Η Γη Τρέμει

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Γη Τρέμει
La Terra Trema
Terratremaposter.jpg
Σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι
Παραγωγή Σάλβο Ντ'Άντζελο
Σενάριο Λουκίνο Βισκόντι
Αντόνιο Πιετράντζελι
Τζοβάνι Βέργκα (Μυθιστόρημα)
Πρωταγωνιστές Αντόνιο Αρτσιντιάκονο
Τζουζέπε Αρτσιντιάκονο
Κυκλοφορία 1954
Πρώτη προβολή Country flag 2/9/1948
Μουσική Γουίλι Φερέρο
Διάρκεια 165 λεπτά
Γλώσσα Ιταλικά
Σελίδα IMDb
Σελίδα Cine.gr

Η ταινία Η Γη Τρέμει (Ιταλ. La Terra Trema) είναι νεορεαλιστικό δράμα παραγωγής 1948 σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι. Στην ταινία, που είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα του Τζοβάνι Βέργκα Οι Μαλαβόλιε[1], συμμετέχουν μη επαγγελματίες ηθοποιοί, οι ψαράδες της παραθαλάσσιας τοποθεσίας της Σικελίας Άτσι Τρέτσα.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ψαράδες της Ατσι Τρέτσα, μιας παραλιακής τοποθεσίας κοντά στην Κατάνη της Σικελίας, τα βγάζουν πέρα με τα λίγα χρήματα που καταφέρνουν να κερδίσουν από την ταπεινή τους εργασία. Είναι επιπλέον θύματα εκμετάλλευσης από τους χοντρέμπορους του ψαριού. Ο Ντόνι και η οικογένειά του επαναστατούν και βάζουν σε υποθήκη το σπίτι τους για να δημιουργήσουν τη δική τους επιχείρηση, αλλά λίγες μέρες αργότερα η βάρκα τους καταστρέφεται από θαλασσοταραχή. Ολόκληρη η οικογένεια βρίσκεται στο δρόμο με τεράστια χρέη στην πλάτη της.

Πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σκηνοθέτης δε θεώρησε ποτέ το La Terra Trema ακριβή μεταφορά του έργου του Βέργκα Οι Μαλαβόλιε. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για μια ελεύθερη διασκευή του μυθιστορήματος στην οποία μπορεί κανείς να διακρίνει το στοιχείο έντονου ρεαλισμού. Ο σκηνοθέτης είχε ως σκοπό του να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το έργο του Βέργκα από τα μέσα της δεκαετίας του '30, περίοδο που βρισκόταν στη Γαλλία μαθητευόμενος πλάι στο Ζαν Ρενουάρ. Το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας ήταν αντίθετο με τα σχέδια του Βισκόντι, έτσι ο ίδιος αποφάσισε να σκηνοθετήσει την ταινία Διαβολικοί Εραστές (Ossessione, 1943) αντ' αυτού. Το όνειρο του μυθιστορήματος του Βέργκα παρέμεινε όμως ζωντανό μες το μυαλό του σκηνοθέτη για χρόνια. Ο Βισκόντι είχε εντυπωσιαστεί από την αρμονία των λέξεων του μυθιστορήματος και είχε κατοχυρώσει τα δικαιώματα του έργου του Βέργκα. Το πάθος του για το Οι Μαλαβόλιε στηριζόταν επίσης από τους διανοούμενους συναδέλφους του, μελών του περιοδικού "ΣΙΝΕΜΑ". Ο πόλεμος ξέσπασε, ο σκηνοθέτης αφοσιώθηκε στη σκηνοθεσία του "Ossessione" και το γκρουπ του ΣΙΝΕΜΑ έλαβε μέρος στην αντίσταση. Ο σύντροφος του Βισκόντι, Αντόνιο Πιετράντζελι, συνελήφθη από τους φασίστες και στη φυλακή άρχισε να γράφει τις πρώτες γραμμές του σεναρίου του La Terra Trema, ενώ ο σκηνοθέτης έκρυβε αντιστασιακούς στη βίλα του στη Ρώμη. Συνελήφθη κι εκείνος κι έμεινε στη φυλακή μέχρι και την απελευθέρωση. Μετά την απελευθέρωση ο σκηνοθέτης ασχολήθηκε για μια τριετία με τη σκηνοθεσία ταινιών μικρού μήκους βασισμένες σε έργα των Ζαν Κοκτώ, Ζαν Ανούιγ, Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Έρσκιντ Κάλντγουελ και Τένεσι Γουίλιαμς. Το 1947 άρχισε τις προετοιμασίες για την δημιουργία τριών ταινιών, που θα είχαν έντονο αφηγηματικό ύφος και θα πραγματεύονταν την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης στην επαρχία, καθώς και τις δυσκολίες της ζωής της εργατιάς. Το πρώτο επεισόδιο της τριλογίας που σχεδίαζε να σκηνοθετήσει ο Βισκόντι, ασχολούνταν με τις δυσκολίες στη ζωή των ψαράδων της Σικελίας. Το δεύτερο επεισόδιο είχε ως θέμα τη ζωή των ανθρακορύχων και το τρίτο τις προσπάθειες μιας οικογένειας γεωργών να αποκτήσει οικονομική άνεση. Είχε την ευκαιρία να δημιουργήσει μονάχα το πρώτο επεισόδιο, ένα εγχείρημα δύσκολο από την πρώτη μέρα των γυρισμάτων. Το 1948, ο Βισκόντι και το συνεργείο του βρέθηκαν στη Σικελία για να ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Το κομμουνιστικό κόμμα σκόπευε να χρησιμοποιήσει την ταινία στο πλαίσιο της προεκλογικής του εκστρατείας και είχε παραχωρήσει στον σκηνοθέτη το πόσο των 30.000.000 λιρών για τα έξοδα της ταινίας. Ο σκηνοθέτης γρήγορα όμως αντελήφθη ότι τα χρήματα δεν ήταν αρκετά και εκτός αυτού είχε να αντιμετωπίσει την κατακραυγή του τύπου και των Σικελών για τον τρόπο με τον οποίο απεικόνιζε την κατάσταση στα χωριά του νησιού. Όταν ο Βισκόντι έφτασε στο νησί διαπίστωσε ότι η ζωή στην ιταλική επαρχία δε διέφερε καθόλου από εκείνη που είχε περιγράψει ο Βέργκα στο μυθιστόρημά του, το οποίο διαδραματιζόταν στο 1880. Σκοπός του ήταν να χρησιμοποιήσει μη επαγγελματίες ηθοποιούς ως πρωταγωνιστές του έργου του και οι κάτοικοι της Ατσιτρέτσα δέχτηκαν να συμμετάσχουν στην ταινία. Μείζον πρόβλημα αποτελούσε το γεγονός ότι οι κάτοικοι της κωμόπολης μιλούσαν μόνο την τοπική διάλεκτο που διαφέρει πολύ από τα ιταλικά. Σ' αυτό το πρόβλημα είχε τη βοήθεια των δυο βοηθών του, των άσημων μέχρι τότε Φράνκο Τζεφιρέλι και Φραντσέσκο Ρόζι, που μετέφραζαν τις οδηγίες του στους κατοίκους της Άτσι Τρέτσα. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο ο σκηνοθέτης βαλλόταν από τις αρχές της Σικελίας που υποστήριζαν ότι όσα απεικονίζονται στην ταινία είναι αναληθή (Το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν αριστερός, ερχόταν σε αντίθεση με τον οπισθοδρομισμό των Σικελών). Το Μάιο του '48 τα χρήματα του κομμουνιστικού κόμματος τελείωσαν και ο ίδιος κατέφυγε στη Ρώμη όπου δανείστηκε χρήματα από τον παραγωγό Σάλβο Ντ'Άντζελο. Εκτός αυτού πούλησε μέρος της περιουσίας του προκειμένου να ολοκληρώσει την ταινία. Έχοντας πλέον αποδεσμευτεί από τις επιταγές του κομμουνιστικού κόμματος αισθάνθηκε ότι είχε την καλλιτεχνική ελευθερία να αποφασίσει ο ίδιος για τη μορφή που ήθελε να δώσει στο φιλμ του. Έτσι ενώ αρχικά επρόκειτο να βασιστεί στο μυθιστόρημα του Βέργκα για να δημιουργήσει ένα είδος νεορεαλιστικού ντοκυμαντέρ με θέμα τα βάσανα της εργατιάς στην ιταλική ύπαιθρο, βρίσκοντας την ανεξαρτησία του προσέγγισε και πάλι την αφήγηση και τα γεγονότα του μυθιστορήματος δίνοντας στην ταινία την κινηματογραφική μορφή με την οποία είναι γνωστή μέχρι και σήμερα. Ο Βισκόντι εγκατέλειψε τα σχέδια του για τα άλλα δυο επεισόδια αφιερωμένα στους εργάτες και πέρασε στο επόμενο του εγχείρημα το "Μπελίσσιμα" (Bellissima, 1951) με μια εξαιρετική Άννα Μανιάνι.

Η ταινία παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας του 1948, έχασε το Χρυσό Λέοντα από τον Άμλετ (Hamlet, 1948) του Λόρενς Ολίβιε, αλλά έλαβε "Διεθνές Βραβείο" για το νεωτεριστικό της στυλ. Οι αντιδράσεις του κοινού ήταν αρνητικές κατά την προβολή της ταινίας και κάποιοι βιάστηκαν να πουν ότι επρόκειτο για καλλιτεχνική αποτυχία. Σφυρίγματα, φωνές και προσβολές προς τον Βισκόντι γέμισαν την κινηματογραφική αίθουσα. Μέλη της χριστιανικής παράταξης τέθηκαν φανερά ενάντια στον ιταλικό κινηματογράφο και στον τρόπο αναπαράστασης της ζωής στην επαρχία. Όπως συνέβη και με το "Ossessione", έτσι και σ'αυτή την περίπτωση πολέμιοι της ταινίας ξεκίνησαν δυσφημιστική εκστρατεία, ώστε η ταινία να μην προβληθεί στους κινηματογράφους. Η μαζική προβολή της ταινίας έγινε το 1950, με μια ντουμπλαρισμένη έκδοση, όπου οι ήρωες εμφανίζονται να μιλούν ιταλικά με σικελική προφορά, αντί της διαλέκτου. Η έκδοση αυτή θεωρήθηκε αποτυχημένη και η διάρκεια της προβολής της ταινίας στους κινηματογράφους ήταν σύντομη.

Ιταλικός Νεορεαλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα το "La Terra Trema" μαζί με το Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη (Roma, Citta Aperta, 1945) του Ρομπέρτο Ροσελίνι και το Κλέφτες Ποδηλάτων (Ladri Di Biciclette, 1949) του Βιτόριο ντε Σίκα θεωρούνται τα χαρακτηριστικότερα δείγματα του Ιταλικού Νεορεαλισμού και σημείο αναφοράς για κάθε επίδοξο σκηνοθέτη.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Iannello, Silvia, "I Malavoglia e La terra trema", in Le immagini e le parole dei Malavoglia, Sovera, Roma, 2008, pag. 30-36.
  • Almond, Mark, The Revolution's Golden Book Ediouro Press, Brazil, 2003.
  • Bacon, Henry, Visconti: Explorations of Beauty and Decay, Cambridge University Press, 1998.
  • Nowell-Smith, Geoffrey, The Oxford History of World Cinema, Oxford University Press, 1996.