Προσκύνημα στο Σαν Ισίδρο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Προσκύνημα στο Σαν Ισίδρο
La romería de San Isidro.jpg
Φρανθίσκο Γκόγια, 1819-1823
Ελαιογραφία σε τοίχο,
(μεταφέρθηκε σε καμβά)
140× 438 cm
Μουσείο ντελ Πράδο, Μαδρίτη
Φωτογραφία που λήφθηκε από τον J. Laurent το 1874 μέσα στην Έπαυλη του Κουφού.

Προσκύνημα στο Σαν Ισίδρο (Ισπανικά: La romería de San Isidro) είναι το όνομα με το οποίο είναι γνωστός ένας πίνακας του Ισπανού καλλιτέχνη Φρανθίσκο Γκόγια, που βρίσκεται στο Μουσείο ντελ Πράδο, στη Μαδρίτη. Το Προσκύνημα στο Σαν Ισίδρο είναι ένας από τους Μαύρους Πίνακες που ο Γκόγια ζωγράφισε απευθείας πάνω στους τοίχους του σπιτιού του, τη χρονική περίοδο μεταξύ 1819 και 1823. Οι πίνακες δεν προορίζονταν για δημόσια προβολή (μεταφέρθηκαν από το σπίτι 50 χρόνια μετά την αποχώρηση του Γκόγια), συνεπώς πιθανότατα δεν τους έδωσε ονόματα. Πιθανώς βρισκόταν σε έναν από τους τοίχους του πρώτου ορόφου της έπαυλης, απέναντι από το Σάββατο των μαγισσών.[1]

Το έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λιβάδι του Αγίου Ισιδώρου, Φρανθίσκο Γκόγια, 1788, 44×94 cm, λάδι σε μουσαμά, Μουσείο ντελ Πράδο, Μαδρίτη

Ο Γκόγια είχε ασχοληθεί ξανά με το θέμα του πίνακα όταν, το 1788, ζωγράφισε τον πίνακα Το λιβάδι του Αγίου Ισιδώρου όπου απεικονίζεται το πανηγύρι του Αγίου Ισιδώρου σε μια περιοχή που τη χώριζε από τη Μαδρίτη ο ποταμός Μανθανάρες. Ο καλλιτέχνης είχε αποδώσει το πανηγύρι ως χαρούμενη λαϊκή σύναξη και γιορτή. Εδώ, σε προχωρημένη πια ηλικία, το προσκύνημα στον ίδιο περίπου ιερό τόπο παίρνει τη μορφή ζοφερού εφιάλτη. Το ηλιόλουστο απόγευμα στο ίδιο περίπου τοπίο έχει μετατραπεί εδώ σε σκοτεινή νύχτα, κατά τη διάρκεια της οποίας η απόκοσμη πομπή των προσκυνητών βαδίζει προς το ομώνυμο μοναστήρι. Η ένταση και ο τρόμος κυριαρχούν στα πρόσωπα των πιστών, από τους οποίους ορισμένοι μοιάζουν να τραγουδούν ή να ψέλνουν. Χαρακτηριστική σε αυτόν τον πίνακα όπως και σε άλλους από τους Μαύρους Πίνακες, είναι η απεικόνιση του στόματος και των ματιών. Όπως στην κοινωνική συμπεριφορά έτσι και στην τέχνη των παλαιότερων εποχών το ανοιχτό στόμα ήταν ένα είδος ταμπού και όλοι οι ζωγράφοι απέφευγαν επιμελώς παρόμοιες συσπάσεις και εκφράσεις του προσώπου. Άλλωστε, ως όργανο το στόμα θυμίζει κάποιες από τις πιο πρωτογενείς και λιγότερο πνευματικές λειτουργίες του ανθρώπου, όπως είναι το φαγητό και η πέψη, και αυτός ήταν ένας ακόμη λόγος να αποφεύγεται κάθε έμφαση στην απεικόνισή του (σε αντιδιαστολή με τα μάτια που θεωρούνταν "καθρεφτης της ψυχής"). Εκτός από την επιθυμία του να αποδώσει το ανθρώπινο πρόσωπο όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικά, ο λόγος που ο Γκόγια επέμενε στα ανοιχτά στόματα ήταν ότι ήθελε έτσι - σε συνδυασμό με τα ορθάνοιχτα ή/και γουρλωμένα μάτια που μαρτυρούν δέος και έκπληξη - να επισημάνει ότι τα συγκεκριμένα άτομα άτομα βρίσκονται σε κατάσταση έντασης ή πανικού, κυριολεκτικά εκτός εαυτού.[2]

Ο Γκόγια ζωγράφισε το Προσκύνημα στο Σαν Ισίδρο πάνω σε ένα τοπίο που είχε φιλοτεχνήσει νωρίτερα, με μικρές φιγούρες διαφόρων μεγεθών οι οποίες ήταν υπερυψωμένες. Σύμφωνα με τον Glendenning, στο βάθος διακρίνονται το Βασιλικό Παλάτι και ο θόλος της Βασιλικής του Σαν Φρανσίσκο ελ Γκράντε.[3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Fernández, G. "Goya: The Black Paintings". theartwolf.com, August 2006. Retrieved 4 April, 2010.
  2. Γκόγια (Rose-Marie & Rainer Hagen), σ.14, 76,78
  3. The Black Paintings of Goya, Juan Jose Juanquera, σ. 60, Scala, 2006