Λευκωματίνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δομή λευκωματίνης (μονομερής)

Η λευκωματίνη, η οποία ονομάζεται και αλβουμίνη (επίσης αλμπουμίνη, από το λατ. albus, «λευκός»), αναφέρεται γενικότερα σε οποιαδήποτε υδατοδιαλυτή πρωτεΐνη, η οποία έχει μέτρια διαλυτότητα σε συμπυκνωμένα αλατούχα διαλύματα και υφίσταται θερμική πήξη. Ουσίες που περιέχουν λευκωματίνη, όπως το ασπράδι του αυγού, ονομάζονται λευκωματοειδή (αλβουμινοειδή).

Ορός λευκωματίνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύσταση του αίματος.

Ο πιο γνωστός τύπος λευκωματίνης είναι ο ορός λευκωματίνης —συνηθέστερα αποκαλείται απλά λευκωματίνη— που βρίσκεται στο αίμα και παράγεται από το συκώτι. Ο ορός λευκωματίνης είναι η πρωτεΐνη που βρίσκεται στη μεγαλύτερη ποσότητα στο πλάσμα του αίματος στον άνθρωπο και στα θηλαστικά. Ο ανθρώπινος ορός λευκωματίνης αποτελεί το 60 τοις εκατό των πρωτεϊνών του πλάσματος αίματος, ενώ όλες οι υπόλοιπες πρωτεΐνες που περιέχονται στο πλάσμα του αίματος ονομάζονται συνολικά σφαιρίνες.

Η λευκωματίνη επιτρέπει, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση της οσμωτικής πίεσης που απαιτείται για τη διανομή των σωματικών υγρών μεταξύ των ενδοαγγειακών τμημάτων και των ιστών του σώματος.

Άλλες χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λευκωματίνη χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων στη βιομηχανία τροφίμων, ειδικά στη ζαχαροπλαστική.


Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]