Αιματουρία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η παρουσία ερυθρών αιμοσφαιρίων στα ούρα ονομάζεται αιματουρία. Δεν αποτελεί ασθένεια αλλά σύμπτωμα επικείμενης νόσου. Όταν τα ερυθρά αιμοσφαίρια είναι σε μεγάλη ποσότητα ώστε το χρώμα των ούρων να είναι ερυθρό, η αιματουρία ονομάζεται μακροσκοπική ή εμφανής. Αντίθετα όταν η ποσότητα των ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι μικρή, τα ούρα διατηρούν το κίτρινο χρώμα τους και η αιματουρία καλείται μικροσκοπική ή αφανής. Φυσιολογικά 1.000.000 ερυθρά αιμοσφαίρια αποβάλλονται ημερησίως με τα ούρα αριθμός που αντιστοιχεί σε 1 με 3 ερυθρά αιμοσφαίρια κατά οπτικό πεδίο (κ.ο.π.) σε συνολική μεγέθυνση 400Χ ιζήματος φυγοκεντρημένων ούρων. Η παρουσία στο αίμα πάνω από 3 ερυθρά αιμοσφαίρια κ.ο.π. συνίσταται διάγνωση μικροσκοπικής αιματουρίας. Ο ιατρός θα πρέπει να διακρίνει την αιματουρία από την ουρηθροραγία από την οποία εξέρχεται αίμα από την ουρήθρα την αιμοσφαιρινουρία, την αλκαπτονουρία, τις πορφυρινουρίες και τον ίκτερο.

Εάν η αιματουρία είναι μεγάλη μπορεί να προκαλέσει αιμοπήγματα αφού το αίμα δεν προλαβαίνει να αραιωθεί με τα ούρα. Το χρώμα, η ύπαρξη πόνου ή όχι βοηθά στην διάγνωση της προέλευσης της αιματουρίας και της νόσου. Σε μεγάλες αιματουρίες μπορεί να προκληθεί απόφραξη από τα αιμοπήγματα νεοπλασμάτων του ουροποιητικού συστήματος.

Ερυθρά αιμοσφαίρια στα ούρα

Π.χ.:

  • Καρκίνωμα νεφρικού παρεγχύματος.
  • Αιμαγγειώματα νεφρού.
  • Θηλώματα ή καρκινώματα της νεφρικής πυέλου και της κύστης.
  • Σε κακώσεις νεφρού (μετά από κάποιο ατύχημα, μετά από εγχειρήσεις) που επικοινωνούν με την αποχετευτική μοίρα.
  • Και σε πιο σπάνιες παθήσεις όπως σε πολυκυστικούς νεφρούς και την νόσο του Bourneville.

Συνηθισμένα αίτια αιματουρίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Oι όγκοι του ουροποιητικού.
  • Η ουρολιθίαση.
Τα ερυθρά αιμοσφαίρια στο ίζημα των ούρων

Διάκριση μορφών αιματουρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μικροσκοπική – μακροσκοπική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν η παρουσία του αίματος είναι εμφανής οι ασθενείς τρομοκρατούνται θεωρώντας ότι έχουν χάσει μεγάλες ποσότητες αίματος. Αυτό πολλές φορές δεν ισχύει καθώς αρκούν 2-3 σταγόνες αίματος να βάψουν μια λεκάνη με νερό. Η διάκριση μικροσκοπικής-μακροσκοπικής αιματουρίας γίνεται με την χρήση ταινιών ούρων(urine sticks) ή με μικροσκόπηση.

Πρωτοπαθής – δευτεροπαθής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρωτοπαθής αιματουρία σε πολλές περιπτώσεις προκαλεί πόνο π.χ. σε λιθιάσεις του νεφρού, της ουρήθρας ή της ουροδόχου κύστης. Αντίθετα η δευτεροπαθής πολλές φορές είναι ανώδυνη π.χ. νεόπλασμα.

Αρχική – τελική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν τα ούρα περιέχουν ερυθροκύτταρα στην αρχή (δηλαδή αν είναι εξαρχής αιματηρά) τότε η αιματουρία χαρακτηρίζεται ως αρχική. Αντίθετα αν περιέχουν στο τέλος τελική και ολική αν είναι καθόλη τη διάρκεια αιματηρά. Αν η αιματουρία είναι αρχική προέρχεται από την ουρήθρα αν είναι τελική από την κύστη και αν είναι ολική από τα νεφρά. Για την διάκριση αρχικής και τελικής αιματουρίας ο ασθενής συλλέγει τρία διαδοχικά δείγματα ούρων σε τρία διαφορετικά ουροδοχεία τα οποία και αριθμεί.

Σπειραματική – μη σπειραματική αιματουρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σπειραματική αιματουρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σπειραματική αιματουρία προέρχεται από τα αγγειώδη σπειράματα των νεφρών.
Τα σημαντικότερα αίτια είναι:

  • Ανοσολογικά: όπως ζαχαρώδης διαβήτης και υπέρταση.
  • Ιδιοπαθή: IgA νεφροπάθεια, εστιακή – τμηματική σπειραματοσκλήρυνση.
  • Δευτεροπαθή: συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, αιμολυτικό – ουραιμικό σύνδρομο.
  • Οικογενή: νόσος της λεπτής μεμβράνης, σύνδρομο Alport.

Τα σπειραματικά ερυθροκύτταρα συνήθως είναι πολύ μικρότερα από τα μη σπειραματικά και παρατηρείται σε αυτά μεγάλη ποικιλία δύσμορφων ερυθρών αιμοσφαιρίων και ακανθοκυττάρων (G1 κύτταρα). Τα ακανθοκύτταρα απαντούν σε μεγάλο ποσοστό στις σπειραματονεφρίτιδες. Πρόκειται για κύτταρα με δακτυλιοειδή μορφή με κυστικές προεκβολές που απαντώνται αποκλειστικά στην σπειραματική αιματουρία. Τα ακανθοκύτταρα διατηρούν σταθερή την μορφολογία τους ανεξάρτητα από τις μεταβολές τις ωσμωτικότητας, του pH, και τις συγκεντρώσεις των πρωτεϊνών στο αίμα. Aκανθοκύτταρα σε ποσοστό άνω 5 % αναφέρονται ως πλέον ασφαλής διαγνωστικός δείκτης σπειραματικής αιματουρίας. Επιπλέον τα δύσμορφα ερυθρά σε ποσοστό άνω του 50% (δακτυλιοειδή και στοχοκύτταρα) σε συνδυασμό με τα ακανθοκύτταρα αποτελούν επίσης δείκτη σπειραματικής αιματουρίας.

Η τελική διάκριση σπειραματικής – μη σπειραματικής αιματουρίας απαιτεί ανοσολογικό έλεγχο αλλά και νεφρική βιοψία. Η σπειραματική αιματουρία αφορά πρωτίστως τους νεφρολόγους σε αντίθεση με τη μη σπειραματική αιματουρία που αφορά πρωτίστως τους ουρολόγους.

Η μη σπειραματική αιματουρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μη σπειραματική αιματουρία αφορά την αιμορραγία σε κατώτερα τμήματα του ουροποιητικού συστήματος. Τα ερυθροκύτταρα έχουν φυσιολογικό σχήμα και μέγεθος με φυσιολογική ποσότητα αιμοσφαιρίνης. Παρόλα αυτά σε υπερωσμωτικό περιβάλλον απαντώνται και δύσμορφα ερυθρά.

Η διάκριση σπειραματικής και μη σπειραματικής αιματουρίας μπορεί να γίνει με κυτταρομετρία ροής αλλά η μέθοδος αναφοράς είναι η μικροσκόπηση αντίθετης φάσης.

Αίτια της μη σπειραματικής αιματουρίας

1. Λοιμώξεις του ουροποιητικού.

1.1. Ουρολοίμωξη – κυστίτιδα.

1.2. Πυελονεφρίτιδα.

1.3. Προστατίτιδα.

1.4. Ουρηθρίτιδα.

1.5. Φυματίωση.

2. Ανωμαλίες των νεφρικών σωληναρίων.

3. Απόφραξη των ουροφόρων οδών.

4. Κληρονομικές νόσοι των ουροφόρων σωληναρίων.

4.1. Δρεπανοκυτταρική αναιμία.

4.2. Πολυκυστική νόσος των νεφρών.

4.3. Νεφρός με σπογγώδη μυελό.

Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στην εκτίμηση της μακροσκοπικής αιματουρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η διάκριση της αιματουρίας από παθήσεις όπως η αιμοσφαιρινουρία, ίκτερος πορφυρινουρίες, αλκαπτονουρία κ.α.
  • Η λήψη σκευασμάτων από τον ασθενή όπως φάρμακα (αντιφυματικά, καθαρτικά, φάρμακα καρδιοαγγειακών παθήσεων), αλλά και μερικών βιταμινών.
  • Η λήψη ορισμένων τροφών την προηγούμενη ημέρα (παντζάρια) ή γλυκών που καταναλώνουν κυρίως τα παιδιά και περιέχουν την χρωστική ροδαμίνη Β.

Μέθοδοι ανίχνευσης αιματουρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επισκόπηση των ούρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη μακροσκοπική αιματουρία τα ούρα έχουν κόκκινο ή ροζ ή καφέ βαθύ χρώμα.

Μέτρηση αιμοσφαιρίνης ούρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μπορεί να γίνει με δύο μεθόδους. Με την μέθοδο της υπεροξειδάσης στην ταινία των ούρων και με την μέθοδο της πυραμιδόνης.

Μικροσκόπηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίζημα φυγοκεντρημένων ούρων τοποθετούνται σε αντικειμενοφόρο πλάκα και μικροσκοπούνται σε μικροσκόπιο αντίθετης φάσης.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αναστασοπούλος Π, Οικονόμου Μ, Ρίζος Μ. Στοιχεία νοσολογίας – πρόληψη. Εκδόσεις ΟΕΔΒ 2004.
  2. Κακλαμάνη Ν, Καμμά Α. Η Ανατομική του Ανθρώπου. Εκδόσεις Μ-EDITION 1998
  3. Τσουφάκης Γ, Τζανέτου Κ. Διερεύνηση της αιματουρίας. Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής 2000; 17(3):237-255.
  4. Harrison. Εσωτερική Παθολογία. Εκδόσεις Γ. Παρισιάνος 1998.
  5. Αβραμίδης Η. Μεθοδολογία Ιατρικών Δοκιμασιών – Οδηγός κλινικοεργαστηριακών εξετάσεων και αξιολόγηση αποτελεσμάτων, Εκδόσεις Zymel 1998.
  6. Βάρσου-Παπαδημητρίου Λ. Η Γενική Εξέταση Ούρων. 11ο Εκπαιδευτικό Σεμινάριο 2005 της ΕΕΚΧ-ΚΒ.
  7. Μπουγάτσος Γ. Αξιολόγηση Εργαστηριακών Εξετάσεων της Λειτουργίας του Νεφρού. 11ο Εκπαιδευτικό Σεμινάριο 2005 της ΕΕΚΧ-ΚΒ.
  8. Tanagho E, J. McAninch J, Smith’s General Urology, Mc Graw Hill 2000.
  9. Καρκαλούσος Π. Τεχνικές Μικροσκόπησης Ούρων. Έκδοση ΤΕΙ Αθηνών 2006.
  10. Καρκαλούσος Π. H χημεία των ταχυδιαγνωστικών ταινιών ούρων. Έκδοση ΤΕΙ Αθηνών 2008.
  11. Δημόπουλος Κ. Λοιμώξεις Ουροποιητικού. Ciprofloxacin Bayer 1995.