Θυρεοειδής αδένας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Θυρεοειδής αδένας

Ο θυρεοειδής αδένας είναι ο μεγαλύτερος ενδοκρινής αδένας του ανθρώπινου σώματος. Εντοπίζεται στην πρόσθια περιοχή του τραχήλου, έχει βάρος περίπου 20 γραμμάρια και αποτελείται από 2 λοβούς (δεξιό και αριστερό), οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με τον ισθμό.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχική ονομασία του θυρεοειδούς ήταν "λαρυγγικός αδένας". Θυρεοειδής ονομάστηκε το 1656 από τον Warton εξαιτίας του σχήματός του, που μοιάζει με ασπίδα (θυρεός = ασπίς). Η πρώτη αναφορά σε παθολογία του αδένα έγινε το 1786, όταν ο Parry μίλησε για υποθυρεοειδισμό και βρογχοκήλη.

Εμβρυολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανάπτυξη του θυρεοειδούς αρχίζει από τη βάση της γλώσσας. Εμβρυολογικά, προέρχεται από δύο διαφορετικούς εμβρυϊκούς ιστούς, τον αρχέγονο φάρυγγα και τη νευρική ακρολοφία. Μια μέση προσεκβολή του φάρυγγα, το θυρεοειδικό εκκόλπωμα, σχηματίζει τον θυρεογλωσσικό πόρο, ο οποίος εξαφανίζεται φυσιολογικά μέχρι τη γέννηση.

Ανατομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αδένας βρίσκεται στον πρόσθιο λαιμό. Κάθε λοβός του έχει διαστάσεις 5*3*1,5 εκατοστά. Ενίοτε, σε ορισμένους ανθρώπους, υπάρχει και ένα τρίτος λοβός, ο πυραμοειδής, που είναι μια προσεκβολή του θυρεοειδούς προς τα άνω. Ο θυρεοειδής συνδέεται με την τραχεία και τον κρικοειδή χόνδρο, ενώ περιβάλλεται από μία κάψα που ονομάζεται περιτονία.

Δύο ζεύγη αρτηριών ευθύνονται για τη ροή του αίματος στην περιοχή του αδένα: η άνω και η κάτω θυρεοειδής. Οι φλέβες του σχηματίζουν ένα πλούσιο πλέγμα που βρίσκεται στην επιφάνεια του αδένα.

Φυσιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θυρεοειδής αδένας παράγει τρεις ορμόνες: 1) τη θυροξίνη ή τετραϊωδοθυρονίνη (Τ4) και 2) την τριιωδοθυρονίνη (Τ3) που ρυθμίζουν το μεταβολισμό όλων των ιστών, και 3) την καλσιτονίνη που ελαττώνει τα επίπεδα του ασβεστίου του αίματος. Η σύνθεση και η έκκριση των θυρεοειδικών ορμονών ρυθμίζεται από τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH) που παράγεται στην υπόφυση, η οποία, με τη σειρά της, εξαρτάται από την έκκριση της θυρεοεκλυτικής ορμόνης (TRH) που παράγεται στον υποθάλαμο.

Απαραίτητο για τη σύνθεση θυρεοειδικών ορμονών είναι το ιώδιο, το οποίο βρίσκεται συγκεντρωμένο στο θυροειδή. Το ιώδιο εισέρχεται μέσα στον θυροειδή αντίθετα με την ηλεκτροχημική κλίση του, μέσω του υποδοχέα NIS, ο οποίος συμεταφέρει ένα ιόν ιωδίου μαζί με δύο ιόντα νατρίου στο εσωτερικό των θυλακοειδών κυττάρων του θυρεοειδή. Το νάτριο στη συνέχεια απομακρύνεται από την αντλία Νατρίου-Καλίου.[1] Ο συμμεταφορές αυτός υπάρχει και σε άλλους ιστούς, αλλά μόνο στο θυροειδή η ενεργότητά του ελέγχεται από την TSH, η οποία αυξάνει την ενεργότητα του συμμεταφορέα.[2] Στη συνέχεια, το ιώδιο εκκρίνεται στον αυλό του θυλακίου του θυρεοειδή, πιθανόν μέσω της πεδρίνης, και οξειδώνεται σε ουδέτερα φορτισμένο άτομο από την θυρεοειδική υπεροξειδάση.

Στον αυλό του θυλακίου βρίσκεται επίσης μια πολύ μεγάλη (μοριακό βάρος περίπου 650 KDa) γλυκοπρωτεΐνη με πολλά κατάλοιπα τυροσίνης, η θυρεοσφαιρίνη. Αυτή η πρωτεΐνη αποτελεί το μισό της συνολικής πρωτεΐνης του θυρεοειδούς. Τα μόρια της τυροσίνης αυτής της πρωτεΐνης αντιδρούν με το ουδέτερο ιώδιο και τελικά ένα ή δύο ατόμα θα δεσμευτούν σε ειδικά κατάλοιπα τυροσίνης. Στη συνέχεια η θυρεοσφαιρίνη αναδιατάσσεται και δύο κατάλοιπα τυροσίνης ενώνονται μεταξύ τους και σχηματίζουν μια ιωδοσφαιρίνη και ένα κατάλοιπο δεϋδροαλανίνης, που παράγεται από την αφαίρεση του τυροσινικού δακτυλίου από το αμινοξύ. Η αντίδραση αυτή καταλύεται από την θυρεοειδική υπεροξειδάση και γίνεται πάντα μετά την ιωδίωση των καταλοίπων τυροσίνης. Τα ζεύγη μπορεί να περιέχουν τέσσερα άτομα ιωδίου (T4) ή τρία. Υπάρχουν δύο μορφές με τρία, η Τ3 και η ανάστροφη Τ3. Μπορεί να υπάρχουν επίσης στην θυρεοσφαιρίνη ιωδιωμένα κατάλοιπα τυροσίνης που δεν έχουν συνδεθεί με άλλα.[3]

Οι ορμόνες σε αυτό το στάδιο παραμένουν συνδεδεμένες με την θυρεοσφαιρίνη και είναι ανενεργές. Για να ενεργοποιηθούν οι ορμόνες πρέπει να απελευθερωθούν από την θυρεοσφαιρίνη. Η θυρεοσφαιρίνη ενδοκυτταρώνεται από τα θυλακιοειδή κύτταρα και με κυστίδια μεταφέρεται στα λυσοσώματα, όπου υδρολύεται και οι Τ3 και Τ4 αποσπώνται και στη συνέχεια απελευθερώνονται στο αίμα.[3]

Όλα τα στάδια μετά την είσοδο του ιωδίου στο θυρεοειδή ενεργοποιούνται από την θυρεοτρόπο και καταστέλλονται από την περίσσεια ιωδίου.[2]

Παθήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παθολογία του θυρεοειδούς αδένα περιλαμβάνει: 1) Ανωμαλίες ανάπτυξης του θυρεοειδούς, 2) Παθήσεις που προκαλούν υπερθυρεοειδισμό, 3) Παθήσεις που προκαλούν υποθυρεοειδισμό, 4) Θυρεοειδίτιδες, 5) Καρκίνο του θυρεοειδούς.

Σημαντικό κλινικό εύρημα του θυρεοειδούς είναι η διόγκωσή του, που ωστόσο δεν εμφανίζεται πάντα όταν υπάρχει κάποια πάθηση του αδένα. Φυσιολογικά, ο αδένας δεν ψηλαφάται, ωστόσο σημαντικές διογκώσεις μπορούν να γίνουν αντιληπτές καθώς ο αδένας ακολουθεί την κίνηση της κατάποσης και "ανεβοκατεβαίνει" μαζί με το μήλο του Αδάμ. Κάθε διόγκωσή του αναφέρεται κλινικά ως βρογχοκήλη.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Orsolya Dohán, Carla Portulano, Cécile Basquin, Andrea Reyna-Neyra, L. Mario Amzel και Nancy Carrasco (Δεκέμβριος 2007). «The Na+/I− symporter (NIS) mediates electroneutral active transport of the environmental pollutant perchlorate». Proceedings of the National Academy of Sciences 104 (51): 20250-20255. doi:10.1073/pnas.0707207104. http://www.pnas.org/content/104/51/20250.full. 
  2. 2,0 2,1 Cavallieri RR (Απρίλιος 1997). «Iodine metabolism and thyroid physiology: current concepts.». Thyroid 7 (2): 177-81. PMID 9133680. http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/9133680. 
  3. 3,0 3,1 Boron, Walter; Boulpaep, Emile; Barrett, Eugene (2006). Ιατρική Φυσιολογία. Αθήνα: Π.Χ. Πασχαλίδης. σελ. 1347-1348. ISBN 960-399-410-3. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Παπαδημητρίου, "Σύγχρονη γενική χειρουργική", εκδόσεις Μ. Παρισιάνου.
  • Snell R., "Κλινική ανατομική", ιατρικές εκδόσεις Λίτσας.