Κβας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μια κούπα κβας

Το Κβας (ονομασία που προέρχεται από τη ρωσική λέξη-δάνειο του 16ου αιώνα, квас (kvas)[1]), που μερικές φορές μεταφράζεται στα Αγγλικά ως ποτό από ψωμί, είναι ένα ζυμωμένο ελαφρώς αλκοολούχο ποτό που γίνεται από μαύρη σίκαλη ή ψωμί σικάλεως (η οποία καθορίζει και το σκούρο χρώμα του). Το κβας είναι δημοφιλές στην Ρωσία, την Λευκορωσία, την Ουκρανία, την Λιθουανία, την Πολωνία και άλλες χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης καθώς και σε όλες τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες, όπως το Ουζμπεκιστάν, όπου μπορεί να δει κανείς πολλούς πωλητές κβας στους δρόμους.[2]

Η περιεκτικότητα σε αλκοόλ είναι τόσο χαμηλή (0,05 - 1,44%) που θεωρείται αποδεκτή για κατανάλωση από παιδιά.[3] Συχνά το κβας αρωματίζεται με φρούτα ή βότανα όπως τα βατόμουρα ή η μέντα. Το κβας χρησιμοποιείται επίσης για την παρασκευή μιας καλοκαιρινής κρύας σούπας, της οκρόσκα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πωλητής Κβάς στο Κίεβο (2005)

To κβας ήταν αρκετά διαδεδομένο στην Ανατολική Ευρώπη από την αρχαία εποχή. Η προέλευσή του φτάνει 5,000 χρόνια πριν στις απαρχές παραγωγής της μπύρας. [4] Αναφέρεται για πρώτη φορά στα Παλιά Ρωσικά Χρονικά του 989. Στη Ρωσία, την περίοδο του Πέτρου του Μέγα, ήταν το πιο διάσημο μη-αλκοολούχο ποτό όλων των κοινωνικών τάξεων. Αργότερα, κατά το 19ο αιώνα, αναφέρεται ότι καταναλωνόταν σε τεράστιες ποσότητες κυρίως από την κατώτερη τάξη και τους μοναχούς.

Το κβας είναι εμπορικό αλλά και οικιακό προϊόν. Σήμερα αποτελεί τη βάση μιας βιομηχανίας που αποφέρει εκατομμύρια δολάρια. Παλαιότερα πωλούνταν μόνο κατά την περίοδο του καλοκαιριού, αλλά σήμερα παρασκευάζεται, συσκευάζεται και πωλείται όλο το χρόνο[5].

Η πόλη του Ζβενίγκοροντ, δυτικά της Μόσχας, είναι γνωστή για το αυθεντικό και χωρίς συντηρητικά κβας της, που ζυμώνεται στο υπόγειο του ορθόδοξου Μοναστηριού της πόλης.[5]

Παρασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κβας ενώ ζυμώνεται σε ένα δοχείο

Το κβας παρασκευάζεται με την φυσική ζύμωση ψωμιού από σιτάρι, σίκαλη ή κριθάρι, και μερικές φορές αρωματίζεται με φρούτα, μούρα ή βατόμουρα που μαζεύονται νωρίς την άνοιξη. Σήμερα στο σπιτικό κβας πιο συχνά χρησιμοποιείται μαύρο ψωμί ή ψωμί από σίκαλη, συνήθως αποξηραμένο, ψημένο σε μορφή κρουτόν (ονομάζεται σουχάρι), η τηγανισμένο, με μια προσθήκη ζάχαρης ή φρούτων (π.χ. μήλων), και την καλλιέργεια προζυμιού , γνωστού και ως zakvasska (που λειτουργεί ως ζυμωτής).

Το εμπορικό κβας, ειδικά στις λιγότερο ακριβές του παραλλαγές, συνήθως παρασκευάζεται όπως πολλά άλλα αναψυκτικά, χρησιμοποιώντας ζάχαρη, ανθρακούχο νερό, απόσταγμα βύνης και αρωματικά στοιχεία. Οι καλύτερες φίρμες, συχνά παρασκευάζονται από παραγωγούς μπύρας παρά αναψυκτικών, και χρησιμοποιούν συνήθως μια σειρά παραδοσιακών μεθόδων για να παρασκευάσουν τα προϊόντα τους. Συνήθως σερβίρεται αφιλτράριστο, με το προζύμι ακόμα εντός του, γεγονός που προσθέτει στην μοναδική του γεύση καθώς και στην υψηλή περιεκτικότητά του σε βιταμίνη Β.

Το κβας στην Ρωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και τα αναψυκτικά δυτικής προέλευσης όπως η κόκα κόλα και η πέπσι κόλα είχαν καταφέρει τα προηγούμενα χρόνια να περιορίσουν πωλήσεις του εμφιαλωμένου κβας στην Ρωσία, σήμερα το κβας προωθείται ως ένα εναλλακτικό εθνικό ποτό απέναντι στην κόκα κόλα, με αποτέλεσμα την πρόσφατη "αναβίωση του κβας". Για παράδειγμα, η ρωσική εταιρεία Nikola (το όνομα της οποίας ακούγεται ως "μη κόλα" στα Ρωσικά) προώθησε την δική της μάρκα του κβας με μια διαφημιστική εκστρατεία τονίζοντας "την αντίθεσή της στην κόκα κόλα". Έτσι το μερίδιο της αγοράς που αντιστοιχούσε στην κόκα κόλα μειώθηκε σημαντικά τα επόμενα έτη.

Από την πλευρά της, η Κόκα Κόλα λανσάρισε τη δικιά της μάρκα κβας το Μάιο του 2008. Ήταν η πρώτη φορά που μια ξένη εταιρεία έκανε σημαντική είσοδο στη Ρωσική αγορά Κβας. Η Πέπσι επίσης υπέγραψε για να της δοθούν δικαιώματα διανομέα. Η εξέλιξη στον τομέα της τεχνολογίας για την αποθήκευση και διανομή, καθώς και η συνεχής διαφήμιση, συντέλεσαν στην αύξηση της δημοτικότητας του προϊόντος, ενώ τρεις νέες μάρκες εμφανίστηκαν από το 2004.[5]

Το κβας στην Λεττονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, οι υπαίθριοι πωλητές εξαφανίστηκαν από τους δρόμους της Λεττονίας λόγω των νέων υγειονομικών διατάξεων που απαγόρευαν την πώληση του κβας στους δρόμους και οικονομικών αναστατώσεων που ανάγκασαν πολλές βιομηχανίες κβας να κλείσουν. Η εταιρεία Κόκα-Κόλα πήρε θέση γρήγορα και κυριάρχησε στην αγορά των αναψυκτικών, αλλά το 1998 η τοπική βιομηχανία αναψυκτικών αντεπιτέθηκε πουλώντας εμφιαλωμένο κβας και λανσάροντας μια επιθετική εμπορική εκστρατεία. Αυτή η κίνηση ενισχύθηκε από το γεγονός ότι το κβας πωλούνταν στη μισή τιμή της κόκα-κόλα.

Ως αποτέλεσμα το μέρισμα της αγοράς αναψυκτικών που κατείχε η κόκα-κόλα μειώθηκε, με απώλειες ενός εκατομμυρίου δολαρίων τα έτη 1999 και 2000. Παρόμοια ήταν πλέον η κατάσταση στις υπόλοιπες Βαλτικές χώρες, αλλά και στη Ρωσία. Η Κόκα κόλα με τη σειρά της, αγόρασε μερικές παραγωγικές μονάδες παρασκευής Κβας και ξεκίνησε την παρασκευή του στις εγκαταστάσεις της.[6][7][8][9]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Kvass της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).