Εργοθεραπευτής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

O Εργοθεραπευτής (ε/θς) είναι επιστήμονας υγείας ειδικευμένος στην πρακτική εφαρμογή της Εργοθεραπείας. Ο ρόλος του εργοθεραπευτή είναι να συνεργαστεί με ένα άτομο για να το βοηθήσει να κατακτήσει ένα ολοκληρωμένο και ικανοποιητικό βιωτικό επίπεδο μέσω μιας "σκόπιμης δραστηριότητας ή παρεμβάσεων σχεδιασμένων να επιτεύξουν λειτουργικά αποτελέσματα τα οποία προάγουν την υγεία, την πρόληψη τραυματισμού ή αναπηρίας και οι οποίες αναπτύσσουν, βελτιώνουν, διατηρούν ή επαναφέρουν το υψηλότερο δυνατό επίπεδο ανεξαρτησίας.".[1] Ένας εύληπτος ορισμός του εργοθεραπευτή μπορεί επίσης να δοθεί με τη χρήση μοντέλων όπως το Μοντέλο Εκτέλεσης Έργου (Αυστραλία), γνωστό ως Occupational Performance Model (Australia) [OPM(Α)]. Στο επίκεντρο αυτής της προσέγγισης είναι η ιδεολογία ότι οι εργοθεραπευτές ασχολούνται με τα έργα των ανθρώπων και το πώς αυτά συνεισφέρουν στην υγεία. [2] Συγκεκριμένα η εκτέλεση έργου από το ίδιο το άτομο είναι η οποία επηρεάζει την υγεία του και την προσωπική ικανοποίηση των ατομικών αναγκών του. Το Μοντέλο Εκτέλεσης Έργου (Αυστραλία) [OPM(Α)] είναι δομημένο πάνω στον ακόλουθο ορισμό της Εκτέλεσης Έργου:

«Η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι, να επιθυμείς, να ανακαλείς, να προγραμματίζεις και να εκτελείς ρόλους, ρουτίνες, δραστηριότητες και επιμέρους καθήκοντα/εργασίες με σκοπό την αυτοϋπηρέτηση, την παραγωγικότητα, την ψυχαγωγία και την ανάπαυση ως απάντηση στις απαιτήσεις του εσωτερικού και / ή του εξωτερικού περιβάλλοντος.» [3]

Διαπιστώνεται συνεπώς ότι η εκτέλεση έργου, οι ρόλοι που αυτή δημιουργεί για ένα άτομο, καθώς και οι τομείς τους οποίους μπορεί να καλύψει είναι τόσο εκτεταμένοι ώστε ένας εργοθεραπευτής μπορεί να δουλέψει με ένα ευρύ φάσμα ατόμων με διάφορους περιορισμούς που λαμβάνουν τις υπηρεσίες του σε ένα σύνολο διαφορετικών θεραπευτικών πλαισίων/δομών.[4] Η Εργοθεραπεία βοηθά τους ανθρώπους να εκτελέσουν τις καθημερινές δραστηριότητές τους που ως έργα γεμίζουν το χρόνο τους, τους επιτρέπουν να αυτοσυντηρηθούν και τους παρέχουν τη δυνατότητα να συνεισφέρουν στην ευρύτερη κοινότητα. Αυτές τις ευκαιρίες δυνατότητας εκτέλεσης έργου (το να είσαι ικανός να "κάνεις" κάτι) παρέχει η Εργοθεραπεία και ακριβώς αυτές είναι που αποδεικνύονται σημαντικές και ουσιαστικές για την υγεία των ανθρώπων.[5][6]

Ρόλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Εργοθεραπευτές (ε/θς) βοηθούν ανθρώπους όλων των ηλικιών να βελτιώσουν την ικανότητά τους να εκτελούν δραστηριότητες στην καθημερινή τους ζωή και στα εργασιακά τους περιβάλλοντα. Εργάζονται με άτομα που έχουν παθήσεις που προκαλούν ψυχική, σωματική, αναπτυξιακή, κοινωνική ή συναισθηματική αναπηρία. Τους βοηθούν επίσης να αναπτύξουν, να ανακτήσουν ή να διατηρήσουν δεξιότητες της καθημερινής ζωής και εκείνες που είναι απαραίτητες για εργασία . Οι Εργοθεραπευτές βοηθούν τα άτομα όχι μόνο να βελτιώσουν τις βασικές κινητικές λειτουργίες τους και τις ικανότητες συλλογιστικής τους, αλλά και να αντισταθμίσουν τη μόνιμη απώλεια της εκάστοτε λειτουργίας. Ο στόχος τους είναι να βοηθήσουν τα άτομα να έχουν ανεξάρτητη, παραγωγική και ικανοποιητική ζωή.

Οι Εργοθεραπευτές βοηθούν τα άτομα να εκτελέσουν δραστηριότητες όλων των ειδών, που κυμαίνονται από το να χρησιμοποιήσουν έναν υπολογιστή ως το να φροντίσουν για τις καθημερινές ανάγκες τους, όπως το ντύσιμο, το μαγείρεμα και τη βρώση. Φυσικές ασκήσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αυξήσουν τη δύναμη και την επιδεξιότητα, ενώ άλλες δραστηριότητες μπορεί να επιλεγούν για τη βελτίωση της οπτικής οξύτητας και της ικανότητας διάκρισης σχημάτων. Για παράδειγμα, ένα άτομο με απώλεια βραχυπρόθεσμης μνήμης μπορεί να ενθαρρυνθεί να δημιουργήσει λίστες για ενίσχυση της ικανότητας ανάκλησης και σε ένα άτομο με προβλήματα συντονισμού μπορεί να ανατεθούν ασκήσεις για τη βελτίωση συντονισμού χεριού-ματιού. Οι Εργοθεραπευτές χρησιμοποιούν επίσης προγράμματα υπολογιστή για να βοηθήσουν τα άτομα να βελτιώσουν τη λήψη αποφάσεων, την αφηρημένη συλλογιστική, την επίλυση προβλημάτων, και τις αντιληπτικές δεξιότητες, καθώς και τη μνήμη, την αλληλουχία και το συντονισμό - εκ των οποίων όλα είναι σημαντικά για την ανεξάρτητη διαβίωση. Οι Εργοθεραπευτές συχνά είναι ειδικευμένοι σε ψυχολογικές προσεγγίσεις, όπως η γνωστική συμπεριφορική θεραπεία και η Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης και μπορούν να χρησιμοποιούν τη γνωστική θεραπεία ειδικά όταν εισάγουν ανθρώπους σε νέες στρατηγικές για την εκτέλεση των καθημερινών δραστηριοτήτων τους, όπως δραστηριότητες ρουτίνας ή χρήση αποτελεσματικών στρατηγικών επικοινωνίας.

Άτομα με μόνιμες αναπηρίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι εργοθεραπευτές εκπαιδεύουν άτομα με μόνιμες αναπηρίες, όπως κακώσεις νωτιαίου μυελού, εγκεφαλική παράλυση ή μυϊκή δυστροφία, στη χρήση της προσαρμοστικού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένου του αναπηρικού αμαξιδίου, των ορθοπεδικών βοηθημάτων, καθώς και των βοηθημάτων φαγητού και ένδυσης. Επίσης σχεδιάζουν ή κατασκευάζουν ειδικό εξοπλισμό που απαιτείται στο σπίτι ή στην εργασία. Οι εργοθεραπευτές αναπτύσσουν προσαρμοστικό εξοπλισμό για χρήση υπολογιστή και εκπαιδεύουν τα άτομα με σοβαρούς περιορισμούς στον τρόπο χρήσης του εν λόγω εξοπλισμού με σκοπό την καλύτερη επικοινωνία και τον έλεγχο των διαφόρων πτυχών του περιβάλλοντός τους.

Θεραπεία σε περιβάλλον προστατευόμενης εργασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένοι εργοθεραπευτές εκπαιδεύουν τα άτομα στις κατάλληλες δεξιότητες, ώστε να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον προστατευόμενης εργασίας. Οι εργοθεραπευτές διευθετούν την πρόσληψη του ατόμου, αξιολογούν το εργασιακό περιβάλλον, σχεδιάζουν τις εργασιακές δραστηριότητες και εκτιμούν την πρόοδο του εξυπηρετούμενού τους. Επίσης μπορεί να συνεργαστούν τόσο με το ίδιο το άτομο όσο και τον εργοδότη του για να τροποποιήσουν το εργασιακό περιβάλλον, έτσι ώστε η εργασία να μπορεί να ολοκληρωθεί επιτυχώς.

Με παιδιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Εργοθεραπευτές μπορούν να εργαστούν αποκλειστικά με άτομα μιας συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας ή συγκεκριμένης διαγνωστικής κατηγορίας. Στα σχολεία, για παράδειγμα, αξιολογούν τις ικανότητες των παιδιών, συστήνουν και παρέχουν θεραπεία, τροποποιούν τον εξοπλισμό της τάξης και βοηθούν τα παιδιά να συμμετέχουν όσο το δυνατόν περισσότερο στα σχολικά προγράμματα και τις σχολικές δραστηριότητες. Ένας εργοθεραπευτής μπορεί να εργαστεί με παιδιά σε ατομική βάση ή σε μικρές ομάδες στην τάξη, να συμβουλεύσει έναν δάσκαλο ή να συμμετέχει σε επιτροπές δημιουργίας προγραμμάτων σπουδών ή διοικητικές επιτροπές. Υπηρεσίες έγκαιρης θεραπευτικής παρέμβασης παρέχονται σε βρέφη και νήπια που αντιμετωπίζουν αναπτυξιακή καθυστέρηση ή ανήκουν σε ομάδα υψηλού κινδύνου. Ειδικές θεραπείες μπορεί να περιλαμβάνουν τη διευκόλυνση της χρήσης των χεριών, την προαγωγή των δεξιοτήτων λήψης και εκτέλεσης εντολών, την ενθάρρυνση των κοινωνικών δεξιοτήτων ή την εκπαίδευση δεξιοτήτων ένδυσης και προσωπικής υγιεινής.

Με ηλικιωμένους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εργοθεραπεία είναι αρκετά ωφέλιμη στον ηλικιωμένο πληθυσμό. Οι θεραπευτές βοηθούν τους ηλικιωμένους να έχουν πιο παραγωγική, ενεργή και ανεξάρτητη ζωή μέσα από μια ποικιλία μεθόδων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης προσαρμοστικού εξοπλισμού. Οι Εργοθεραπευτές συνεργάζονται με ηλικιωμένους σε ποικίλα περιβάλλοντα, όπως στο σπίτι τους, στην κοινότητα, στο νοσοκομείο, σε κέντρα ανοιχτής προστασίας ηλικιωμένων και οίκους ευγηρίας. Στο περιβάλλον του σπιτιού οι εργοθεραπευτές μπορεί να δουλέψουν με το άτομο στην αξιολόγηση των κινδύνων και τον εντοπισμό περιβαλλοντικών παραγόντων που διευκολύνουν τις πτώσεις. Οι Εργοθεραπευτές έχουν συχνά συντελεστικό ρόλο στην εκτίμηση των κατάλληλων αναπηρικών αμαξιδίων για τους ηλικιωμένους. Επιπλέον, οι εργοθεραπευτές με εξειδίκευση στην αποκατάσταση της οδήγησης αξιολογούν την ικανότητα του ατόμου να οδηγεί τόσο με κλινικές όσο και με δοκιμασίες που εκτελούνται σε πραγματικό περιβάλλον, σε οδικό δίκτυο. Οι αξιολογήσεις επιτρέπουν στον εργοθεραπευτή να κάνει συστάσεις για προσαρμοστικό εξοπλισμού, ο οποίος στοχεύει στην παράταση της ανεξαρτησία στην οδήγηση, και εναλλακτικών επιλογών μεταφοράς.

Ψυχική υγεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Εργοθεραπευτές επίσης εργάζονται με άτομα που έχουν προβλήματα ψυχικής υγείας και μαθησιακές δυσκολίες. Σε αυτό το πλαίσιο, οι εργοθεραπευτές επιλέγουν δραστηριότητες που βοηθούν τα άτομα να μάθουν να εμπλέκονται και να ανταπεξέρχονται στην καθημερινή τους ζωή. Οι δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνουν δεξιότητες διαχείρισης χρόνου, διαχείρισης προϋπολογισμού, διαχείρισης αγορών, ενασχόλησης με τα οικιακά και χρήσης των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς. Οι Εργοθεραπευτές εργάζονται επίσης με άτομα που αντιμετωπίζουν αλκοολισμό, ναρκωτικά, κατάθλιψη, διατροφικές διαταραχές ή αγχώδεις διαταραχές. Ο απώτερος στόχος τους είναι να βοηθήσουν τα άτομα να εμπλακούν σε ένα φάσμα έργων που προσφέρουν μια προσωπική ικανοποίηση και κοινωνική προσαρμογή.

Με Ασθενείς Τελικού Σταδίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Εργοθεραπευτές εργάζονται με άτομα με ανίατες ασθένειες όπως ο καρκίνος, η μυϊκή δυστροφία, κ.ά.. Όλοι οι τομείς εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένων της παραγωγικότητας, του παιχνιδιού και του ελεύθερου χρόνου, επηρεάζονται ευρέως σε αυτές τις ομάδες ασθενών. Ένας εργοθεραπευτής παρέχει διάφορα μέσα σε αυτά τα άτομα για να αποκαταστήσει ή να διατηρήσει τα στοιχεία εκτέλεσης που πλήττονται από την εκάστοτε ασθένεια, χρησιμοποιώντας τις εναπομείνασες ικανότητες και δυνατότητες του ατόμου για να του δώσει μια αίσθηση σπουδαιότητας.

Με Άτομα με Χρόνιο Πόνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Εργοθεραπευτές συχνά εργάζονται σε διεπιστημονικές ή πολυεπιστημονικές ομάδες για να βοηθήσουν τα άτομα με χρόνιο πόνο να αναπτύξουν ενεργές στρατηγικές αυτοδιαχείρισης. Μια περιοχή ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τους εργοθεραπευτές είναι η χρήση του χρόνου [7] αλλά είναι επίσης συνηθισμένο για τους Εργοθεραπευτές να βοηθούν τα άτομα να επιστρέψουν στην εργασία τους, στην ψυχαγωγία και τις οικογενειακές δραστηριότητες.[8] Οι Εργοθεραπευτές μπορούν να χρησιμοποιήσουν μια ποικιλία παρεμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων της βιοανάδρασης, της ανάπαυσης, του καθορισμού στόχων, της επίλυσης προβλημάτων, του σχεδιασμού και αυτά τόσο στο πλαίσιο μιας ομάδας όσο και σε ατομική βάση.[9] Οι εργοθεραπευτές μπορούν να εργάζονται είτε σε κλινική, είτε στην κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων του εργασιακού χώρου, του σχολείου, του σπιτιού και των κέντρων υγείας. Οι Εργοθεραπευτές μπορούν να αξιολογούν την εκτέλεση έργων, πριν και μετά την παρέμβαση, ως μέτρηση της αποτελεσματικότητας και της ελάττωσης της δυσλειτουργίας.[10]

Αξιολόγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αξιολόγηση και η καταγραφή των δραστηριοτήτων και της πρόοδου ενός ατόμου αποτελεί σημαντικό μέρος της δουλειάς ενός εργοθεραπευτή. Οι ακριβείς καταγραφές είναι απαραίτητες για την αξιολόγηση των ατόμων, για την κοστολόγηση της θεραπείας, καθώς και για την υποβολή εκθέσεων προς ιατρούς και άλλους παροχείς υπηρεσιών υγείας.

Η λεπτομερής και ακριβής αξιολόγηση διασφαλίζει ότι οι Εργοθεραπευτές επιλέγουν τις πλέον κατάλληλες και αποτελεσματικές παρεμβάσεις για τους εξυπηρετούμενούς τους. Η Αξιολόγηση στην Εργοθεραπεία είναι πολύπλοκη και πολύπλευρη και αποτελεί βασική συνιστώσα της Εργοθεραπευτικής Διαδικασίας. Η Αξιολόγηση εμφανίζεται κατά την έναρξη της Διαδικασίας (παρέχοντας τη βάση για μια αποτελεσματική θεραπεία) και στο τέλος της (ως αποτίμηση). Τέλος, εμφανίζεται ως Επαναξιολόγηση καθ' όλη τη θεραπευτική παρέμβαση.[11]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. AOTA Inc, 1994, p.1073
  2. Chapparo & Ranka, 1997b
  3. Chapparo & Ranka, 1997a, p. 58
  4. Punwar, 2000, p. 5
  5. Crepeau, Cohn, & Schell, 2003, pp.27-30
  6. Brown, Jessica (2006). OCCP1082 assignment. University of Sydney: Australia
  7. Liedberg, G., Hesselstrand, M., & Henriksson, C. (2004). Time Use and Activity Patterns in Women with Long-term Pain. Scandinavian Journal of Occupational Therapy, 11(1), 26-35.
  8. Persson, Ε., Rivano-Fischer, Μ., Eklund, Μ., Persson, Ε., Rivano-Fischer, Μ., & Eklund, Μ. (2004). Evaluation of changes in occupational performance among patients in a pain management program. Journal of Rehabilitation Medicine, 36(2), 85-91.
  9. Strong, Unruh, Wright and Baxter (Eds.)(Pain: A textbook for therapists. 2002. Churchill Livingstone: London
  10. Carpenter, L., Baker, G. A., & Tyldesley, B. (2001). The use of the Canadian occupational performance measure as an outcome of a pain management program. Canadian Journal of Occupational Therapy - Revue Canadienne d Ergotherapie, 68(1), 16-22.
  11. Laver Fawcett, Α. (2007) Principles of Assessment and Outcome Measurement for Occupational Therapists and Physiotherapists: Theory, Skills and Application. West Sussex: John Wiley & Sons Ltd

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • AOTA Inc (1994). Policy 5.3.1: Definition of occupational therapy practice for state regulation. The American Journal of Occupational Therapy (AJOT), 48(11), 1072-1073.
  • Chapparo, C., & Ranka, J. (1997a). Occupational Performance Model (Australia): Definition of terms [Electronic Version], 58-60. Ανακτήθηκε 5 Απριλίου 2006 από http://www.occupationalperformance.com/index.php/au/home/definitions.
  • Chapparo, C., & Ranka, J. (1997b). Using the OPM(A) to guide practice and research [Electronic Version]. Ανακτήθηκε 10 Απριλίου 2006 από http://www.occupationalperformance.com/index.php/au/home/practice_guide.
  • Crepeau, E. B., Cohn, E. S., & Schell, B. A. B. (2003). Occupational Therapy practice today. In E. B. Crepeau, E. S. Cohn & B. A. B. Schell (Eds.), Willard & Spackman's occupational therapy (10th ed., pp. 27–30). Philadelphia: Lippincott Williams & Wilkins.
  • Crossman, A. R., & Neary, D. (2000). Neuroanatomy : an illustrated colour text (2nd ed.). Edinburgh ; New York: Churchill Livingstone.
  • Punwar, A. J. (2000). Defining Occupational Therapy. In A. J. Punwar & S. M. Peloquin (Eds.), Occupational therapy : Principles and practice (3rd ed., pp. 3–6). Philadelphia: Lippincott Williams & Wilkins.
  • Schwartz, K. B. (2003). The history of occupational therapy. In E. B. Crepeau, E. S. Cohn & B. A. B. Schell (Eds.), Willard & Spackman's occupational therapy (10th ed., pp. 5–13). Philadelphia: Lippincott Williams & Wilkins.
  • Occupational Therapists. Bureau of Labor Statistics, US Department of Labor,Occupational Outlook Handbook, 2004-05 Edition, Bulletin 2570. Superintendent of Documents, US Government Printing Office, Washington, DC, 2004.
  • Liedberg, G., Hesselstrand, M., & Henriksson, C. (2004). Time Use and Activity Patterns in Women with Long-term Pain. Scandinavian Journal of Occupational Therapy, 11(1), 26-35.
  • Persson, E., Rivano-Fischer, M., Eklund, M., Persson, E., Rivano-Fischer, M., & Eklund, M. (2004). Evaluation of changes in occupational performance among patients in a pain management program. Journal of Rehabilitation Medicine, 36(2), 85-91.
  • Strong, Unruh, Wright and Baxter (Eds.)(2002). Pain: A textbook for therapists. Churchill Livingstone: London
  • Carpenter, L., Baker, G. A., & Tyldesley, B. (2001). The use of the Canadian occupational performance measure as an outcome of a pain management program. Canadian Journal of Occupational Therapy - Revue Canadienne d Ergotherapie, 68(1), 16-22.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Occupational Therapist της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).