Θυρεοειδοτρόπος ορμόνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (επίσης γνωστή ως TSH ή θυρεοτροπίνη) είναι μια ορμόνη που διεγείρει το θυρεοειδή αδένα να παράγει θυροξίνη4), και στη συνέχεια, τριϊωδοθυρονίνη3), η οποία διεγείρει τον μεταβολισμό σχεδόν όλων των ιστών του σώματος [2]. Είναι μια γλυκοπρωτεΐνη που συντίθεται από τα βασεόφιλα κύτταρα του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης, και η οποία ρυθμίζει την ενδοκρινή λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα. Η έκκριση της TSΗ ρυθμίζεται από την «ορμόνη απελευθέρωσης της θυρεοτροπίνης» (TRH) που εκκρίνεται από τον υποθάλαμο και από την άμεση δράση των θυρεοειδικών ορμονών στην υπόφυση [4].

Ρύθμιση των επιπέδων των ορμονών του θυρεοειδούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύνθεση και η έκκριση της ορμόνης TSH εξαρτάται από την αρνητική παλίνδρομη δράση των κυκλοφορούντων στο αίμα θυρεοειδικών ορμονών και από την TRH ένα ειδικό εκλυτικό τριπεπτίδιο που παράγεται στον υποθάλαμο και μεταφέρεται μέσω του πυλαίου συστήματος στην υπόφυση όπου συνδέεται με μεμβρανικούς υποδοχείς των θυρεοτρόπων κυττάρων και αυξάνει ενδοκυττάρια το cAMP και το Ca++. Οι θυρεοειδικές ορμόνες Τ3 και Τ4 που κυκλοφορούν στο αίμα ασκούν αρνητική δράση στην έκκριση της ορμόνης TSH από την υπόφυση. Έτσι όταν αυξάνονται τα επίπεδα των ορμονών αυτών τότε μειώνεται η έκκριση της ορμόνης TSH πράγμα που έχει σαν επακόλουθο και τη μείωση της έκκρισης των ορμονών Τ3 και Τ4. Ενώ όταν τα επίπεδα των ορμονών αυτών είναι αυξημένα τότε καταστέλλεται η έκκριση της TSH [1].

Υπομονάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η TSH είναι μια γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από δύο υπομονάδες, την άλφα και την βήτα.Η α-υπομονάδα είναι σχεδόν ταυτόσημη με εκείνη της ανθρώπινης χοριακής γοναδοτροπίνης (hCG), ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH), και της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH). Η β υπομονάδα είναι ειδική για την TSH και και ως εκ τούτου καθορίζει την ειδικότητα του υποδοχέα της. Η α υπομονάδα αποτελείται από μία αλληλουχία 92 αμινοξέων και η υπομονάδα β από αλληλουχία 118 αμινοξέων [1].

Ο υποδοχέας της ορμόνης TSH[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τόσο η εκκρινόμενη όσο και και η εξωγενής χορηγούμενη TSH συνδέεται με έναν ειδικό υποδοχέα της TSH που βρίσκεται στη μεμβράνη του θυρεοειδικού κυττάρου ενεργοποιώντας μέσω της GPT την πρωτεΐνη δεσμεύουσα την GPT (Gs)-αδενυλκυκλάση –cAMP. Η αύξηση του ενδοκυττάριου cAMP διεγείρει την άμεση αύξηση πρόσληψης και μεταφοράς ιωδίου, την ιωδίωση της θυρεοσφαιρίνης και τη σύνθεση των ιωδοτυροσινών Τ3 και Τ4. Εντός λίγων ωρών, αυξάνεται το mRna της θυρεοσφαιρίνης και της θυρεοειδικής υπεροξειδάσης, ενισχύεται η δραστηριότητα των λυσσοσωμάτων, αυξάνεται η έκκριση της θυρεοσφαιρίνης στο κολλοειδές, διεγείρεται η ενδοκυττάρωση του κολλοειδούς και τέλος, αυξάνεται η έκκριση των Τ3 και Τ4 από το θυρεοειδή αδένα. Η σύνδεση της TSH με τον υποδοχέα της διεγείρει επίσης τη φωσφολιπάση C της κυτταρικής μεμβράνης, η οποία προάγει την υπερτροφία των κυττάρων του θυρεοειδούς αδένα. Κατά τη χρόνια διέγερση με TSH υπερτρέφεται όλος ο αδένας και αυξάνεται η αγγειοβριθειά του, με αποτέλεσμα την εμφάνιση βρογχοκήλης. Ο υποδοχέας της TSH έχει κλωνοποιηθεί. Είναι μια γλυκοπρωτείνη μονής αλύσου, που αποτελείται από 744 αμινοξέα. Δύο συγκεκριμένες αλληλουχίες αμινοξέων της γλυκοπρωτείνης αυτής φαίνεται ότι αποτελούν θέσεις σύνδεσης τόσο για την TSH όσο και για το αντίσωμα που ενεργοποιεί τον υποδοχέα της TSH που παρατηρείται στη νόσο Graves [4].

Διαγνωστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στους ενήλικες, ένα τυπικό εύρος αναφοράς είναι μεταξύ 0,4 και 3,0 μIU/mL αλλά οι τιμές διαφέρουν ελαφρώς μεταξύ των εργαστηρίων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδονται από την Ένωση Κλινικής Βιοχημείας προτείνουν το εύρος αναφοράς 0,4 - 4,5 mIU/L. Η Εθνική Ακαδημία Κλινικής Βιοχημείας (NACB) δήλωσε ότι αναμένει το φυσιολογικό εύρος για τους ενήλικες να μειωθεί στο 0,4 -2,5 μIU/mL, επειδή οι έρευνες απέδειξανι ότι οι ενήλικες με αρχικό επίπεδο TSH πάνω από 2,0 μIU/mL είχαν αυξημένη πιθανότητα ανάπτυξης υποθυρεοειδισμού ειδικά αν τα αντισώματα του θυρεοειδούς ήταν αυξημένα. Οι συγκεντρώσεις της ορμόνης TSH στα παιδιά είναι συνήθως υψηλότερες από ότι στους ενήλικες. Το 2002 το NACB πρότεινε το φυσιολογικό εύρος να εξαρτάται από την ηλικία. Συγκεκριμένα πρέπει να ξεκινά από τιμές 1,3 έως 19 μIU/mL για τα βρέφη που γεννήθηκαν μετά το πέρας κανονικής κύησης, να πέφτει στα 0,6 έως 0 μIU/mL στις δέκα εβδομάδες μετά την κύηση και να φτάνει στο 0,4 έως 7 μIU/mL στους 14 μήνες. Οι φυσιολογικές τιμές πέφτουν προοδευτικά κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας στα επίπεδα των ενηλίκων 0,3 - 3 μIU/ mL [l].

Μέθοδοι μέτρησης της TSH στον ορό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ορμόνη TSH του ορού προσδιορίζονταν παλαιότερα με ραδιοανοσολογικές μεθόδους (RIA), οι οποίες ήταν σε θέση να ανιχνεύσουν μόνο τις αυξημένες τιμές του υποθυρεοειδισμού όχι όμως τις χαμηλές τιμές της θυρεοτοξίκωσης. Οι μέθοδοι αυτές χρησιμοποιούσαν ραδιοσημασμένη TSH με 125Ι και ένα πολυκλωνικό αντίσωμα. Οι νεότερες ανοσοραδιομετρικές μέθοδοι (IRMA) χρησιμοποιούν 2 ή 3 αντισώματα, τα οποία κατευθύνονται προς τις υπομονάδες της ορμόνης TSH ή προς τους ειδικούς επιτόπους του μορίου της ορμόνης TSH και προσφέρουν υψηλή ευαισθησία. Σήμερα υπάρχουν προηγμένες και ασφαλείς ανοσοχημικές μέθοδοι όπως ανοσοενζυμικοί προσδιορισμοί και προσδιορισμοί χημειοφωταύγειας που χρησιμοποιούν επίσης μονοκλωνικά αντισώματα. Ειδικά οι μέθοδοι χημειοφωταύγειας έχουν υψηλή ευαισθησία που επιτρέπουν την ανίχνευση των χαμηλών τιμών της ορμόνης TSH κατά την θυρεοτοξίκωση αλλά και την ανεπάρκεια της πρόσθιας υπόφυσης. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η εκτίμηση όλου του φάσματος της θυρεοειδικής λειτουργίας με μια μόνο μέτρηση. Οι μετρήσεις αυτές προϋποθέτουν αυστηρές τεχνικές προδιαγραφές και ποιοτικό έλεγχο προκειμένου να διατηρηθεί σταθερή η ευαισθησία τους στις πολύ χαμηλές τιμές της ορμόνης στο αίμα.
Οι μέθοδοι μέτρησης της sTSH (sensitive TSH) που χρησιμοποιούν μονοκλωνικά αντισώματα και έχουν δεκαπλάσια ευαισθησία είναι:

  • Η ανοσοραδιομετρική (IRMA), στην οποία χρησιμοποιούνται 2 ή 3 μονοκλωνικά αντισώματα που στρέφονται έναντι των υπομονάδων της TSH ή έναντι ειδικών επιτόπων στο μόριο της ορμόνης TSH.
  • Η ενζυμική ανοσομετρική (EIA).
  • Η χημειοφωταύγεια (ICMA), η οποία έχει τη μεγαλύτερη ευαισθησία και βοηθά στη διαφορική διάγνωση μεταξύ ευθυροειδισμού και υποκλινικού υπερθυρεοειδισμού [3].

Παρακολούθηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εύρος τιμών της ορμόνης TSH για τους ασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία κυμαίνεται μεταξύ 0,3 και 3,0 μlU/mL. Για τους ασθενείς με υποθυρεοειδισμό για θυροξίνη, μέτρηση της ορμόνης TSH μόνο θεωρείται γενικά επαρκής. Μία αύξηση στην ορμόνη TSH πάνω από το φυσιολογικό εύρος υποδεικνύει υπό-αντικατάσταση ή φτωχή συμμόρφωση με τη θεραπεία. Μια σημαντική μείωση της ορμόνης TSH υποδηλώνει σωστή θεραπεία. Σε αμφότερες περιπτώσεις μια αλλαγή στη δόση μπορεί να απαιτείται. Για ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό, τόσο η ορμόνη TSH όσο και η T4 συνήθως παρακολουθούνται [1].

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια συνθετική φαρμακευτική ουσία που ονομάζεται ανασυνδυασμένη ανθρώπινη TSHa (rhTSHa ή απλά rhTSH, εμπορική ονομασία Thyrogen) έχει κατασκευαστεί από την Genzyme Corp. Η rhTSH χρησιμοποιείται για την θεραπεία του καρκίνου του θυρεοειδούς [1].

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. http://en.wikipedia.org/wiki/Thyroid-stimulating_hormone
  2. http://www.ioanninamed.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=572%3Athyroid-stimulating-hormone&catid=58%3Alaboratory-tests-microbiology&Itemid=14&lang=el
  3. Παπαϊωάννου Α, Πλαγεράς Π. Εξειδικευμένα Θέματα Κλινικής Χημείας. Εκδόσεις Πασχαλίδη. Έτος έκδοσης 2012. Αθήνα. ISBN 978-960-489-189-4.
  4. Χανιώτης Φ, Χανιώτης Δ. Φυσιολογία. Ιατρικές εκδόσεις Λίτσας. Έτος έκδοσης 2009. Αθήνα. ISBN 978-960-372-1239.