Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα (Γερμανία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα
Ιδρύθηκε 1867
Ιδεολογία Εθνικός Φιλελευθερισμός, Εθνικισμός, Κλασικός Φιλελευθερισμός, Μοναρχισμός
Πολιτική θέση Κεντροδεξιά
Πολιτικό σύστημα Γερμανίας
Πολιτικά κόμματα
Εκλογές

Το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα (γερμανικά: Nationalliberale Partei, προφορά στα ελληνικά: νατσιονάλ-λιμπεράλε παρτάι) ήταν πολιτικό κόμμα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, στο χώρο της Κεντροδεξιάς, την περίοδο 1867-1918.

Στις 17 Νοεμβρίου 1866 σχηματίστηκε από αρκετούς δεξιούς βουλευτές, πρώην αντιπροσώπους του Κόμματος της Προόδου στην Πρωσική Δίαιτα που ανεξαρτητοποιήθηκαν, μια αρχική εθνικοφιλελεύθερη κοινοβουλευτική ομάδα, με ηγέτες τους Έντουαρντ Λάσκερ και Χανς Βίκτορ φον Ούνρουχ. Η ομάδα αυτή παραμέρισε τις διαφορές της με τον καγκελάριο Όττο φον Μπίσμαρκ, υποστηρίζοντας την άκρως επιτυχημένη εξωτερική πολιτική του τελευταίου, που οδήγησε στην ενοποίηση της Γερμανίας και σε καθεστώς συνταγματικής μοναρχίας. Αποτέλεσε δε η παραπάνω πολιτική ομάδα τη μήτρα του Εθνικού Φιλελεύθερου Κόμματος, που ιδρύθηκε το 1867, αποτελώντας προασπιστή των συμφερόντων των μεγαλοαστών και των μεγιστάνων της βιομηχανίας. Πρώτος πρόεδρος του νεοπαγούς κόμματος υπήρξε ο Ρούντολφ φον Μπέννιγκσεν. Στις εκλογές του 1871 το κόμμα έφτασε στο 30,1% των ψήφων, αποτελώντας το ισχυρότερο κόμμα στο Ράιχσταγκ (Γερμανική Βουλή), με 119 έδρες.

Η περίοδος κυριαρχίας των Εθνικών Φιλελεύθερων ήταν τα έτη 1871-1879, όταν αποτέλεσαν τους κύριους συμμάχους του Μπίσμαρκ στο Ράιχσταγκ, όντας ένθερμοι υπέρμαχοι των μέτρων του κραταιού καγκελάριου κατά την περίοδο του Κουλτούρκαμπφ (αγώνας για τον πολιτισμό) στη Γερμανία, την προσπάθεια του Μπίσμαρκ να ελαττώσει την επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας στη Γερμανία. Η σταθεροποίηση του νέου κράτους κατέστη δυνατή σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της υποστήριξης των Εθνικών Φιλελεύθερων στις πολιτικές του Μπίσμαρκ, ειδικά σε αυτές που αφορούσαν τα οικονομικά του κράτους και τις νομικές βάσεις του Β΄ Ράιχ. Την περίοδο αυτή τυποποιήθηκαν τα μέτρα και σταθμά σε ένα νέο μετρητικό σύστημα, δημιουργήθηκε μια κοινή γερμανική αγορά και μια εθνική τράπεζα, η Ράιχσμπανκ, ενώ και οι διάφορες τοπικές νομισματικές μονάδες αντικαταστάθηκαν με το Ράιχσμαρκ (μάρκο του Ράιχ). Οι δε φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές, αν και προσωρινά αντιδημοφιλείς κατά τη μεγάλη οικονομική ύφεση της δεκαετίας του 1870, έθεσαν τις βάσεις για την οικονομική άνθιση που γνώρισε το γερμανικό έθνος στο τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα.

Όταν ο Μπίσμαρκ συγκρούστηκε με τους Εθνικούς Φιλελεύθερους το 1879 και στράφηκε σε προστατευτικές πολιτικές στην οικονομία, η αλλαγή υπήρξε τόσο σημαντική, που χαρακτηρίστηκε ως "στροφή του Μπίσμαρκ στον συντηρητισμό". Η στροφή αυτή σήμαινε την αλλαγή του πολιτικού κλίματος στη Γερμανία, οξύνοντας τις σχέσεις μεταξύ του καγκελάριου και ενός αριθμού ηγετών των φιλελεύθερων κομμάτων της χώρας. Μετά το 1879, ο Μπίσμαρκ άρχισε να ευνοεί μια πιο προστατευτική προσέγγιση στον οικονομικό τομέα, που παραβίασε τις αρχές του ελεύθερου εμπορίου που πρέσβευαν τα δυο σημαντικότερα φιλελεύθερα τότε κόμματα της Γερμανίας, το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα και το Κόμμα της Προόδου.

Ένα χρόνο αργότερα, η αριστερή πτέρυγα του κόμματος αποσχίστηκε, σχηματίζοντας το κόμμα Φιλελεύθερη Ένωση.