Ουρολοίμωξη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ουρολοίμωξη
Σε μικροσκοπική εξέταση ούρων ατόμου με ουρολοίμωξη παρατηρούνται πολλαπλά λευκά αιμοσφαίρια
Ταξινόμηση ICD-10 N39.0
Ταξινόμηση ICD-9 599.0
DiseasesDB 13657
MedlinePlus 000521
eMedicine emerg/625 emerg/626
MeSH D014552

Ουρολοίμωξη καλείται κάθε λοίμωξη (συνήθως βακτηριακή) που προσβάλλει κάποιο τμήμα του ουροποιητικού συστήματος. Φυσιολογικά τα ούρα είναι στείρα μικροβίων δηλαδή δεν περιέχουν μικροοργανισμούς. Όταν όμως μικροοργανισμοί εισέλθουν στο ουροποιητικό σύστημα ότε μπορούν να πολλαπλασιαστούν και να προκαλέσουν λοιμώξεις τις λεγόμενες ουρολοιμώξεις.
Ο κύριος παράγοντας που ευθύνεται για την ουρολοίμωξη είναι το βακτήριο Escherichia coli που είναι γνωστό και ως κολοβακτηρίδιο. Οι πιο κοινοί τύποι ουρολοίμωξης είναι η οξεία κυστίτιδα (στην ουροδόχο κύστη) και η ουρηθρίτιδα (στην ουρήθρα). Σοβαρότερες όμως θεωρούνται οι λοιμώξεις του ανώτερου ουροποιητικού συστήματος (πυελονεφρίτιδα, σπειραματονεφρίτιδα). Τα βασικότερα συμπτώματα είναι η συχνουρία, η ενόχληση κατά την ούρηση και τα θολά ούρα. Οι ουρολοιμώξεις παρά τα «θορυβώδη» συμπτώματά τους αντιμετωπίζονται σχετικά εύκολα με σύντομη χορήγηση αντιβιοτικών.

Ταξινόμηση ουρολοιμώξεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη λοίμωξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως πρώτη λοίμωξη χαρακτηρίζεται η κλινικά και εργαστηριακά τεκμηριωμένη πρώτη λοίμωξη σε έναν συγκεκριμένο ασθενή. Η πρώτη λοίμωξη συνήθως ανταποκρίνεται σε όλα τα αντιμικροβιακά φάρμακα [2], [3].

Επίμονη βακτηριουρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος αυτός υποδηλώνει ότι η αρχική θεραπευτική αντιμετώπιση ήταν ανεπαρκής. Χαρακτηρίζεται εργαστηριακά από την παρουσία του ίδιου μικροβιακού παράγοντα σε καλλιέργεια ούρων που γίνεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας ανεξάρτητα από τον τίτλο δηλαδή την ποσότητα του μικροβίου. Το συνηθέστερο αίτιο είναι η αντοχή του μικροοργανισμού στο αντιμικροβιακό φάρμακο που χρησιμοποιήθηκε.

Επαναμόλυνση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι η νέα ουρολοίμωξη από διαφορετικό παθογόνο μικροοργανισμό με εστία συχνά εκτός του ουροποιητικού. Προϋποθέτει ίαση από την προηγούμενη ουρολοίμωξη. Είναι συνηθέστερη στις γυναίκες παρά στους άνδρες. Πιστεύεται ότι το 80% των επαναμολύνσεων οφείλεται σε μειωμένη αντίσταση του οργανισμού.

Βακτηριακή εμμονή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι η νέα ουρολοίμωξη από τον ίδιο παθογόνο μικροοργανισμό, παρά το γεγονός ότι η προηγούμενη ουρολοίμωξη θεραπεύτηκε πλήρως. Αυτό οφείλεται στην παραμονή του υπεύθυνου μικροοργανισμού σε κάποιο σημείο του ουροποιητικού συστήματος παρά τη θεραπευτική αγωγή που προηγήθηκε.

Ουρολοιμώξεις σε ειδικές ομάδες ασθενών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την εγκυμοσύνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάφορες ανατομικές και φυσιολογικές μεταβολές που συνοδεύουν την εγκυμοσύνη αυξάνουν την ευαισθησία των εγκύων γυναικών στην εκδήλωση ουρολοιμώξεων όπως το μέγεθος του νεφρού, η ατονία των μυϊκών στοιβάδων του αποχετευτικού συστήματος ή η μηχανική πίεση των ουρητήρων από τη διογκωμένη μήτρα. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης υπάρχει αυξημένος κίνδυνος η βακτηριουρία να εξελιχθεί σε οξεία πυελονεφρίτιδα με κίνδυνο να προκαλέσει ακόμα και πρόωρο τοκετό. Για την αντιμετώπιση των ουρολοιμώξεων στην εγκυμοσύνη δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα αντιμικροβιακά φάρμακα επειδή υπάρχει κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών στο έμβρυο. Μόνο οι πενικιλλίνες και οι κεφαλοσπορίνες μπορούν να χορηγηθούν ανεπιφύλακτα σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης [2].

Σε ηλικιωμένους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εμφάνιση των ουρολοιμώξεων στην τρίτη ηλικία είναι αυξημένος. Οι περισσότεροι ασθενείς της τρίτης ηλικίας έχουν ασυμπτωματική βακτηριουρία. Στους υπερήλικες οι ουρολοιμώξεις είναι συχνά πολυμικροβιακές με υψηλό ποσοστό μικροβιακής αντοχής λόγω συχνής νοσηλείας και παραμονής σε ιδρύματα, συχνούς καθετηριασμούς, και συχνής χρήσης αντιβιοτικών. Η θεραπεία της ουρολοίμωξης σε ηλικιωμένους ασθενείς γίνεται με τη χορήγηση κατάλληλης αντιμικροβιακής αγωγής.

Λόγω καθετηριασμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τοποθέτηση καθετήρα αποτελεί έναν από τους κυριότερους προδιαθεσικούς παράγοντες ουρολοιμώξεων σε ενδονοσοκομειακούς ασθενείς. Η συχνότητα εμφάνισης ουρολοιμώξεων αυξάνεται όσο περισσότερο παραμένει ο καθετήρας. Η συμπτωματική ουρολοίμωξη σε ασθενείς με καθετήρα πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως σε κάθε ασθενή με ουρολοίμωξη, αλλά επιπλέον πρέπει να αντικαθίσταται ο καθετήρας με νέο ή να τοποθετείται προσωρινά υπερηβική κυστεοστομία.

Σε παιδιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ουρολοιμώξεις σε παιδιά είναι μια από τις συχνότερες παθήσεις της παιδικής ηλικίας. Στην ηλικία αυτή υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης νεφρικής βλάβης που μπορεί να οδηγήσει σε νεφρική ανεπάρκεια. Επιπλέον η κλινική εικόνα στα παιδιά μπορεί να είναι εντελώς άτυπη και να εκδηλωθεί με περιορισμό της συνήθους δραστηριότητας του παιδιού, εμετούς και διάρροια. Για τους λόγους αυτούς πρέπει σε κάθε υπόνοια ουρολοίμωξης να γίνεται επιβεβαίωσή της με γενική εξέταση ούρων και καλλιέργεια ούρων. Η αντιμετώπιση πρέπει να είναι άμεση με τη χορήγηση της κατάλληλης αντιμικροβιακής αγωγής για 7-14 μέρες.

Παράγοντες κινδύνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Φύλο. Οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα ουρολοιμώξεις λόγω της γειτνίασης της γυναικείας ουρήθρας με το ορθό το οποίο είναι αποικισμένο με μικρόβια αλλά και λόγω του μικρότερου μήκους της, με αποτέλεσμα την ευκολότερη διείσδυση των μικροβίων στην ουροδόχο κύστη. Επιπλέον η σεξουαλική επαφή, λόγω του πιθανού τραυματισμού των ιστών γύρω από την ουρήθρα, πιθανό να προκαλέσει την είσοδο μικροβίων.
  • Χρήση αντισυλληπικών μέσων Π.χ. διάφραγμα και τα σπερματοκτόνα.
  • Γενετικοί παράγοντες. Π.χ. συγκεκριμένες ομάδες αίματος.
  • Ιατρικοί χειρισμοί. Τέτοιοι μπορεί να είναι:

Η ύπαρξη ουροκαθετήρα. Μετά από 2-4 ημέρες από την τοποθέτηση του ουροκαθετήρα και εφόσον αυτός παραμένει, 10-30% των ασθενών θα εμφανίσει μικροβιουρία ποσοστό που φτάνει το 100% σε μακροπρόθεσμα καθετηριασμένους. Πρόσφατη επέμβαση στο ουροποιητικό σύστημα.
Η ανοσοκαταστολή (όπως η χημειοθεραπεία και το AIDS).

  • Ανατομικές ανωμαλίες του ουροποιητικού. Π.χ. η υπερτροφία προστάτη στους άνδρες και οι νευρολογικές παθήσεις (όπως η παραπληγία) που εμποδίζουν την ομαλή αποβολή των ούρων.
  • Παθήσεις – φυσιολογικές καταστάσεις. Π.χ. η εγκυμοσύνη, η εμμηνόπαυση και ο διαβήτης.
  • Ηλικία. Η πιθανότητα ουρολοίμωξης αυξάνει σε άτομα άνω των 65 ετών.

Συμπτώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ουρολοίμωξη μπορεί να είναι ασυμπτωματική ή συμπτωματική. Η συμπτωματική ουρολοίμωξη περιλαμβάνει τα εξής κλινικά σύνδρομα:

Λοίμωξη του κατώτερου ουροποιητικού (κυστίτιδα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • δυσουρία
  • συχνοουρία
  • επείγουσα ούρηση
  • υπερηβικός πόνος [1]
  • νυκτουρία
  • ακράτεια
  • αίσθημα βάρους
  • μικρή ποσότητα ούρων [4]

Λοίμωξη του ανώτερου ουροποιητικού (πυελονεφρίτιδα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • οσφυϊκός πόνος [1]
  • πυρετός
  • κακοδιαθεσία
  • ναυτία
  • κυστικά ενοχλήματα
  • εμετός

Κατά την ασυμπτωματική βακτηριουρία τα βακτήρια εντοπίζονται στον νεφρό ή στην κύστη [1]. Τα συμπτώματα της ουρολοίμωξης είναι εμφανή στους ενήλικες σε αντίθεση με τα νεογνά και παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών. Στους υπερήλικες, επίσης, η τυπική συμπτωματολογία μπορεί να ελλείπει [4].

Συμπτώματα ουρολοίμωξης στα παιδιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα συμπτώματα του παιδιού με ουρολοίμωξη έχουν άμεση σχέση με την ηλικία του. Τα βρέφη μπορεί να παρουσιάσουν εμετούς, διάρροιες, ανησυχία ή πυρετό. Πολλές φορές ο πυρετός αποτελεί το μόνο σύμπτωμα σε παιδί με ουρολοίμωξη, ο οποίος διαρκεί αρκετές μέρες. Το νεογέννητο με ουρολοίμωξη μπορεί να έχει σαν μόνο σύμπτωμα τη άρνηση λήψης γάλακτος ή ίκτερος που να διαρκεί αρκετές μέρες. Στα μεγαλύτερα παιδιά, τα συμπτώματα της ουρολοίμωξης είναι περισσότερο καθοδηγητικά για τη διάγνωση. Η συχνουρία (το παιδί πηγαίνει συνεχώς στο αποχωρητήριο και αφήνει ελάχιστα ούρα κάθε φορά) και η δυσουρία (πονάει την ώρα που ουρεί) είναι τα πιο συχνά συμπτώματα της ουρολοίμωξης. Πολλές φορές τα παιδιά παραπονιούνται για πόνο πάνω από την περιοχή της κύστης ή πίσω στην πλάτη. Επίσης αρκετές φορές, θα διαπιστώσετε ότι τα ούρα ενός παιδιού με ουρολοίμωξη μυρίζουν πραγματικά άσχημα. Ο πυρετός δεν είναι απαραίτητο σύμπτωμα στην ουρολοίμωξη. Η παρουσία του όμως δείχνει ότι η ουρολοίμωξη είναι πιο σοβαρή. Αν το παιδί σας ξαφνικά άρχισε να βρέχεται, τότε πάλι πρέπει να σκεφτείτε την πιθανότητα της ουρολοίμωξης.

Μικρόβια που προκαλούν ουρολοιμώξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλοί μικροοργανισμοί στα ούρα μπορούν να προκαλέσουν ουρολοιμώξεις. Κατά κανόνα πρόκειται για Gram αρνητικά βακτήρια. Τα κυριότερα από αυτά είναι:

Άλλοι μικροοργανισμοί που μπορούν να προκαλέσουν ουρολοίμωξη είναι:

  • Παράσιτα (Trichomonas vaginalis)
  • Χλαμύδια (Chlamydia trachomatis)
  • Μύκητες (Candida ablicans)

Διάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To πρώτο βήμα για την διάγνωση των ουρολοιμώξεων είναι η γενική εξέταση ούρων. Τα ευρήματα που συνιστούν ουρολοίμωξη είναι:

Θολά ούρα σε δείγμα με ουρολοίμωξη
  1. Όψη: Ελαφρά θολή, θολή
  2. Οσμή: Δυσάρεστη
  3. Αντίδραση: Ουδέτερη, Αλκαλική
  4. Νιτρώδη: Θετικό
  5. Λευκοκυτταρική εστεράση: Θετικό
  6. Πυοσφαίρια: > 5 κ.ο.π.
  7. Μικροοργανισμοί: Άφθονοι
  8. Επιθηλιακά κύτταρα: 5 κ.ο.π.
  9. Βλέννη: Αρκετή

Ακολουθεί η καλλιέργεια ούρων για να ταυτοποιηθεί το μικρόβιο που την προκαλεί καθώς και το αντιβιόγραμμα για να προσδιοριστούν τα κατάλληλα αντιβιοτικά σκευάσματα. Ο αριθμός των βακτηρίων που αναπτύσσονται στην καλλιέργεια ούρων σε ασθενή με ουρολοίμωξη είναι συνήθως 105/ml. Ο αριθμός αυτός χαρακτηρίζεται ως σημαντική βακτηριουρία. Ένα ποσοστό 20-40% των γυναικών με συμπτωματική ουρολοίμωξη δεν αναπτύσσει αριθμό βακτηρίων περισσότερο από 102-104/ml. Ο εντοπισμός της λοίμωξης στο ανώτερο ή κατώτερο ουροποιητικό συνήθως στηρίζεται στην κλινική εικόνα των ασθενών. Όταν όμως απαιτείται ακριβής εντοπισμός της λοίμωξης δεν επαρκεί η κλινική εικόνα αλλά μπορούν να εφαρμοστούν άλλες μέθοδοι όπως: Ακριβείς μέθοδοι αλλά επεμβατικοί

  • Διαδερμική παρακέντηση της νεφρικής πυέλου
  • Καθετηριασμός των ουρητηρικών στομίων
  • Δοκιμασία έκπλυσης της κύστης κατά Fairley

Λιγότερο ακριβείς μέθοδοι αλλά μη επεμβατικοί

  • Δοκιμασία άμεσης και έμμεσης συγκόλλησης
  • Παρουσία βακτηρίων στα ούρα που καλύπτονται από αντισώματα
  • Μέτρηση επιπέδων CRP (C- αντιδρώσας πρωτεΐνης)
  • Μέτρηση επιπέδων LDH (γαλακτικής δεϋδρογενεάσης) στα ούρα
  • Μέτρηση επιπέδων β-μικροσφαιρίνης στα ούρα [2]

Υποσημείωση. Σε κάποιες περιπτώσεις ουρολοιμώξεων όπως η κυστίτιδα η διάγνωση γίνεται εύκολα μόνο από τα συμπτώματα.

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τη θεραπεία των ουρολοιμώξεων λαμβάνονται αντιβιοτικά τα οποία έχουν επιλεγεί κατόπιν αντιβιογράμματος. Σε απλή κυστίτιδα χορηγούνται αντιβιοτικά για 3-7 μέρες. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από τη σοβαρότητα της λοίμωξης, τα συνυπάρχοντα προβλήματα του ασθενή και το χορηγούμενο αντιβιοτικό. Τυπικά χορηγούνται τριμεθοπρίμη-σουλφομεθοξαζόλη, νιτροφουραντοΐνη, σιπροφλοξασίνη ή λεβοφλοξασίνη. Τα δύο τελευταία που ανήκουν στην κατηγορία των κινολονών δεν πρέπει να δίνονται σε εγκύους ή σε γυναίκες που θηλάζουν. Οι κινολόνες θα προτιμηθούν σε σχέση με το συνδυασμό τριμεθοπρίμης-σουλφομεθοξαζόλης αν υπάρχει γνωστή αλλεργία στις σουλφοναμίδες, σε γνωστό ανθεκτικό μικρόβιο ή σε κοινότητες όπου παρατηρούνται ανθεκτικά στον παραπάνω συνδυασμό στελέχη μικροβίων. Η νιτροφουραντοΐνη συνήθως δε χορηγείται σε άνδρες γιατί δεν επιτυγχάνει καλές συγκεντρώσεις στον προστάτη που μπορεί και αυτός να έχει προσβληθεί ενώ χορηγείται όπως και οι β-λακτάμες για 7 και όχι για 3 ημέρες.
Τα ενοχλήματα υποχωρούν μια με τρεις ημέρες από την έναρξη της αντιβίωσης. Για την εκρίζωση της λοίμωξης είναι απαραίτητη η ολοκλήρωση της αγωγής και όχι η νωρίτερη διακοπή της. Αν τα συμπτώματα επιμένουν πέρα των τριών ημερών θα πρέπει να ενημερωθεί ο θεράπων ιατρός.

Κανόνες πρόληψης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πίνετε αρκετό νερό, 8-10 ποτήρια την ημέρα, για να ξεπλένεται το ουροποιητικό σύστημα.
  • Να ουρείτε όποτε αισθάνεστε την ανάγκη χωρίς να αναστέλλετε το άδειασμα της κύστης.
  • Να πλένεστε πριν και μετά τη σεξουαλική πράξη.
  • Είναι καλό να χρησιμοποιείται προφυλακτικά μέτρα κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής και να ουρείτε μετά.
  • Χρησιμοποιείτε βαμβακερά και όχι νάιλον εσώρουχα και μη φοράτε στενά παντελόνια.
  • Μη χρησιμοποιείτε αρωματικά σαπούνια και ταλκ στην περιοχή των γεννητικών οργάνων.
  • Οι γυναίκες πρέπει να χρησιμοποιούν προϊόντα υγιεινής που δεν περιέχουν αποσμητικά.
  • Οι γυναίκες πρέπει να καθαρίζονται στην τουαλέτα με φορά από εμπρός προς τα πίσω μετά τις κενώσεις.
  • Να προτιμάτε το ντους από το μπάνιο στη μπανιέρα.
  • Πίνετε χυμό cranberry (βακκινίων), ξινόγαλα ή τρώτε γιαούρτι πρόβειο (με πέτσα) που περιέχει γαλακτοβάκιλλο και προφυλάσσει από τις ουρολοιμώξεις και τις κολπίτιδες (μυκητιάσεις).

Βιβλιογραφία - πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κωστακόπουλος Κ. Ουρολογία, Π.Χ. Πασχαλίδης 2008. Αθήνα, ISBN 978960399702-3
  2. Μελέκος Μ. Σύγχρονη Ουρολογία, Π.Χ. Πασχαλίδης 2006. Αθήνα, ISBN 960399382-4
  3. Καλινδέρης Α. Γενική Ουρολογία, Σιώκης 1999. Θεσσαλονίκη, ISBN 9780007461042
  4. Αρχιμανδρίτης Α. Εσωτερική Παθολογία , Π.Χ. Πασχαλίδης 2010. Αθήνα, ISBN 978960399951-5
  5. Ουρολοίμωξη σε παιδιά. Paidiatros.com
  6. Ουρολοιμώξεις, Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων
  7. Πρόληψη ουρολοιμώξεων, Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων

Χρήσιμοι σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]