανεγέρθηκε ύστερα από αυτή την χρονολογία. Κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, η όλη κατασκευή συντηρήθηκε χωρίς να υποστεί μεταβολές, εκτός από ορισμένες τροποποιήσεις στα κρηπιδώματα. Κατά την περίοδο 1887 - 1889 κατασκευάστηκαν πιο μακριά διάφορα άλλα έργα, σε υψόμετρο άνω των 2.000 μ. Η ακρόπολη κατέχεται και χρησιμοποιείται από τον στρατό.[1]
Τα τείχη της Βιλφρανς
  • Βιλφράνς-ντε-Κονφλάν (Villefranche-de-Conflent), Ανατολικά Πυρηναία: Τείχη της πόλης, Φορ Λιμπεριά (Fort Libéria) και Κοβά Μπαστερά (Cova Bastera). Η Βιλφράνς είναι μεσαιωνική κωμόπολη του 11ου αιώνα. Ιδρύθηκε το 1092 από τον κόμητα της Cerdanya, Γκιγιώμ Ραϊμόν (Guillaume Raymond) και βρίσκεται στις υπώρειες του όρους Κανιγκού (Canigou) στην καρδιά των Πυρηναίων. Έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα "ομορφότερα χωριά της Γαλλίας".[9] Καθώς αποτελεί κλειδί στο πέρασμα των Πυρηναίων, ανακατασκευάστηκε το 1669 από τον Βωμπάν και από τότε ελάχιστες μεταβολές έχουν γίνει. Το φρούριο Βιλφράνς μετονομάστηκε σε "Libéria" τον 20ό αιώνα κατασκευάστηκε μετά το 1679 και τον 19ο αιώνα προστέθηκαν τρεις προμαχώνες. Η υπόγεια κλίμακα κατασκευάστηκε κατά την περίοδο 1850 - 1856. Το 1927 πωλήθηκε σε ιδιώτη και σήμερα αποτελεί ιδιωτική ιδιοκτησία ανοικτή στο κοινό. Η Κοβά Μπαστερά (Cova Bastera) κατασκευάστηκε το 1707, μετά τον θάνατο του Βωμπάν και το 1727 πωλήθηκε επίσης σε ιδιώτη. Σήμερα στεγάζεται σε αυτή μουσείο δεινοσαύρων. Η περιοχή δέχεται ετησίως περίπου 500.000 επισκέπτες.[1]
Το Νεφ-Μπριζάκ από αέρος
  • Νεφ-Μπριζάκ (Neuf-Brisach), Άνω Ρήνος, Αλσατία: Νέα Πόλη, Πύλη στον Ρήνο. Το 1697 με την Συνθήκη του Ρίσβικ (traité de Ryswyck) η Γαλλία έχασε το Μπριζάκ (Breisach am Rhein), ένα σημαντικό προπύργιο στον Ρήνο, το οποίο κατείχε από το 1648 με την υπογραφή της Συνθήκης της Βεστφαλίας. Το Μπριζάκ είχε κατακτηθεί το 1638 από μικτό γαλλοσουηδικό στράτευμα υπό τον δούκα Μπερνάρ της Σαξονίας-Βαϊμάρης (Bernard de Saxe-Weimar). Ήδη από το 1664 είχε κληθεί εκεί ο Βωμπάν για να βελτιώσει τα μεσαιωνικά τείχη του αυστριακού φρουρίου και τις οχυρώσεις του. Κατασκεύασε, επίσης, μια νέα πόλη στο Ιλ-ντε-Πάιγ (Ile-de-Paille) μια νέα πόλη, την οποία ονόμασε "Ville-Neuve-Saint-Louis". Το 1697 η Γαλλία υποχρεώθηκε να επιστρέψει το Μπριζάκ στην Αυστρία, κατεδαφίζοντας όλα τα έργα του Βωμπάν. Όταν έγινε αυτό και επειδή η Γαλλία δεν διέθετε κάποιο οχυρό στον Ρήνο, κλήθηκε εκ νέου ο Βωμπάν και επιφορτίζεται με την κατασκευή μιας νέας οχυρής πόλης στην αριστερή όχθη του ποταμού.[10] Αυτός καταστρώνει πολλά σχέδια και τα υποβάλλει στον βασιλέα, ο οποίος επιλέγει το πιο πλήρες αλλά και το πιο δυσχερές. Η κατασκευή αρχίζει το 1699 και προχωρεί με ταχείς ρυθμούς, παρά το γεγονός ότι λείπουν πλέον τα χρήματα: Ορισμένες κατασκευές δεν ολοκληρώνονται και τα υλικά δεν είναι πρώτης ποιότητας.[1] Το 1703 η Γαλλία ανακτά το παλαιό Μπριζάκ και η νέα πόλη χάνει την στρατηγική της σημασία. Ωστόσο, το Νεφ-Μπριζάκ αποτελεί το μοναδικό παράδειγμα του τρίτου συστήματος οχυρώσεων του Βωμπάν και το πλέον ώριμο πολεοδομικό σχέδιο: Το σχήμα της πόλης είναι οκταγωνικό και στο εσωτερικό υπάρχουν προβλέψεις για την πρακτική διακίνηση μεταξύ των χώρων διοίκησης, των χώρων μάχης και των χώρων αστικών δραστηριοτήτων, που ενσωματώνονται αρμονικά χωρίς ο ένας να παρεμποδίζει τους άλλους.[11]
Σαιν-Μαρτέν-ντε-Ρε: Άποψη από αέρος
  • Σαιν-Μαρτέν-ντε-Ρε (Saint-Martin-de-Ré), Σαράντ-Μαριτίμ (Charente-Maritime): Ακρόπολη και τείχη της πόλης. Η νήσος του Ιλ ντε Ρε (île-de-Ré) βρίσκεται στα ανοικτά της Λα Ροσέλ και αποτελεί σημαντικό στρατηγικό σημείο. Ο Βωμπάν αντιλήφθηκε την στρατηγική του σημασία και κατασκεύασε ισχυρό τείχος το οποίο περιέκλεισε την πόλη του Σαιν Μαρτέν. Το τείχος αυτό είχε πολύ μεγάλες διαστάσεις και ημικυκλικό σχήμα με ακτίνα 1,5 χλμ. την εποχή που κατασκευάστηκε (1681). Η πόλη βρίσκεται στο κέντρο του νησιού και ήταν σε θέση να παρέχει προστασία σε ολόκληρο τον πληθυσμό του σε περίπτωση επίθεσης. Αποτελεί ένα από τα λίγα οχυρωματικά έργα επί νήσου που κατασκεύασε ο Βωμπάν. Κατασκευάστηκε σε χρόνο - ρεκόρ για το μέγεθός του (χρειάστηκαν μόλις πέντε χρόνια για την ολοκλήρωσή του) και διατηρείται σήμερα σε άριστη κατάσταση.[12] Η ακρόπολη έχει σχήμα τέλειου τετραγώνου, είναι προσβάσιμη μόνον από μία πύλη, η οποία οδηγεί σε μικρό οχυρωμένο λιμένα. Στο εσωτερικό της, στο οποίο είχαν προβλεφθεί χώροι για 1.200 άτομα, υπάρχουν η εκκλησία, στρατώνας, το μοναδικό οπλοστάσιο, υπόγεια οχυρά και χώρος (περίπτερο) για τους αξιωματικούς.[13] To 1875 στην προκυμαία της πόλης κατασκευάζονται καταφύγια, ενώ από το 1873 η ακρόπολη χρησιμοποιήθηκε ως κρατική φυλακή.[1]
Σαιν-Βαάστ-λα-Ουγκ: Ο πύργος Βωμπάν
  • Σαιν-Βαάστ-λα-Ουγκ (Saint-Vaast-la-Hougue) / Τατιού (Tatihou), Μανς: Πύργοι - παράκτια παρατηρητήρια. Η Σαιν-Βαάστ-λα-Ουγκ βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο της χερσονήσου του Κοταντέν και πήρε το όνομά της από την ναυμαχία της Λα Ουγκ, στην οποία ο στόλος του Λουδοβίκου 14ου καταναυμαχήθηκε από τον ενωμένο αγγλο-ολλανδικό στόλο (Ιούνιος 1692). Ο Βωμπάν, ύστερα από αυτή την ήττα, απαίτησε από τον βασιλέα την κατασκευή δύο οχυρωμένων πύργων, ώστε να προστατευτεί, μέσω των διασταυρούμενων πυρών τους, η προσέγγιση φιλίων πλοίων στην ευάλωτη ακτή της χερσονήσου Κοταντέν Ο Βωμπάν θεωρούσε τον κόλπο του Σαιν Βαάστ ζωτικής σημασίας για το γαλλικό βασίλειο. Κατασκευάζονται, έτσι, το 1694, δύο πύργοι ύψους 20 μ. καθένας, που χαρακτηρίζονται από πολλαπλές λειτουργίες: την παρατήρηση, την δυνατότητα βολών πυροβολικού προς την πλευρά της θάλασσας και την δυνατότητα ανταλλαγής σημάτων επικοινωνίας. Οι πύργοι αποτελούν άψογη ένδειξη της στρατιωτικής ιδιοφυΐας του Βωμπάν.[14] Ο μηχανικός προέβλεπε επίσης την δημιουργία ενός οχυρού λιμένα. Αυτός θα κατασκευαστεί αργότερα και λίγο πιο μακριά: Είναι η σημερινή πόλη - λιμένας του Σερμπούρ. Στο νησάκι του Τατιού εκτός από τον πύργο υπήρχε επίσης ένα λοιμοκαθαρτήριο, δημιουργημένο το 1723. Σήμερα στεγάζεται στα κτίσματά του το Ναυτικό Μουσείο. Υπάρχουν επίσης και υπολείμματα από ένα τείχος που κατασκευάστηκε το 1689. Τον 19ο αιώνα έγιναν προσπάθειες αναβάθμισης των οχυρώσεων με προσθήκες θέσεων πυροβολικού και υπόγειες αποθήκες πυρομαχικών. Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε επίσης προσπάθεια αναβάθμισης των οχυρώσεων με τις προσθήκες καταφυγίων (bunkers).[1]

Από τον τελικό κατάλογο η επιτροπή της UNESCO εξαίρεσε δύο τοποθεσίες, τις οποίες είχε προτείνει η γαλλική κυβέρνηση:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]