Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
O Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος, πορτραίτο ανώνυμου ζωγράφου, Μουσείο Καρναβαλέ, Παρίσι

Ο Μαξιμιλιανός Φραγκίσκος Μαρία Ισίδωρος Ροβεσπιέρος (Maximilien François Marie Isidore de Robespierre) (1758 - 1794) ήταν Γάλλος πολιτικός, δεσπόζουσα μορφή της Γαλλικής Επανάστασης του 1789.

Γεννήθηκε στην πόλη Αρράς στις 6 Μαΐου 1758 και καρατομήθηκε στο Παρίσι στις 28 Ιουλίου 1794. Έζησε πολύ δύσκολα και φτωχικά παιδικά χρόνια, κατόρθωσε όμως να σπουδάσει Νομικά στο Παρίσι και επανερχόμενος στη γενέτειρά του άσκησε τη δικηγορία επιδιδόμενος συγχρόνως στη ποίηση, στη φιλολογία και στη μουσική τέχνη, εκλεγόμενος μέλος της Ακαδημίας του Αρράς.

Το 1789 εξελέγη αντιπρόσωπος στη Συνέλευση των Τάξεων στην οποία δεν έτυχε αρχικώς καμίας διάκρισης και ιδιαίτερης προσοχής. Ο Μιραμπώ μόνο, ο οποίος παρακολουθούσε τις σχολαστικές αγορεύσεις του Ροβεσπιέρου είπε ότι: "αυτός ο νέος θα πάει μπροστά γιατί πιστεύει σε όσα λέει". Τότε ο Ροβεσπιέρος ήταν ακόμη μετριοπαθής και υπέρ της βασιλείας, είχε δε προτείνει και την κατάργηση της θανατικής ποινής.

Μετά την άλωση της Βαστίλης, ετέθη επικεφαλής το 1790 των Ιακωβίνων. Όταν οι Ορεινοί (οι Ιακωβίνοι δηλαδή, από τη θέση που καταλάμβαναν στα ορεινά έδρανα της Συνέλευσης ονομάστηκαν Ορεινοί) κατέλαβαν την εξουσία το 1793, ο Ροβεσπιέρος έγινε ουσιαστικός αρχηγός της Γαλλίας. Ετέθη επικεφαλής της Κομμούνας και στη Συμβατική Συνέλευση εισήλθε ως αντιπρόσωπος του λαού του Παρισιού. Ψήφισε το θάνατο του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ και υπέρ της κατάργησης της Βασιλείας.

Για να στερεώσει την εξουσία του απέκρουσε τις κατηγορίες των Γιρονδίνων ότι επεδίωκε την επιβολή δικτατορίας. Εισερχόμενος δε στην Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας και διευθύνοντας πλέον τους τομείς της Δημόσιας Aσφάλειας και της Δικαιοσύνης, προχώρησε σε προγραφές εναντίον των Γιρονδίνων, για τους οποίους πέτυχε να τεθούν εκτός νόμου, στην εξόντωση των αρχηγών τους, αλλά και τη φυσική εξόντωση πολλών συντρόφων του, όπως του Δαντών, τον οποίο μισούσε θεωρώντας τον βαθύτατα διεφθαρμένο, στέλνοντάς τους στη λαιμητόμο, κάτι που έκανε στη συνέχεια και με τους Εμπερτιστές.

Στην περίοδο της κυριαρχίας του Ροβεσπιέρου επικρατούσε απόλυτη Τρομοκρατία, στηριζόμενη στα Επαναστατικά Δικαστήρια και στην περίφημη Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας. Παρότι, λόγω της προσωπικής του εντιμότητας, του ανεπίληπτου ιδιωτικού του βίου και του αδέκαστου χαρακτήρα του, είχε επονομασθεί από τους ομοϊδεάτες του "αδιάφθορος", δε δίστασε για την εδραίωση του καθεστώτος του, να στέλνει καθημερινά διά του Επαναστατικού Δικαστηρίου στη λαιμητόμο κατά δεκάδες και εκατοντάδες Γάλλους πολίτες αντιφρονούντες, βασιλόφρονες, μετριοπαθείς, αναρχικούς, κλέφτες, ύποπτους, άνδρες, γυναίκες, ακόμη και παιδιά καταδικασθέντες με συνοπτικές διαδικασίες.

Παραλλήλως, προσπάθησε να επαναφέρει ως συστατικό στοιχείο του κράτους, το πρότυπο των αρχαίων ελληνικών πόλεων (πολιτειών), με ιθύνουσα αρχή την ενότητα και την αρετή, προχωρώντας για το σκοπό αυτό σε αλλαγές στο ημερολόγιο και στη θρησκεία, καθιερώνοντας τη λατρεία του Υπέρτατου Όντος ως θεότητα του Ορθού Λόγου, λατρεία της οποίας ανακηρύχθηκε Μέγας Ποντίφικας σε μεγαλοπρεπή τελετή (16 Νοεμβρίου 1793).

Η Τρομοκρατία, όπως αποκλήθηκε η θηριώδης αυτή περίοδος τριών μηνών, τελείωσε με το πραξικόπημα της 9ης Θερμιδόρ (27 Ιουλίου 1794) το οποίο έγινε από τους ίδιους τους συντρόφους του, όταν συνασπισθέντες οι εχθροί τους στη Συνέλευση εισήγαγαν ψήφισμα να κηρυχθεί αυτός και οι φίλοι του εκτός νόμου.

Και ενώ σκόπευαν να τον συλλάβουν και μεταφέρουν από την Εθνοσυνέλευση στις φυλακές του κάστρου του Λουξεμβούργου, οπαδοί του τον φυγάδευσαν και ο Ροβεσπιέρος έσπευσε ως θριαμβευτής στο Δημαρχείο του Παρισιού προσπαθώντας να εξεγείρει τον λαό σε στάση. Τον πρόλαβαν όμως οι εχθροί του και τον πολιόρκησαν. Τραυματισμένος ο Ροβεσπιέρος προσπάθησε ν' αυτοκτονήσει. Συνελήφθη όμως μαζί με τον αδελφό του Αυγουστίνο, τον Σαιν Ζυστ, τον Κουτόν και άλλους οπαδούς του. Την επόμενη ημέρα (28 Ιουλίου), ο Ροβεσπιέρος οδηγήθηκε στη λαιμητόμο χωρίς δίκη.

Μαζί του εκτελέστηκαν οι στενοί του συνεργάτες, Σαιν Ζυστ και Κουτόν, αλλά και ο αδερφός του, Αυγουστίνος, υπό τα χειροκροτήματα του λαού του Παρισιού του οποίου μόλις λίγο καιρό πριν υπήρξε είδωλο. Την εκτέλεση του Ροβεσπιέρου ακολούθησαν εκτελέσεις 120 περίπου Ιακωβίνων και η διάλυση της λέσχης τους το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μαξιμιλιανός είχε ιρλανδική καταγωγή (κάποιον μακρινό πρόγονο) και γεννήθηκε στο Αρράς της επαρχίας Αρτουά της Γαλλίας, στις 6 Μαΐου του 1758.

Δικηγορία στο Παρίσι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βλέποντας ότι ο Μαξιμιλιανός δεν ήθελε να φτιάχνει μπίρες, ο παππούς του τον βοήθησε να σπουδάσει στο Κολέγιο "Λουί Λε Γκραν", στο Παρίσι. Αυτό έγινε με υποτροφία και αναφέρεται ότι ακόμα και τα υποδήματα που φορούσε ο φτωχός φοιτητής ήταν τρύπια. Στο Ροβεσπιέρο έτυχε να καλωσορίσει το Βασιλιά Λουδοβίκο ΙΣΤ΄, όταν είχε επισκεφθεί το κολέγιο. Έτσι, και μάλιστα υπό δυνατή βροχή, ο νεαρός φοιτητής τού απήγγειλε επαίνους, ενώ αργότερα θα συναντώνταν ξανά υπό άλλες συνθήκες.

Ο Μαξιμιλιανός σπούδασε νομικά και κατάφερε να γίνει δικηγόρος. Στο Παρίσι, μια από τις πρώτες του δικαστικές επιτυχίες ήταν η υπεράσπιση ενός πολίτη στον οποίο είχε κάνει μήνυση ο γείτονάς του καθώς θεωρούσε το αλεξικέραυνο που είχε στη στέγη του σπιτιού του ως διαβολικό κατασκεύασμα. Η εφεύρεση ήταν νέα για την εποχή και ήταν φυσικό να τρόμαζε τους δεισιδαίμονες στη Γαλλία. Ο Ροβεσπιέρος κέρδισε τη δίκη και έγινε πια διάσημος.

Είσοδος στην πολιτική και άνοδος στην εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1789, όταν ακόμα ήταν εναντίον της θανατικής ποινής, ο Ροβεσπιέρος εξελέγη αντιπρόσωπος στη Συνέλευση των Τάξεων. Λίγο μετά ξεσπάει η Γαλλική Επανάσταση. Ο φίλος του Καμίλ Ντεμουλέν, δυναμικός νεαρός φοιτητής (που καρατομήθηκε αργότερα κατ' εντολή του Ροβεσπιέρου) θα ηγηθεί αυτών που θα φωνάξουν πρώτοι "Στη Βαστίλη!" και ο λαός θα καταλάβει το σύμβολο της απολυταρχίας, τις φυλακές της Βαστίλης, στις 14 Ιουλίου 1789.

Τον επόμενο χρόνο (1790) ο Ροβεσπιέρος εξελέγη Πρόεδρος της αριστερής πτέρυγας των Ιακωβίνων. Μετά το 1791, ο "Αδιάφθορος", όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούν, δεν έχει πλέον καμία αμφιβολία για την ενοχή του Βασιλιά. Ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ δικάζεται και ο Ροβεσπιέρος έμελλε να πει για την καταδίκη του: "Ο μεγαλύτερος εγκληματίας του κόσμου δεν πρέπει να δικαστεί, είναι ήδη καταδικασμένος!". Η θανατική καταδίκη του Βασιλιά είναι γεγονός και ο Λουδοβίκος εκτελείται στη γκιλοτίνα στις 21 Ιανουαρίου του 1793. Στις 2 Ιουνίου, με τον Ροβεσπιέρο να ελέγχει και τη Συμβατική Συνέλευση, οι Ιακωβίνοι θέτουν εκτός νόμου τους αντιπάλους τους, Γιρονδίνους, και αναλαμβάνουν πλήρως την εξουσία.

Τρομοκρατία και νέα μέτρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πορτραίτο του Ροβεσπιέρου από τον Λουί Μπουαγί

Ο Ροβεσπιέρος κυβέρνησε για τους επόμενους μήνες σχεδόν δικτατορικά, στηριζόμενος σε νέα όργανα, όπως τα Επαναστατικά Δικαστήρια, τα οποία δίκαζαν και έστελναν στη γκιλοτίνα με συνοπτικές διαδικασίες τους αποκαλούμενους και "εχθρούς του λαού", και την πανίσχυρη Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας. Αποτελούσε την "Τριανδρία" (της οποίας ήταν η ηγετική μορφή) μαζί με τους στενούς συνεργάτες του Σαιν Ζυστ και Κουτόν. Ήδη από το 1791 ήταν πολύ λαοφιλής. Ταυτοχρόνως, προέβη σε σειρά μέτρων για την αναμόρφωση της κοινωνικής και θρησκευτικής πραγματικότητας. Από τα σημαντικότερα μέτρα που έλαβε ήταν:

  • Εκκαθάριση του στρατού από τους παλιούς στρατηγούς. Υπήρχαν πλέον, με την αποχώρηση των παλαιών στρατηγών, στρατηγοί ηλικίας ακόμα και 25 ετών.
  • Αναμόρφωση του ημερολογίου. Διαγράφηκε η Κυριακή και ορίστηκαν νέα ονόματα για τους μήνες. Το έτος 1 της επανάστασης (1793) ορίστηκε ως αρχή του ημερολογίου. Επίσης, κρατικοποιήθηκε η περιουσία των μοναστηριών και μειώθηκαν τα προνόμια του κλήρου.

Κατασκευάστηκαν όπλα από το λιώσιμο των μετάλλων των σημάντρων των εκκλησιών (η Γαλλία ήταν τότε υπό πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση) και καθιερώθηκε η λατρεία του Υπέρτατου Όντος. Ολοκληρώθηκε έτσι τυπικά η αποχριστιανοποίηση του κράτους. Η λατρεία του Υπέρτατου Όντος εγκαθιδρύθηκε από τον Ροβεσπιέρο σε αντιπαράθεση προς τον Καθολικό Χριστιανισμό αφενός και τον αθεϊσμό του Ζακ Ρενέ Εμπέρ (Jacques René Hébert-Εμπερτιστές) αφετέρου.

Εφαρμόστηκε η Τρομοκρατία, με βάση την ιδέα του συνεργάτη του, Ζωρζ Κουτόν. Πρώτα εκτελέστηκαν οι μετριοπαθείς Γιρονδίνοι (Οκτώβριος 1793) και στη συνέχεια άλλοι πολιτικοί, θεωρούμενοι ως ακραίοι, όπως και μεγάλος αριθμός στρατιωτικών και ευγενών. Δεν ξέφυγαν από την εκτέλεση ούτε οι πρώην στενοί του συνεργάτες, Δαντών (Νταντόν) και Ντεμουλέν, επειδή διαφωνούσαν με τα τρομοκρατικά μέτρα, θεωρώντας τον υπερβολικό ιδεαλιστικό φανατισμό του Ροβεσπιέρου εξαιρετικά επικίνδυνο.

  • Με το νόμο της 10ης Ιουνίου του 1794 (22 Πραιριάλ) αφαιρέθηκε από τους κατηγορουμένους το δικαίωμα της υπεράσπισης, προκρίνοντας ως πρόσχημα την κρισιμότητα των στιγμών (εδραίωση της επανάστασης), η οποία εδύνατο να βλαφτεί από χρονοβόρες διαδικασίες (θύμα του οποίου νόμου έπεσε αργότερα και ο ίδιος ο εμπνευστής του). Έτσι, μέσα σε 6 εβδομάδες, πάνω από 1.400 άτομα οδηγήθηκαν στη λαιμητόμο, μόνο στο Παρίσι, ενώ την ίδια ώρα εκτελέσεις γίνονταν σε αρκετές άλλες πόλεις. Ανάμεσα στα θύματα και πολλοί αδίκως καταδικασθέντες, λόγω συνωνυμίας ή λανθασμένων πληροφοριών. Η περίοδος αυτή ονομάστηκε Μεγάλη Τρομοκρατία και στιγμάτισε το κοσμοϊστορικό γεγονός της Γαλλικής Επανάστασης. Μέσα στο χάος που επικρατούσε κανένας δεν ήξερε αν θα ήταν το επόμενο θύμα στη γκιλοτίνα, μέσα σε ένα περιβάλλον άκρατων μηχανορραφιών, συκοφαντιών και πολιτικής ίντριγκας. Ο τρόμος είχε απλωθεί για τα καλά πάνω από τη γαλλική πρωτεύουσα.

Πραξικόπημα 9ης Θερμιδόρ και πτώση του Αδιάφθορου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα νέα μέτρα προκάλεσαν ακόμα μεγαλύτερες αντιδράσεις. Την 9η Θερμιδόρ του έτους 2 της Επανάστασης, δηλαδή στις 27 Ιουλίου 1794, ο Ροβεσπιέρος εμφανίστηκε στη Συμβατική Συνέλευση και ανέφερε ότι είχε στην κατοχή του κατάλογο με εχθρούς του λαού, ανάμεσά τους και μέλη της Συνέλευσης, τους οποίους όμως δεν ανέφερε. Αυτό σήμαινε σύλληψη και εκτέλεσή τους με συνοπτικές διαδικασίες. Φοβούμενοι ότι μπορεί να είναι κι αυτοί στη λίστα, τα περισσότερα μέλη-βουλευτές της Συμβατικής προκάλεσαν πανδαιμόνιο και δεν άφησαν το δικηγόρο από το Αράς να μιλήσει. Ούτε ο φίλος του, Σαιν Ζυστ, εξέχων ρήτορας που παρέσυρε τα πλήθη, μπόρεσε να πει κάτι. Αντιθέτως, ένα μέλος της Εθνοσυνέλευσης τον προκάλεσε να πει τα ονόματα, αναγκάζοντας τον Ροβεσπιέρο να αιφνιδιαστεί και να ψελλίσει διάφορες δικαιολογίες, κατόπιν των οποίων πολλά μέλη απαίτησαν τη σύλληψή του ως εχθρού της ενότητας του λαού. Επρόκειτο για καλά οργανωμένη συνωμοσία, που μέσα σε λίγες στιγμές αποκαθήλωσε τον μόλις πριν λίγο πανίσχυρο τύραννο.

Ο Ροβεσπιέρος και οι φίλοι του, αντιλαμβανόμενοι το δυσμενές για αυτούς κλίμα, θα φύγουν με δυσκολία από το χώρο της Συμβατικής Συνέλευσης και θα πάνε στο δημαρχείο. Δυστυχώς όμως γι' αυτούς, φάνηκαν αδύναμοι την κρίσιμη εκείνη στιγμή καθώς και εξαιρετικά άτυχοι. Αντί να προστρέξει σε στρατιωτικές δυνάμεις που ακόμα ήλεγχε, ο Ροβεσπιέρος κατέφυγε στο δημαρχείο, όπου δεν υπήρχαν στρατιωτικές δυνάμεις. Επίσης, ο αρχηγός του σώματος που έτρεξε προς βοήθειά του ήταν, αν και γενναίος αξιωματικός, μέθυσος και ανεύθυνος, με αποτέλεσμα η βοήθεια να καθυστερήσει την ώρα που οι πιο πολλές μονάδες ήταν πιστές στο Ροβεσπιέρο και μπορούσε ακόμα να ελέγξει τα γεγονότα.

Τελικώς, η χωροφυλακή πραγματοποίησε έφοδο στο Δημαρχείο για να τον συλλάβει, όπου, σύμφωνα με μία εκδοχή, ένας νεαρός χωροφύλακας, ονόματι Μερντά, θα τσακίσει με μια πιστολιά το σαγόνι του Ροβεσπιέρου. Επικρατέστερη όμως είναι η εκδοχή ότι ο Ροβεσπιέρος αυτοτραυματίστηκε. Όπως και να έχει, μόλις τσακίστηκε το πηγούνι του "Αδιάφθορου", ο Σαιν Ζυστ δεν έφερε επιπλέον αντίσταση, ο Κουτόν κύλησε με το αναπηρικό του καροτσάκι να ξεφύγει και κόντεψε να σκοτωθεί γλυστρώντας στις σκάλες, ο Λε Μπα αυτοκτόνησε ενώ ο αδελφός του, Αυγουστίνος Ροβεσπιέρος, τραυματίστηκε προσπαθώντας να διαφύγει από το μπαλκόνι του δημαρχείου πηδώντας από αρκετό ύψος στο πλακόστρωτο (δε σκοτώθηκε, γιατί έπεσε επάνω σε δύο ανθρώπους), την ώρα που ο λαός παρακολουθούσε τα δραματικά τεκταινόμενα παγωμένος.

Πολλοί άνθρωποι, υποστηρικτές του Ροβεσπιέρου, ξεσηκώθηκαν και ζήτησαν την αποφυλάκισή του, ενώ ο ίδιος έμοιαζε πλέον με λαβωμένο αγρίμι, αιφνιδιασμένος καθώς ήταν από την απρόσμενη τροπή των γεγονότων, καταματωμένος, με σκισμένα ρούχα. Τελικώς, φυλακίστηκε στην Κονσιερζερί, δίπλα από το κελί όπου είχε φυλακιστεί παλαιότερα η Μαρία Αντουανέτα. Από εκεί έβγαινε κανείς μόνο για καρατόμηση.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκτέλεση του Ροβεσπιέρου και των συνεργατών του, σε λιθογραφία της εποχής.

Στις 28 Ιουλίου 1794, ημέρα Δευτέρα, ο Ροβεσπιέρος, με τραυματισμένο πιγούνι οδηγήθηκε στη λαιμητόμο, μαζί με 21 ακόμα συνεργάτες του. Η διαδρομή με το κάρο στο οποίο ήταν δεμένος, ήταν εξουθενωτική. Παιδιά έριχναν αίμα βοδιού στο σπίτι όπου έμενε, ένα φτωχικό σπίτι ενός ξυλουργού. Η πλατεία όπου είχε στηθεί η γκιλοτίνα, στο κέντρο του Παρισιού, ήταν ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο.

Πρώτος εκτελέστηκε ο Σαιν Ζυστ, ανεβαίνοντας αγέρωχα και αμίλητος τα σκαλιά. Μόλις ήρθε η σειρά του Μαξιμιλιανού, ο δήμιος θέλησε να κολακεύσει το μαινόμενο πλήθος, ταλαιπωρώντας το μισητό πλέον τύραννο, αφαιρώντας με δύναμη τον επίδεσμο που συγκρατούσε την κάτω σιαγόνα του Ροβεσπιέρου. Τότε ο Μαξιμιλιανός έβγαλε μια κραυγή από τον ανυπόφορο πόνο του διαλυμένου του σαγονιού. Έπειτα, έλαβε χώρα η εκτέλεση. Απόλυτη σιγή απλώθηκε στο συγκεντρωμένο πλήθος. Ο συριγμός της γκιλοτίνας διαπέρασε σαν ψίθυρος το ψυχρό παρισινό δειλινό. Το κεφάλι του Ροβεσπιέρου είχε πέσει και μαζί του ο άνθρωπος που ενσάρκωσε ό,τι πιο ηθικό ανέδειξε η επαναστατημένη Γαλλία, τόσο ηθικό όμως που ο φανατισμός που το περιέβαλε τον οδήγησε σε ακραίες πράξεις. Ο Ροβεσπιέρος απέτυχε να καταλάβει ότι η Γαλλία είχε πια ανάγκη από μια πολιτική συνθέσεων και συμφιλίωσης και όχι κατατμήσεων και αντιθέσεων, έστω κι αν αυτό θα έδινε τη δυνατότητα σε πολλούς διεφθαρμένους να συνεχίσουν τον πολιτικό τους βίο. Απέτυχε να καταλάβει ότι η δημοκρατία, ακόμα κι αν περιελάμβανε έναν αριθμό διεφθαρμένων πολιτικών, ήταν ο ασφαλέστερος δρόμος για την ανόρθωση της πολύπαθης γαλλικής γης.

Κρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ροβεσπιέρος σήμερα θεωρείται αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Άλλοι τον θεώρησαν δικτάτορα και άλλοι καλό, φλογερό και, κυρίως, υποδειγματικά ηθικό επαναστάτη. Διασημότερη είναι η εκδοχή ότι επρόκειτο περί ενός ανθρώπου απαράμιλλης ηθικής (στην παιδική του ηλικία έγινε μάρτυρας ενός καταπληγιασμένου κατάδικου που περνούσε με το κάρο πηγαίνοντας για εκτέλεση, συναντώντας τη ματιά του ανήμπορου αυτού ανθρώπου, ματιά που κατά τον ίδιο δεν ξέχασε ποτέ στη ζωή του) που στην προσπάθειά του να πλάσει έναν ιδανικό κόσμο όπως τον φανταζόταν, αναγκάστηκε να εξολοθρεύσει τους εχθρούς του, τους οποίους θεωρούσε βαθύτατα διεφθαρμένους και λαοπλάνους, αναδεικνύοντας έτσι την αντίφαση μεταξύ του ιδεαλιστικού υπόβαθρου και της πρακτικής εφαρμογής στον αδυσώπητο κόσμο της διαπάλης για την εγκόσμια εξουσία.

Η συζήτηση γύρω από το πρόσωπό του συνεχίζεται μεταξύ των ιστορικών. Ένθερμοι υπερασπιστές του έχουν υπάρξει οι Ernest Hamel, Claude Mazauric, Albert Mathiez και ο Έλληνας συγγραφέας Βλάσης Ρασσιάς[1].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές-Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μάνφρεντ Άλμπερτ, Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος, πρώτη έκδοση Μόσχα, 1969 (εκδόσεις Ράππα)
  • Μάριος Βερέττας, Μαρά - Σεν-Ζιστ - Ροβεσπιέρος, Κείμενα, 1989 Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή
  • Ρασσιάς Βλάσης, Λαιμητόμος Αρετή. Ροβεσπιέρος, Σαιν Ζυστ, Κουτόν, Αθήνα, 2007 (εκδόσεις Ανοιχτή Πόλη) ISBN 978-960-7748-39-5
  • Ντούρσμιντ Έρικ, Το Σφύριγμα της Λεπίδας, εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα, 2010

Ταινίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δαντών (1982), σε σκηνοθεσία Αντρζέι Βάιντα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]