Λουίς δε Καμόες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μνημείο στον ποιητή Λουίς δε Καμόες, Λισσαβόνα.

Ο Λουίς ντε Καμόες ή Καμόενς (Luίs de Camoes ή Camoens, περ. 1524 – 1580) ήταν Πορτογάλος ποιητής, ο οποίος έζησε και έδρασε κατά το 16ο αιώνα. Θεωρείται ο εθνικός ποιητής της Πορτογαλίας και ένας από τους μεγάλους Ευρωπαίους ποιητές της εποχής του.

Ζωή και δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι βιογραφικές πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Καμόες είναι σε μεγάλο βαθμό αβέβαιες. Πιθανολογείται ότι γεννήθηκε το 1524 στη Λισαβόνα, καταγόμενος από αριστοκρατική οικογένεια. Στην Κοΐμπρα απέκτησε ευρεία μόρφωση, στην οποία βασίζεται το μετέπειτα λογοτεχνικό έργο του.

Ο Καμόες έζησε μια μυθιστορηματική και περιπετειώδη ζωή. Μπήκε στην Αυλή του βασιλιά της Πορτογαλίας Ιωάννη Γ΄, απ’ όπου απομακρύνθηκε λόγω της εμπλοκής του σε αυλικούς έρωτες και εξορίστηκε στο Μαρόκο, όπου έχασε το δεξί του μάτι σε μια μάχη στη Θέουτα (Ceuta) στις ακτές του Μαρόκου.

Το 1553 συνελήφθη για συμμετοχή του σε ανταρσία στη Λισαβόνα και φυλακίστηκε, αλλά αμνηστεύτηκε με βασιλική χάρη που του δόθηκε από το βασιλιά Ιωάννη Γ΄ και στάλθηκε για βασιλική υπηρεσία στην Ινδία, ναυάγησε στο Δέλτα του ποταμού Μεκόνγκ, περιπλανήθηκε στη Μοζαμβίκη (1567), από όπου τον βοήθησε τελικά ο Ντιόγκο ντε Κούτο να επιστρέψει στην πατρίδα του.

Μετά την επιστροφή του στη Λισαβόνα, το 1570, του παρασχέθηκε μια πενιχρή βασιλική σύνταξη για τις υπηρεσίες του, που τον συντηρούσε για το υπόλοιπο της ζωής του. Το 1572 δημοσίευσε το διάσημο έπος του «Λουσιάδες», που το είχε γράψει ενώ βρισκόταν ακόμη στην Ανατολή.[1]

Ο Καμόες πέθανε στη Λισαβόνα, σε ηλικία 55 ετών, στις 10 Ιουνίου 1580, λόγω της κλονισμένης υγείας του από τις κακουχίες.

Λογοτεχνικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λουίς ντε Καμόες είναι ο δημιουργός του εθνικού έπους της Πορτογαλίας «Λουζιάδες» ή Λουζιτανοί (Os Lusiadas, 1572).[1] Στο επικό αυτό ποίημά του, ο Καμόες εξαίρει τα γεγονότα της πορτογαλικής ιστορίας και τα κατορθώματα των υιών του Λούζου, των Λουζιάδων, όπως ονομάζονταν οι Πορτογάλοι από τους Ρωμαίους από την αρχαία ρωμαϊκή ονομασία «Λουζιτάνια» (Lusitania) της Πορτογαλίας.

Οι «Λουζιάδες» είναι ένα έμμετρο έπος, που εκτείνεται σε 10 κάντος και 1.102 οκτάστιχες ομοιοκαταληκτικές στροφές (ottava rima). Το θέμα του αφηγείται το ιστορικό ταξίδι του Πορτογάλου θαλασσοπόρου Βάσκο ντα Γκάμα προς την Ινδία με τον περίπλου του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας στα τέλη του 15ου αιώνα (1498).[1]

Το επικό αυτό ποίημα του Καμόες έχει γραφτεί κατά το πρότυπο της «Αινειάδας» του Βιργιλίου και του «Μαινόμενου Ορλάνδου» του Αριόστο και ήταν αφιερωμένο στο βασιλιά Σεβαστιανό της Πορτογαλίας (Sebastiao, 1554 – 1578), ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια αντιμουσουλμανικής σταυροφορίας στο Μαρόκο.

Η φήμη και το λογοτεχνικό έργο του Καμόες έγινε γνωστό πέρα από τα σύνορα της πατρίδας του, όσο ακόμη ζούσε. Απέκτησε θαυμαστές σε όλη την Ευρώπη, ανάμεσα στους οποίους ήταν μεγάλα ονόματα της λογοτεχνίας, όπως ο Τορκοάτο Τάσο, ο Λόπε δε Βέγκα, ο Μίλτον, ο Γκαίτε, ο Μπάυρον και στα νεότερα χρόνια ο Αμερικανός μυθιστοριογράφος Χέρμαν Μέλβιλ. Ένα αντίτυπο από την πρώτη έκδοση των «Λουσιάδων» (1572) βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Παλάσιου ντε Μάφρα.

Εκτός από τους «Λουζιάδες», ο Καμόες άφησε και σημαντικό λυρικό έργο: ωδές, σονάτα, ελεγείες και τραγούδια, από τα οποία ξεχωρίζουν τα λυρικά ποιήματά του σε ενδεκασύλλαβους (Rimas, 1595), όπου απομιμείται τους αρχαίους κλασικούς συγγραφείς.

Ο Καμόες έγραψε επίσης και τρία θεατρικά έργα: «Οι Αμφιτρύονες», βασισμένο στο γνωστό θέμα του Πλούτου, «Ο βασιλιάς Σέλευκος», εμπνευσμένο από τον Πλούταρχο, και ο «Φιλόδημος», που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατο του Καμόες, μαζί με τους «Αμφιτρύονες» (1587), αλλά είχε γραφτεί πολύ νωρίτερα.

Μνημεία του Καμόες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Μνημείο των Ανακαλύψεων, που βρίσκεται στην αποβάθρα του ποταμού Τάγου στην περιοχή Μπελέμ της Λισαβόνας και απεικονίζονται σ’ αυτό τα πέτρινα αγάλματα των Πορτογάλων ηρώων που συνδέονται με την Εποχή των Ανακαλύψεων, υπάρχει και το άγαλμα του ποιητή Λουίς ντε Καμόες, που κρατά στα χέρια του ένα αντίγραφο των «Λουσιάδων».

Ένας περίτεχνος ανδριάντας του Λουίς ντε Καμόες δεσπόζει στην καλλιτεχνική περιοχή Σιάντου της Λισαβόνας, ενώ στην Εκκλησία Σάντα Ενγκράσια της Λισαβόνας στεγάζεται το κενοτάφιό του.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 «The Lusiads». 1800-1882. http://www.wdl.org/en/item/11198/. Ανακτήθηκε στις 2013-08-31. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

• "501 Great Writers" (General Editor: Julian Patrick), "Luis Vaz de Camoens", p. 41, Apple Press, London, 2009.

• Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, λήμμα «Καμόενς, Λουίς ντε», τόμ.31, σελ. 307 - 308, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 1996.

• Εγκυκλοπαίδεια «ΔΟΜΗ ΕΛΛΑΣ – I.G.D.A Italia.», λήμμα «Καμόενς, Λουίς Βαζ ντε», τόμ. 7, σελ. 371, Εκδόσεις ΔΟΜΗ Α. Ε., Αθήνα 1971.

• Ζοζέ Καρδόζο Πίρες: «Λισαβόνα: Ημερολόγιο Καταστρώματος» (μτφρ. Αθηνά Ψύλλια), Επίμετρο, σελ. 143 – 144, Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα, 1998.

• «Πορτογαλία» (Οδηγοί του Κόσμου), στο Λισαβόνα, Εκδόσεις Καθημερινή/Dorling Kindersley, Αθήνα 1999.