Αναπηρία
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο ορος αναπηρία αναφέρεται στον περιορισμό της κοινής δραστηριότητας λόγου, έργου ή άμεσης αντίληψης λόγω σωματικής ή πνευματικής βλάβης ενός ανθρώπου. Διακρίνουμε τους σωματικά ανάπηρους και τους διανοητικά ανάπηρους. Η αναπηρία γενικά διακρίνεται σε ολική και μερική καθώς και σε σωματική και διανοητική.
Ολική αναπηρία[Επεξεργασία]
- Η παντελής απώλεια της όρασης και στα δύο μάτια
- Η ολοκληρωτική γενική μετατραυματική παράλυση
- Η απώλεια των άνω άκρων, των χεριών.
- Ο ακρωτηριασμός και των δύο μηρών ή κνημών.
- Η αφασία.
- Η παραπληγία.
- Η ψυχοπάθεια, προερχόμενη από τραύμα στο κεφάλι.
- Η «προϊούσα κινητική αταξία», ύστερα από τραύμα
- Η απώλεια ενός άκρου και η αχρήστευση του άλλου
- Ο ακρωτηριασμός ή η πλήρης αχρήστευση του ενός τουλάχιστον ποδιού
Μερική αναπηρία[Επεξεργασία]
Η μερική αναπηρία έχει ελαφρότερο χαρακτήρα και κυμαίνεται σε ποσοστά αναπηρίας.