Η Παναγία των Βράχων (Ντα Βίντσι)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Παναγία των Βράχων: Εκδοχή του Μουσείου του Λούβρου
Παναγία των Βράχων: Εκδοχή της Πινακοθήκης του Λονδίνου

Η Παναγία των Βράχων (αγγλ. Virgin of the Rocks ή και Maddona of the Rocks, γαλλ. La Vierge aux Rochers ιταλ. La Madonna delle Roccie ) είναι το όνομα που αποδίδεται σε δύο έργα του Λεονάρντο ντα Βίντσι πάνω στο ίδιο θέμα και με εκτέλεση που διαφέρει μόνο σε ορισμένες λεπτομέρειες (κυρίως στα χρώματα και στην τεχνική). Το ένα έργο εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου και το άλλο στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου. Τα δύο έργα εκτέθηκαν μαζί για πρώτη φορά σε έκθεση στην Πινακοθήκη του Λονδίνου με τίτλο "Leonardo da Vinci: Painter at the Court of Milan". Η διάρκειά της ήταν από τις 9 Νοεμβρίου 2011 ως τις 5 Φεβρουαρίου 2012.[1]

Και οι δύο πίνακες απεικονίζουν την Παναγία και τον Ιησού βρέφος, με τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή σε παιδική ηλικία και τον Αρχάγγελο Ουριήλ. Το περιβάλλον είναι ιδιόρρυθμα βραχώδες (εξ ου και η ονομασία του έργου). Οι βασικές τους διαφορές ως συνθέσεων έγκεινται στο γενικότερη οπτική ενατένιση των έργων και στο δεξιό χέρι του Αγγέλου. Σε επιμέρους λεπτομέρειες οι διαφορές είναι σημαντικές, καθώς διαφέρουν ο φωτισμός, τα χρώματα, η βλάστηση και η χρήση της τεχνικής του σφουμάτο. Καθένας έχει ύψος περίπου 2 μ., και οι δύο είναι ελαιογραφίες επάνω σε ξύλο. Ο πίνακας του Λούβρου έχει μεταφερθεί σε καμβά, ύστερα από την αποκατάστασή του το 1815[2][3]

Μολονότι η απόκτηση και των δύο έργων από το Λούβρο και την Πινακοθήκη είναι απολύτως τεκμηριωμένη, δεν είναι γνωστή η ακριβής ιστορία κανενός από τα δύο. Έχουν γίνει πολλές εικασίες σχετικά με το ποιος από τους δύο πίνακες δημιουργήθηκε πρώτος και ποιος δεύτερος.

Επιπλέον, σήμερα υπάρχει ανοικτή αμφισβήτηση σχετικά με το αν ο ντα Βίντσι είναι ο αποκλειστικός δημιουργός των έργων ή αν αυτά εκτελέστηκαν από μαθητές του κάτω από την επίβλεψή του, ιδιαίτερα για το έργο της Εθνικής Πινακοθήκης.[4]

Το έργο είναι βαθειά συμβολικό, όπως εξηγούν τόσο το Μουσείο του Λούβρου[5] όσο και η Εθνική Πινακοθήκη[6] στις παρουσιάσεις του έργου.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Απρίλιο του 1483 η Αδελφότητα της Άμωμης Σύλληψης του Μιλάνου παράγγειλε στον Ντα Βίντσι και δύο βοηθούς του ένα τρίπτυχο για το παρεκκλήσιο της Αδελφότητας San Francesco Grande στο Μιλάνο[7]. Η παραγγελία ήταν η πρώτη που έλαβε ο ντα Βίντσι όταν εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο[8] προέβλεπε η κεντρική εικόνα του τριπτύχου να απεικονίζει την Παρθένο με τον Ιησού σε μικρή ηλικία. Το φόντο είναι αποτέλεσμα της εκτενούς μελέτης της φύσης από τον ζωγράφο και αποτελεί σημαντική πρωτοτυπία, μια και ως τότε κανένα παρόμοιο τοπίο δεν είχε απεικονιστεί.[9] Ο Ντα Βίντσι δημιούργησε τον πίνακα της Παναγίας των Βράχων και οι μαθητές του τους δύο πλαϊνούς πίνακες του τριπτύχου, καθένας από τους οποίους παρουσιάζει έναν Άγγελο: Ο ένας, σε αποχρώσεις του πράσινου (An Angel in Green with a Vielle) παίζει βιέλλα, πιθανόν δημιουργία του Φραντσέσκο Ναπολετάνο και ο άλλος, σε απόχρωση του κόκκινου, (An Angel in Red with a Lute) παίζει λαούτο, πιθανόν δημιουργία του Τζιοβάννι Αμπρότζιο ντε Πρέντις (Giovanni Ambrogio de Predis). Και οι δύο πίνακες σήμερα βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου, τους οποίους η Πινακοθήκη απέκτησε το 1898.[7]

Προκειμένου οι τρεις πίνακες να αποτελέσουν τρίπτυχο, η αδελφότητα του Μιλάνου είχε ήδη συνάψει συμφωνητικό με τον γλύπτη Τζιάκομο ντελ Μάινο (Giacomo del Maino) για την κατασκευή ξύλινου γλυπτού πλαισίου στο οποίο θα ενσωματώνονταν οι τρεις πίνακες.[9]

Ο πίνακας του Λούβρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι "Μουσικοί Άγγελοι" (Anges musiciens) του αρχικού τριπτύχου Οι "Μουσικοί Άγγελοι" (Anges musiciens) του αρχικού τριπτύχου
Οι "Μουσικοί Άγγελοι" (Anges musiciens) του αρχικού τριπτύχου

Σύμφωνα με την Εθνική Πινακοθήκη, ο πίνακας που βρίσκεται στο Λούβρο δημιουργήθηκε πρώτος κατά το χρονικό διάστημα 1483 - 1486 αποτελώντας αντικείμενο διαφωνίας, σχετικά με την αμοιβή, μεταξύ του καλλιτέχνη και της αδελφότητας του Μιλάνου, που τον είχε παραγγείλει.[1] Ορισμένα αρχειακά έγγραφα. ωστόσο, δείχνουν ότι ο πίνακας του Λούβρου δεν τοποθετήθηκε ποτέ στο παρεκκλήσιο για το οποίο είχε παραγγελθεί, πιθανότατα επειδή δεν ικανοποίησε τους εντολείς του ντα Βίντσι.[10]

Ο πίνακας καταγράφεται για πρώτη φορά στην γαλλική βασιλική συλλογή το 1627, αλλά υπάρχουν ενδείξεις ότι είχε αποκτηθεί πολύ ενωρίτερα. Η απόρριψη του πίνακα από τους εντολείς του ζωγράφου έδωσε στον Λουδοβίκο 12ο τη δυνατότητα να τον αποκτήσει γύρω στα 1500 - 1503. Αντ' αυτού, ο δεύτερος πίνακας, που σήμερα βρίσκεται στο Λονδίνο, πιθανώς ζωγραφισμένος από τον Αμπρότζιο ντε Πρέντις κατά το χρονικό διάστημα 1495 - 1508 υπό την επίβλεψη του ντα Βίντσι, είναι αυτός που τελικά τοποθετήθηκε στο παρεκκλήσιο των εντολέων.[10] Αυτή η άποψη ενισχύεται από το γεγονός ότι ο πίνακας αυτός ταιριάζει απόλυτα στο πλαίσιο που είχε κατασκευάσει ο ντελ Μάινο για το τρίπτυχο.[9] Ο ντα Βίντσι, σε επιστολή του εκφράζει την απογοήτευσή του για την μεταχείριση που είχε ο πίνακας από την Αδελφότητα και, όταν αυτός τελικά δεν έγινε δεκτός, πιθανότατα τον πώλησε στον άρχοντα του Μιλάνου Λοντοβίκο Σφόρτσα (Lodovico Sforza).[11] Σύμφωνα με την άποψη του Μουσείου του Λούβρου, η καθυστέρηση στην παράδοση του πίνακα οφειλόταν στο ότι η αδελφότητα δεν τήρησε τους οικονομικούς όρους του συμβολαίου και ήταν απρόθυμη να καταβάλει τόσο το σύνολο της αμοιβής όσο και το "μπόνους" που είχε υποσχεθεί στον καλλιτέχνη, με αποτέλεσμα αυτός, απογοητευμένος, να πωλήσει τον πίνακα αλλού. Όταν η οικονομική διαφορά διευθετήθηκε, ο καλλιτέχνης δημιούργησε νέο πίνακα, αυτόν που σήμερα βρίσκεται στο Λονδίνο.[10]

Ο πίνακας της Εθνικής Πινακοθήκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Και αυτός ο πίνακας αποδίδεται στον ίδιο τον ντα Βίντσι και αναφέρεται σε ημερομηνίες προ του 1508. Σύμφωνα με τον ερευνητή Μάρτιν Κεμπ (Martin Kemp), αν και συχνά αναφέρεται ότι δημιουργήθηκε από μαθητές - συνεργάτες του ντα Βίντσι, ο πίνακας έχει δημιουργηθεί από τον ίδιο τον ντα Βίντσι, αν και είναι πιθανό να δέχτηκε δευτερεύουσες παρεμβάσεις στο εργαστήριο του καλλιτέχνη: Οι μορφές έχουν σαφώς το στυλ που ο Λεονάρντο είχε υιοθετήσει στα μέσα της δεκαετίας του 1490, όταν βρισκόταν στο Μιλάνο, και όταν άρχισε να δημιουργεί τον «αντικαταστάτη» του πρώτου πίνακα. Από τεχνικές επεξεργασίες αποκαλύφθηκε ότι ο ντα Βίντσι εξέτασε και συνθέσεις με αναδιάταξη των προσώπων στον πίνακα, πριν επιστρέψει στην αρχική διάταξη.[12] Στην ίδια άποψη είχαν καταλήξει και οι συντηρητές του πίνακα κατά την σχετικά πρόσφατη συντήρησή του.[11]. Ο πίνακας τελικά πωλήθηκε από την εκκλησία σε ημερομηνία μεταξύ του 1781 και όχι αργότερα του 1785 στον λόρδο Γκάβιν Χάμιλτον, ο οποίος τον μετέφερε στη Βρετανία. Αφού πέρασε στην ιδιοκτησία πολλών ιδιωτικών συλλογών, τελικά κατέληξε στην Εθνική Πινακοθήκη το 1880.[13]

Οι διαφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από πλευράς διαστάσεων, οι μορφές του πίνακα στο Λονδίνο είναι ελαφρώς μεγαλύτερες σε σχέση με του πίνακα του Λούβρου.[14] Μια από τις σημαντικότερες διαφορές των δύο πινάκων είναι το χέρι του Αγγέλου: Στον πίνακα του Λούβρου το χέρι είναι υψωμένο και μοιάζει να δείχνει προς τον Άγιο Ιωάννη, στον πίνακα του Λονδίνου το χέρι ακουμπά στο γόνατό του. Διαφορά επίσης υπάρχει και στο βλέμμα του Αγγέλου: Ενώ το βλέμμα του είναι στραμμένο προς την πλευρά του θεατή στον πίνακα του Λούβρου, στον πίνακα του Λονδίνου μοιάζει να κοιτάζει προς το άπειρο.

Εκτός βέβαια από τη χρωματική διαφορά, στον πίνακα του Λονδίνου οι μορφές είναι πιο συγκεκριμένες και τα ενδεδυμένα σώματα είναι σαφέστερα. Και στους δύο πίνακες οι βράχοι στο φόντο απεικονίζονται με μεγάλη λεπτομέρεια, αν και οι φόρμες τους στον πίνακα του Λούβρου είναι ελαφρά πιο ομιχλώδεις και λεπτότερα απεικονισμένες με την τεχνική του "σφουμάτο" να είναι λιγότερο έντονη. Ωστόσο, σημαντική διαφορά αποτελεί η χρήση του φωτός: Ο φωτισμός στον πίνακα του Λούβρου είναι πιο ήπιος και δίνει πιο "θερμή" εντύπωση, ενώ οι αντιθέσεις στον πίνακα του Λονδίνου είναι εντονότερες. Πιθανόν σε αυτό να συμβάλει και η διαφορετική χρήση των χρωμάτων: Ο πίνακας του Λονδίνου δεν περιέχει κόκκινο, ενώ στον πίνακα του Λούβρου το ένδυμα του Αγγέλου έχει αποχρώσεις έντονου κόκκινου και πράσινου, με διαφορετική διάταξη γενικότερα σε όλα τα ενδύματα. Διαφορετικά είναι, επίσης, και τα "παιχνιδίσματα" του φωτός σε αυτόν, όπου υπάρχουν αναλαμπές διάχυτου φωτός ιδιαίτερα σαφείς, ειδικά κάτω από το χέρι της Παρθένου, ενώ στον πίνακα του Λούβρου χρειάζεται να τις αναζητήσει κανείς κάτω από αλλεπάλληλες στρώσεις κίτρινου χρώματος.[12] Από τον πίνακα του Λούβρου λείπει η άλως στα πρόσωπα και η πιο έντονη άλως, σε χρυσαφιά απόχρωση, του καλαμένιου Σταυρού που κρατά ο Άγιος Ιωάννης. Σύμφωνα με τον Μάρτιν Ντέιβις (Martin Davies), παλαιότερα έφορο της Εθνικής Πινακοθήκης, δεν είναι βέβαιο αν αυτές οι λεπτομέρειες είναι σύγχρονες με την δημιουργία του πίνακα ή προστέθηκαν αργότερα από άλλο, άγνωστο καλλιτέχνη.[13] Διαφορές υπάρχουν, επίσης, και στην χλωρίδα που απεικονίζουν οι δύο πίνακες: Αυτός του Λούβρου απεικονίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τα άνθη του νάρκισσου[15] που βρίσκονται μπροστά από τον Άγιο Ιωάννη καθώς και το μοναδικό άνθος, που συμβολίζει την Άμωμη Σύλληψη εμπρός από την Παρθένο[9], ενώ τα αντίστοιχα άνθη στον πίνακα του Λονδίνου είναι περισσότερο φανταστικά παρά ακριβή.[16]

Ένα σημαντικό σημείο αμφισβήτησης είναι αυτό που διατείνεται ότι ανακάλυψε η γεωλόγος Αν Πιτσορούσσο (Ann Pizzorusso) στον πίνακα του Λονδίνου. Σύμφωνα με την Πιτσορούσσο, ο ντα Βίντσι, πολύ γνωστός καλλιτέχνης για την ακρίβεια με την οποία αποτύπωνε τα τοπία του, δεν θα μπορούσε να έχει σχεδιάσει βραχώδες τοπίο όπως αυτό που εμφανίζεται στον πίνακα. Επίσης, φιόρδ σαν τα απεικονιζόμενα δεν υπάρχουν στην Ιταλία. Αυτά. σύμφωνα με την Πιτσορούσσο, είναι σημεία που καταδεικνύουν σαφώς ότι ο ντα Βίντσι δεν είναι ο δημιουργός των πινάκων.[17][18] Η Αυστραλή ιστορικός τέχνης Τάμσυν Τέιλορ (Tamsyn Taylor) αντιτείνει, από την άλλη: "Οι απεικονιζόμενοι βράχοι του σπηλαίου είναι πράγματι θαυμάσια αναπαράσταση σχηματισμών από ερυθρό ασβεστόλιθο που απαντάται στα Απέννινα όρη καθώς και σε άλλα σημεία της βόρειας Ιταλίας. Η διάβρωση του πετρώματος από το νερό και η κατακόρυφη θραύση των βράχων, εκτός του ότι είναι τυπικοί σχηματισμοί της περιοχής, αποδίδονται θαυμάσια. Αυτό που δεν λαμβάνει υπόψη της είναι ότι πρόκειται για δύο διαφορετικούς τύπους πετρώματος Προφανώς η κ. Πιτσορούσσο δεν είναι εξοικειωμένη με τον τρόπο που θραύεται αυτός ο τύπος πετρώματος: Η συγγραφέας παρερμηνεύει το γεγονός ότι οι απεστρογγυλευμένοι βράχοι από ψαμμίτη κοντά στο άνω άκρο του πίνακα είναι από το ίδιο υλικό με τους υπόλοιπους που απεικονίζονται στον πίνακα, με το περίγραμμά τους να σκιάζεται από στρώσεις από πυκνά βρύα, γεγονός που αποκαλύφθηκε ύστερα από την πρόσφατη συντήρηση του πίνακα στην Εθνική Πινακοθήκη". Από την άλλη, σχετικά με τα φιόρδ που αναφέρει η κ. Πιτσορούσσο, απλά δεν πρέπει να έχει δει τις παγετωνικής προελεύσεως λίμνες της βόρειας Ιταλίας, με τις απότομες όχθες και τους τραχείς σχηματισμούς γύρω τους".[19]

Συμβολισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως προαναφέρθηκε, ο πίνακας βρίθει συμβολισμών. Ο Ιησούς και ο εξάδελφός του Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής συναντήθηκαν όταν ήταν παιδιά, σύμφωνα με μυθικές παραδόσεις που έγιναν δημοφιλείς στην Ευρώπη του 14ου αιώνα. Σύμφωνα με αυτές, η Αγία Οικογένεια μετακινήθηκε στην Αίγυπτο όταν ο Ηρώδης διέταξε την σφαγή των νηπίων και κατά τη διάρκεια αυτής της μετακίνησης συνάντησε τον Άγιο Ιωάννη, ο οποίος επίσης διέφυγε της σφαγής.

Προφανώς ο ντα Βίντσι δεν είχε στο μυαλό του τοπίο που να απεικονίζει τους Αγίους Τόπους όταν ζωγράφισε αυτόν τον πίνακα. Το σκούρο τοπίο που αποτελεί το υπόβαθρο του πίνακα δεν θέλει να αποδώσει κάποιο συγκεκριμένο τόπο, αλλά θέλει να υπενθυμίσει τις ιδέες που είχαν σχηματιστεί κατά την εποχή του γύρω από την Παρθένο και τον Ιησού: Οι βράχοι και τα σπήλαια είχαν συσχετιστεί ιδιαίτερα με τον Ιωσήφ και την Παρθένο, καθώς υπήρχαν αρκετές μεταφορές της εποχής για την περιγραφή της Αγίας Οικογένειας: Η Παρθένος αναφερόταν ως "ο Βράχος που δεν είχε σμιλευτεί από ανθρώπινο χέρι", ενώ ο Ιησούς, Υιός Θεού, ήταν το "όρος που λαξεύτηκε από το όρος όχι από ανθρώπινο χέρι".[20] Η έρημος, στην οποία υποτίθεται ότι συναντήθηκαν ο Ιησούς με τον Ιωάννη έχει αντικατασταθεί από βραχώδες σπήλαιο με νερά και διάφορα φυτά. Σύμφωνα επίσης με την φλωρεντινή παράδοση, ο Ιωάννης και ο Ιησούς ήταν σύντροφοι στο παιχνίδι στην παιδική τους ηλικία και ο Ιωάννης γνώριζε την επικείμενη θυσία του Ιησού για την ανθρωπότητα. Αυτή η προ-γνώση του Θείου Πάθους απεικονίζεται από το χείλος του κρημνού στο οποίο κάθεται ο Ιησούς αλλά και από την βλάστηση που τον περιβάλλει (ακόνιτο, φύλλα φοινικιάς και ίριδες)[10] Σχετικά με τα άνθη μπροστά από τον Ιησού, η Εθνική Πινακοθήκη τα αναφέρει ως αγριοπανσέδες, σύμβολο αγνότητας και εξιλέωσης, ενώ η Τέιλορ ναρκίσσους. Τα φύλλα της φοινικιάς, που διακρίνονται πίσω από το κεφάλι του Ιωάννη, είναι, εκτός από έμβλημα της Παρθένου, σύμβολο νίκης.


Η "νέα εικόνα"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια συντήρησης του πίνακα στην Εθνική Πινακοθήκη, οι συντηρητές μετακάλεσαν μια ομάδα ειδικών από την Φλωρεντία προκειμένου να διαπιστώσουν τι κρυβόταν κάτω από τον πίνακα. Χρησιμοποίησαν μια νέα τεχνική, την καταγραφή ανάκλασης υπερερύθρου (infrared reflectography) για να διαπιστώσουν τι βρίσκεται, ως σχεδίασμα, κάτω από τις στρώσεις των χρωμάτων του καλλιτέχνη. Ανέμεναν να βρουν ένα σχέδιο που να προσομοιάζει στο γενικό σχέδιο του πίνακα με την διάταξη των αντικειμένων και των απεικονιζομένων προσώπων. Έμειναν όμως έκπληκτοι όταν διαπίστωσαν ότι κάτω από το χρώμα βρισκόταν ένα σχεδίασμα τελείως άσχετο με την τελική απεικόνιση: Στο σχεδίασμα απεικονίζεται μια γυναίκα γονατιστή - πιθανώς η Παρθένος - με το ένα χέρι της λυγισμένο να ακουμπά στο στήθος της και το πρόσωπο σχεδόν σε προφίλ. Ο ντα Βίντσι εμφανώς είχε ξεκινήσει εκεί να σχεδιάζει κάποιο άλλο έργο, το οποίο εγκατέλειψε για να ζωγραφίσει τον πίνακα.[21][22]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 National Gallery, London: Leonardo’s ‘Virgin of the Rocks’ paintings united
  2. Fred S. Kleiner, Helen Gardner, Gardner's art through the ages: a concise global history, Cengage Learning, 2008 σελ. 256 στο Google books
  3. Alexis François Rio, Leonardo da Vinci e la sua scuola. Illustrazioni storiche e note. Pubblicate per cura di Felice Turotti, colla traduzione dell' opera suddetta di F. Rio, Milano 1857, Libreria di F. Sanvito, successore a Borroni e Scotti σελ. 5
  4. The Guardian: Jonathan Jones, The Virgin of the Rocks: Da Vinci decoded
  5. Louvre Museum: The Virgin of the Rocks
  6. National Gallery: Mysterious Virgin
  7. 7,0 7,1 National Gallery: The Virgin of the Rocks
  8. BBC News: New Leonardo picture discovered
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 Tamsyn Taylor: Leonardo da Vinci and "the Virgin of the Rocks". The Louvre version and the National Gallery version: Which is the earlier? A different opinion
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 Musee du Louvre: The Virgin of the Rocks
  11. 11,0 11,1 εφημ. Guardian. Jonathan Jones, The Virgin of the Rocks: Da Vinci decoded, 13 Ιουλίου 2010
  12. 12,0 12,1 Martin Kemp, Leonardo, Oxford University Press, 2011, σελ. 255 στο Google books
  13. 13,0 13,1 Martin Davies, The earlier Italian schools, Publications Dept., National Gallery, 1986 στο Google Books
  14. Angela Ottino della Chiesa (1967). The Complete Paintings of Leonardo da Vinci. Penguin Classics of World Art series
  15. Η Εθνική Πινακοθήκη θεωρεί τα άνθη αυτά ως άγριους πανσέδες και το Λούβρο ίριδες
  16. Alastair Soote στην εφημ. "The Telegraph": Leonardo Da Vinci exhibition: The Virgin of the Rocks compared, 08-11-2011. Ανακτήθηκε στις 15-04-2012
  17. περιοδ. Popular Science, Da Vinci Rocks, Ιούνιος 1996 στο Google books
  18. Ann C. Pizzorusso, Leonardo's Geology: The Authenticity of the Virgin of the Rocks, Leonardo, 1996
  19. Tamsyn Taylor: The Geology
  20. National Gallery, London: Metaphors
  21. National Gallery: The hidden drawing
  22. BBC News: New Leonardo picture discovered, 01-07-2005. Ανακτήθηκε στις 14-04-2012.
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα