Μαύροι Πίνακες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Κρόνος καταβροχθίζει τον γιο του
Francisco de Goya, Saturno devorando a su hijo (1819-1823).jpg
Φρανθίσκο Γκόγια, 1819-1823
Ελαιογραφία σε τοίχο,
(μεταφέρθηκε σε καμβά)
146× 83 cm
Μουσείο ντελ Πράδο, Μαδρίτη

Οι Μαύροι Πίνακες (Ισπανικά: Pinturas negras) είναι μία σειρά δεκατεσσάρων έργων του Φρανθίσκο Γκόγια τα οποία ζωγράφισε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, κατά τη χρονική περίοδο (1819-1823). Απεικονίζουν έντονα, στοιχειωμένα θέματα, τα οποία αντανακλούν το φόβο της παράνοιας και την οπτική γωνία της ανθρωπότητας που είχε ο καλλιτέχνης. Το 1819, σε ηλικία 72 χρόνων, ο Γκόγια μετακόμισε σε ένα σπίτι έξω από τη Μαδρίτη που ονομαζόταν "Η έπαυλη του Κουφού" (Ισπανικά: Quinta del Sodro). Παρά το γεγονός ότι το σπίτι είχε πάρει την ονομασία του από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη ο οποίος ήταν κουφός, ο Γκόγια ήταν επίσης σχεδόν πλήρως κουφός εξαιτίας μίας ασθένειας από την οποία είχε προσβληθεί όταν ήταν 46 χρονών.

Μετά τους Ναπολεόντιους Πολέμους και την εμφύλια διαμάχη στην Ισπανία, ο καλλιτέχνης ανέπτυξε μια αίσθηση πικρίας για τους ανθρώπους. Ο Γκόγια είχε βιώσει τον πανικό, τον τρόμο, και την υστερία σε προσωπικό επίπεδο. Είχε επιβιώσει από δύο παραλίγο θανάσιμες ασθένειες, και έγινε ιδιαίτερα αγχώδης και ανήσυχος για το ενδεχόμενο υποτροπίασης. Ο συνδυασμός αυτών των γεγονότων θεωρείται πως ώθησε τον Γκόγια να δημιουργήσει αυτά τα 14 έργα, κοινώς γνωστά ως Μαύροι Πίνακες.

Χρησιμοποιώντας λάδι και ζωγραφίζοντας απευθείας πάνω στους τοίχους της τραπεζαρίας και του σαλονιού του, ο Γκόγια δημιούργησε έργα με σκοτεινά θέματα. Αυτές οι ζωγραφιές έγιναν άνευ παραγγελίας και επρόκειτο να παραμείνουν μέσα στο σπίτι του καθώς πιθανότατα ο Γκόγια δεν είχε πρόθεση να τις εκθέσει δημοσίως: "...αυτοί οι πίνακες ήταν πιο προσωπικοί από κάθε άλλο πίνακα που έχει δημιουργηθεί ποτέ στην ιστορία της Δυτικής Τέχνης."[1] Ο Γκόγια είτε δεν έδωσε τίτλους σε αυτά τα έργα είτε τους έδωσε ονόματα τα οποία δεν αποκάλυψε ποτέ σε κανέναν. Οι τίτλοι έχουν δοθεί κυρίως από ιστορικούς της τέχνης.[2]

Τα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι θέσεις των Μαύρων Πινάκων στην «Έπαυλη του Κουφού» (La Quinta del Sordo).
Quinta del Sordo, c. 1900

Ίσως ο πιο γνωστός από τους Μαύρους Πίνακες είναι ο πίνακας Ο Κρόνος καταβροχθίζει τον γιο του. Ο πίνακας απεικονίζει το Ρωμαϊκό θεό Σατούρνους (Αντίστοιχος του αρχαιοελληνικού Κρόνου) να τρώει ένα από τα παιδιά του. Φοβούμενος μία προφητεία σύμφωνα με την οποία, ένα από τα παιδιά του θα τον ανέτρεπε παίρνοντας την εξουσία, έτρωγε τα παιδιά του αμέσως μετά τη γέννησή τους. Ο Γκόγια απεικονίζει αυτή την κανιβαλιστική πράξη με πρωτόγνωρη αγριότητα. Το φόντο είναι μαύρο, ενώ τα πόδια και το κεφάλι του Κρόνου ξεπροβάλλουν από το σκοτάδι. Τα μάτια του Κρόνου είναι διογκωμένα και λευκά παραπέμποντας σε μια κατάσταση τρέλας. Τα χέρια του βυθίζονται στην πλάτη του παιδιού, του οποίου το κεφάλι και το δεξί χέρι έχουν ήδη φαγωθεί. Ο Κρόνος είναι έτοιμος να δαγκώσει ακόμη μια φορά το αριστερό χέρι. Τα μοναδικό έγχρωμο τμήμα της εικόνας εκτός από τη σάρκα, είναι η ματωμένη περιοχή στο πάνω μέρος του μισοφαγωμένου, ακίνητου σώματος, που είναι χρωματισμένο με νεκρικό λευκό.

Άλλος ένας πίνακας αυτής της σειράς έργων του Γκόγια είναι γνωστός ως Το Σάββατο των μαγισσών ή ο Μέγας Τραγόμορφος (El aquelarre). Απειλητικό και υποβλητικό, αυτό το έργο σε γήινους τόνους απεικονίζει την αρχαία παράδοση σύμφωνα με την οποία το Σάββατο ήταν ημέρα συνάντησης όλων των μαγισσών, παρουσία του διαβόλου, που έπαιρνε μορφή τράγου. Ο τράγος απεικονίζεται μαύρος και εμφανίζεται σαν μια μορφή που βρίσκεται μπροστά στο πλήθος μαγισσών και μάγων. Έχουν σκοτεινά μάτια στις βαθιές κοιλότητες του προσώπου τους. Έχουν τρομακτικά χαρακτηριστικά και απεικονίζονται συσπειρωμένοι ενώ υποκλίνονται μπροστά στο διάβολο. Μόνο ένα κορίτσι φαίνεται να μην επηρεάζεται από το πλήθος. Είναι καθισμένη σε μια καρέκλα, στη δεξιά άκρη της εικόνας, και είναι ντυμένη στα μαύρα. Αν και δε φαίνεται να συμμετέχει στην τελετή, δείχνει να απορροφάται βλέποντας τη σχέση του πλήθους με το διάβολο.

Η περιορισμένη ποικιλία χρωμάτων στους δύο προηγούμενους πίνακες δεν αποτελεί χαρακτηριστικό όλων των έργων της σειράς. Η Μάχη με ρόπαλα δείχνει τη δραματική χρήση των διαφόρων σκιών του μπλε και του κόκκινου που κάνει ο Γκόγια καθώς δύο άντρες χτυπάν ο ένας τον άλλον. Αν και στο αυθεντικό έργο η μάχη γινόταν σε χωράφι, η ζωγραφιά υπέστη σοβαρή φθορά κατά τη μεταφορά, και η εκδοχή που βρίσκεται στο Μουσείο ντελ Πράδο είναι η εικόνα που επικάλυψε το αρχικό έργο. Σ' αυτό τον πίνακα έχει τονιστεί η αγριότητα των μαχόμενων, που είναι αδύνατο να αποφύγουν ο ένας τα χτυπήματα του άλλου καθώς τα πόδια τους είναι βυθισμένα στη λάσπη. Θεωρείται ότι προμηνύει τη μάχη ανάμεσα στις δύο Ισπανίες, που θα χαρακτήριζε τις επόμενες δεκαετίες.

Στον πίνακα Φανταστικό Όραμα ο Γκόγια έχει χρησιμοποιήσει επίσης φωτεινό κόκκινο στο ρούχο μιας από τις δύο μορφές που αιωρούνται πάνω από μια ομάδα ιππέων, καθώς επίσης και στο φτερό ενός οπλισμένου άντρα που στοχεύει αυτές τις φιγούρες.

Το 1823 , η απολυταρχική μοναρχία εγκαθιδρύθηκε ξανά στην Ισπανία με τον Φερδινάνδο τον 7ο, και ο Γκόγια αναγκάστηκε να ζήσει κρυμμένος για κάποια περίοδο. Ένα χρόνο αργότερα, πήγε στη Γαλλία και εγκαταστάθηκε στη Μπορντό, όπου και έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Οι Μαύροι Πίνακες μεταφέρθηκαν σε καμβά το 1874 υπό την επίβλεψη του Salvador Martínez Cubells, διευθυντή του Μουσείο ντελ Πράδο. Ο ιδιοκτήτης τους, ο Βαρώνος Emile d'Erlanger, δώρισε του πίνακες στο Ισπανικό κράτος το 1881, και από τότε εκτίθενται στο Μουσείο ντελ Πράδο.[3]

Αμφισβήτηση της γνησιότητας των έργων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ είναι ευρέως αποδεκτό πως οι Μαύροι Πίνακες είναι έργα του Γκόγια, ο καθηγητής τέχνης Juan José Junquera έχει αμφισβητήσει την αυθεντικότητά τους. Μετά την ολοκλήρωση μιας μελέτης που πραγματοποίησε πάνω στους Μαύρους Πίνακες προκειμένου μα γράψει το ομώνυμο βιβλίο του, κατέληξε πως: Αυτοί οι πίνακες δεν είναι αυθεντικοί. Ένα από τα κύρια επιχειρήματα του είναι πως η Έπαυλη του Κουφού είχε μόνο έναν όροφο καθ' όλη τη χρονική περίοδο που έζησε ο Γκόγια στο σπίτι. Σύμφωνα με τον καθηγητή, το συμβόλαιο αγοράς της έπαυλης από τον Γκόγια, η πράξη της μεταφοράς στο μοναδικό εγγονό του, τον Μαριάνο, και μια καταγραφή της περιουσίας που έγινε όταν παντρεύτηκε ο Μαριάνο το 1830, περιγράφουν ένα σπίτι με μόνον έναν όροφο. Ο δεύτερος όροφος προστέθηκε μετά το θάνατο του Γκόγια και καθώς οι Μαύροι Πίνακες βρέθηκαν και στους δύο ορόφους του κτιρίου: Αν ο πάνω όροφος δεν υπήρχε την εποχή του Γκόγια, τότε φυσικά δεν είναι έργα του Γκόγια. Ο Janquera επίσης υποστηρίζει πως δεν υπάρχει καμία αναφορά στους Μαύρους Πίνακες από σύγχρονους του Γκόγια. Σύμφωνα με τον καθηγητή οι πίνακες πιθανόν να είναι έργα του γιου του Γκόγια, Javier, που είχε πλήρη πρόσβαση στην έπαυλη και γνώριζε το έργο και την τεχνική του μεγάλου ζωγράφου. Παρουσιάστηκαν ως πίνακες του Γκόγια από τον γιο του Javier, Mariano, ο οποίος περιγράφεται ως διεφθαρμένος ή ίσως ο ίδιος ο Javier να χρησιμοποίησε τους πίνακες (ακόμα και αν δεν τους ζωγράφισε ο ίδιος) για να πετύχει μια καλύτερη τιμή για το σπίτι. Η Manuela Mena, η υπεύθυνη του Μουσείο Ντελ Πράδο για τους πίνακες του 18ου αιώνα, αναφερόμενη σε αυτό το θέμα, σχολίασε: Δεν μπορούμε να στείλουμε το Σκύλο στο υπόγειο του μουσείου επειδή βρισκόταν στον προφανώς ανύπαρκτο δεύτερο όροφο της Έπαυλης.''[4]

Οι Μαύροι Πίνακες (1819-1823)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Licht, 159
  2. Licht, 168
  3. Museo Nacional del Prado: Enciclopedia On-Line (Spanish language), fetched 9 May 2009.
  4. [1] New York Times, The Secret of the Black Paintings, 27/7/2003

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Wilson-Bareau, Juliet. Goya's Prints, The Tomás Harris Collection in the British Museum. London: British Museum Publications, 1981. ISBN 0-7141-0789-1
  • Ciofalo, John J. "Blackened Myths, Mirrors, and Memories". In: The Self-Portraits of Francisco Goya. Cambridge University Press, 2001.
  • Connell, Evan S. Francisco Goya: A Life. New York: Counterpoint, 2004. ISBN 1-58243-307-0
  • Cottom, Daniel. "Unhuman culture". University of Pennsylvania, 2006. ISBN 0-8122-3956-3
  • Hughes, Robert. Goya. New York: Alfred A. Knopf, 2004. ISBN 0-394-58028-1
  • Licht, Fred. Goya: The Origins of the Modern temper in Art. Universe Books, 1979. ISBN 0-87663-294-0
  • Stoichita, Victor & Coderch, Anna Maria. Goya: the Last Carnival. London: Reakton books, 1999. ISBN 1-86189-045-1
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Black Paintings της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).