Ουροχολινογόνο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το ουροχολινογόνο είναι μία από τις βιοχημικές παραμέτρους της γενικής εξέτασης ούρων. Από χημικής απόψεως είναι μία άχρωμη χολοχρωστική, φυσικό προϊόν αποδόμησης της αιμοσφαιρίνης μέσω του μεταβολικού μονοπατιού παραγωγής της χολερυθρίνης. Σχηματίζεται στο έντερο από βακτηριδιακή δράση πάνω στην συζευγμένη (άμεση) χολερυθρίνη που απεκκρίνεται σε αυτό από την χολή. Τα μικρόβια του εντέρου ανάγουν τη χολερυθρίνη σε μία σειρά άχρωμων ενώσεων, οι οποίες συνοπτικά είναι γνωστές ως ουροχολινογόνο. Οι ενώσεις αυτές στη συνέχεια οξειδώνονται προς ουροχολίνη. Περίπου το μισό από το ουροχολονογόνο που σχηματίζεται στο έντερο απεκκρίνεται με τα κόπρανα ως κοπροχολινογόνο. Το υπόλοιπο μέρος του ουροχολινογόνου του εντέρου περνά στην κυκλοφορία του αίματος από το σύστημα της πυλαίας φλέβας. Από αυτό ένα μέρος πηγαίνει στο ήπαρ και απεκκρίνεται στη χολή και από εκεί ξανά στο έντερο ενώ ένα μικρό μέρος εισέρχεται στα ούρα μέσω των νεφρών. Το ουροχολινογόνο στα ούρα μετατρέπεται με αυτοξείδωση σε ουροχολίνη. Το ουροχολινογόνο και το κοπροχολινογόνο είναι άχρωμες ενώσεις, ενώ τα αντίστοιχα προϊόντα οξείδωσής τους ουροχολίνη και κοπροχολίνη είναι έγχρωμα και συμβάλλουν στο χρώμα των ούρων και των κοπράνων.

Λήψη δείγματος ούρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δείγμα των ούρων για τον προσδιορισμό του ουροχολινογόνου θα πρέπει να είναι πρόσφατο και η μέτρηση να γίνεται γρήγορα γιατί το ουροχολινογόνο οξειδώνεται γρήγορα προς ουροχολίνη. Σε άλλη περίπτωση θα πρέπει να συλλέγονται σε σκοτεινόχρωμη φιάλη που περιέχει 5 g άνυδρο ανθρακικό νάτριο και να διατηρούνται μέχρι την μέτρησή τους στο ψυγείο. Είναι καλύτερα τα δείγματα ούρων που προορίζονται αποκλειστικά για μέτρηση ουροχολινογόνου να συλλέγονται το απόγευμα και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο ώρες. Τότε υπάρχει η μεγαλύτερη απέκκριση ουροχολινογόνου.

Τιμές αναφοράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάλογα με την μέθοδο:

  • Ημιποσοτικός προσδιορισμός με ταχυδιαγνωστικές ταινίες (urine strips): Αρνητική
  • Ποσοτικός προσδιορισμός με χημική μέθοδο: 0,3-1,0 μονάδες Ehrlich/2 h, 0,5-4,0 μονάδες Ehrlich/24 h, 0,05-2,5 mg/24 h.

Μία μονάδα Ehrlich αντιστοιχεί σε 1 mg/dL ουροχολινογόνου.

Ο μεταβολισμός του ουροχολινογόνου

Κλινική σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ουροχολινογόνο φυσιολογικά δεν υπάρχει στα ούρα. Εμφανίζεται στα ούρα όταν υπάρχει ίκτερος που οφείλεται σε αιμολυτικές νόσους και ηπατικά προβλήματα. Παρατηρούνται οι ακόλουθες περιπτώσεις:

Αυξημένη αιμόλυση (αιμολυτικός ίκτερος)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την αυξημένη αιμόλυση, δηλαδή την θραύση των ερυθρών αιμοσφαιρίων, παράγονται μεγάλες ποσότητες χολερυθρίνης η οποία οδηγεί στην παραγωγή αυξημένης ποσότητας ουροχολινογόνου τόσο στα ούρα όσο και κόπρανα.

Ηπατική νόσος (ηπατοκυτταρικός ίκτερος)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ηπατική νόσο ο ενδοηπατικός κύκλος του ουροχολινογόνου εμποδίζεται και έτσι αυξάνονται τα επίπεδα του στα ούρα αλλά όχι και στα κόπρανα. Για τον λόγο αυτό τα επίπεδα του ουροχολινογόνου στα ούρα είναι ένας ευαίσθητος δείκτης αρχόμενης ηπατικής βλάβης αφού αυξημένα επίπεδα ουροχολινογόνου στα ούρα εμφανίζονται πριν από την αύξηση της χολερυθρίνης στον ορό ή στα ούρα. Η μεγαλύτερη απέκκριση ουροχολινογόνου γίνεται από το μεσημέρι μέχρι νωρίς το βράδυ.

Απόφραξη χοληφόρων οδών (αποφρακτικός ίκτερος)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε απόφραξη των χοληφόρων οδών λιγότερη ποσότητα χολερυθρίνης περνά από το ήπαρ στο έντερο για τον σχηματισμό του ουροχολινογόνου. Η μικρότερη ποσότητα ουροχολινογόνου δεν φτάνει για επαναρρόφηση και έτσι τα επίπεδα του ουροχολινογόνου στα ούρα είναι εξαιρετικά μικρά. Οι μηχανισμοί αυτοί είναι υπεύθυνοι για τα σκουρόχρωμα ούρα και τα χλωμά κόπρανα που παρατηρούνται στην απόφραξη των χοληφόρων οδών.

Καταστροφή της εντερικής βακτηριακής χλωρίδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βακτηριακή χλωρίδα του εντέρου είναι υπεύθυνη για την μετατροπή της χολερυθρίνης σε ουροχολινογόνο. Σε περίπτωση θεραπείας του ατόμου με ευρέως φάσματος αντιβιοτικά όπως χλωριούχου αμμωνίου ή ασκορβικού οξέος που κάνουν τα ούρα πιο όξινα τα βακτήρια του εντέρου καταστρέφονται και δεν παράγονται οι κανονικές ποσότητες ουροχολινογόνου.

Είδος ίκτερου Χολερυθρίνη ούρων Ουροχολινογόνο ούρων
Αιμολυτικός - ++/κ.φ.
Ηπατοκυτταρικός ++ κ.φ.
Αποφρακτικός + κ.φ.

Μεταβολές του ουροχολινογόνου στα ούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αιτίες αυξημένων ποσοτήτων ουροχολινογόνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αιτίες ελαττωμένων ποσοτήτων ουροχολινογόνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Απουσία μικροβίων από το έντερο νεογέννητων παιδιών (δεν ανάγεται η χολερυθρίνη σε ουροχολινογόνο)
  • Χορήγηση αντιβιοτικών ευρέως φάσματος, τα οποία αναστέλλουν την ανάπτυξη των μικροβίων του εντέρου
  • Χορήγηση προβενεκίδης, η οποία αναστέλλει την έκκριση των εγγύς εσπειραμένων σωληναρίων
  • Απόφραξη των χοληφόρων οδών
  • Ηπατίτιδα με χολόσταση
  • Έντονα όξινα ούρα
  • Γρήγορη διάβαση του περιεχομένου του εντέρου
  • Ασιτία, η οποία ελαττώνει τον σχηματισμό της χολής
  • Ελαττωμένη νεφρική λειτουργία

Μέτρηση ουροχολινογόνου στα ούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ημιποσοτικός προσδιορισμός του ουροχολινογόνου στα ούρα με ταινίες ούρων γίνεται ως εξής:

Προσδιορισμός ουροχολινογόνου με την μέθοδο Ehrlich

Μέθοδος Ehrlich (μονάδες Ehrlich/μl)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ομώνυμο αντιδραστήριο Ehrlich που χρησιμοποιεί η μέθοδος προσδιορίζει το ουροχολινογόνο αλλά και άλλα χρωμογόνα στα ούρα, όπως είναι το πορφοχολινογόνο, η ινδόλη και η χολερυθρίνη.
Όταν η μέθοδος Ehrlich γίνεται με υγρή χημική μέθοδο στο εργαστήριο τότε προηγείται μια πρόσθετη μέθοδος εκχύλισης, ώστε να διαχωριστεί το ουροχολινογόνο από αυτές τις άλλες ενώσεις. Όταν εκτελείται αυτή η εκχύλιση, τα αποτελέσματα δίνονται ως mg ουροχολινογόνου. Αντίθετα όταν δεν γίνεται η εκχύλιση τα αποτελέσματα αναφέρονται σε μονάδες Ehrlich.

Προσδιορισμός ουροχολινογόνου με την μέθοδο διαζώτωσης

Μέθοδος διαζώτωσης (mg/dl)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ουροχολινογόνο αντιδρά με το άλας του διαζωνίου και δίνει έγχρωμο σύμπλοκο. Ψευδώς θετικά αποτελέσματα εμφανίζονται όταν τα δείγματα των ούρων περιέχουν πορφοχολινογόνο, ουσία που εμφανίζεται στα ούρα ασθενών που παίρνουν φάρμακα, όπως είναι το παρα-αμινοσαλικυλικό οξύ, η σουλφισοξαζόλη και η φαιναζωπυριδίνη. Αυτές οι ουσίες αντιδρούν αμέσως με το αντιδραστήριο Ehrlich σε αντίθεση με το ουροχολινογόνο που αντιδρά μετά από 60 δευτερόλεπτα.
Αν η δοκιμασία βγει αρνητική, πρέπει να εξετάσουμε και την παρουσία ουροχολίνης που έχει την ίδια διαγνωστική σημασία.

Αυτόματοι Αναλυτές Ούρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στους αυτόματους αναλυτές ούρων ο προσδιορισμός του ουροχολινογόνου γίνεται με την φυσική μέθοδο της ανακλασιμετρίας. Προηγείται η αντίδραση διαζώτωσης το χαρακτηριστικό χρώμα της οποίας μετριέται με την μέθοδο αυτή.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιωαννίδης Ι. Κλινική Χημεία Ι: Ανάλυση Ούρων: Θεωρία. Εκδόσεις Γιαχούδη. Θεσσαλονίκη, 2004.
  2. Ιωαννίδης Ι. Κλινική Χημεία Ι: Ανάλυση Ούρων: Εργαστήριο. Εκδόσεις Γιαχούδη. Θεσσαλονίκη, 2002.
  3. Καρκαλούσος Π. Η χημεία των ταχυδιαγνωστικών ταινιών ούρων. Έκδοση ΤΕΙ Αθηνών. Τμήμα Ιατρικών Εργαστηρίων 2008.
  4. Αρσένη Α. Εξετάσεις ούρων στην εργαστηριακή διαγνωστική. Εκδόσεις Ζήτα, 2003.
  5. Πισπίνης Ι. Εργαστηριακά μαθήματα κλινικής χημείας Ι. Έκδοση ΤΕΙ Αθηνών, Αθήνα 1997
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Urobilinogen της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).