Εθνικό Πάρκο Φονγκ Να - Κε Μπανγκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Εθνικό Πάρκο Φονγκ Να-Κε Μπανγκ
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων της Π.Κ.
Phongnhacave.jpg
Χώρα μέλος Βιετνάμ Βιετνάμ
Τύπος Φυσικό περιβάλλον
Κριτήρια viii
Ταυτότητα 951
Περιοχή Ασία και Ωκεανία
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή 2003 (27η συνεδρίαση)

Συντεταγμένες: VM 17°32′14″N 106°09′05″E / 17.537222°N 106.15125°E / 17.537222; 106.15125 Το Εθνικό Πάρκο Φονγκ Να-Κε Μπανγκ[1] (βιετν.Vườn quốc gia Phong Nha-Kẻ Bàng) [2] είναι μια προστατευόμενη περιοχή στην επαρχία Κουανγκ Μπιν του Βιετνάμ, περίπου 500 χιλιόμετρα νότια της πρωτεύουσας Ανόι. Καταλαμβάνει έκταση 85.754 εκταρίων και περιλαμβάνει πολλά σπήλαια, όπως το Φονγκ Να από το οποίο προέρχεται η ονομασία του μαζί με το τροπικό δάσος Κε Μπανγκ το οποίο καλύπτει την περιοχή. Ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς το 2003 και αποτελεί το οικοσύστημα πολλών σπανίων ζώων.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πάρκο βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του κεντρικού Βιετνάμ και συγκεκριμένα στο στενότερο τμήμα της επικράτειας, μεταξύ των συνόρων με το Λάος και της θάλασσας της Νότιας Κίνας, σε μια ζώνη πλάτους 42 χλμ[2]. Εκτείνεται εντός των διαμερισμάτων Μπο Τρα (Bố Trạch) και Μιν Χόα (Minh Hóa) της επαρχίας Κουανγκ Μπιν (Quang Binh)[2]. Η πρωτεύουσα της επαρχίας, Ντονγκ Χόι, βρίσκεται στα νότια του σε απόσταση 50 χλμ[3]. Το δυτικό του μέρος καταλαμβάνεται από το μεσαίο τμήμα της οροσειράς Ανάμ μηκους 1100 χλμ. περίπου, η οποία διασχίζει την περιοχή παράλληλα προς την ακτογραμμή, με το υψηλότερο σημείο του να εντοπίζεται στα 1290 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας[4]. Εκτός από την κύρια ζώνη 857.54 τ.χλμ περιβάλλεται από προστατευόμενη ζώνη έκτασης 1954 τ.χλμ.

Αποτελεί μέρος του γεωλογικού πεδίου καρστικού τύπου που φέρει το ίδιο όνομα, το οποίο εκτείνεται μέχρι το αντίστοιχο πεδίο Χιν Νάμνο (Hin Namno) στο Λάος, συγκροτώντας έτσι ένα σύνολο που διακρίνεται από την υψηλή περιεκτικότητά του σε ασβεστολιθικά πετρώματα. Η υδατοπερατότητα των τελευταίων σε συνδυασμό με παράγοντες όπως η ηλικία τους, τα υψηλά επίπεδα βροχόπτωσης, αλλά και η έκταση της περιοχής, η οποία αποτελεί μία εκ των δύο μεγαλυτέρων αυτού του είδους στην Ασία (2000 τ.χλμ), έχουν συντελέσει στη δημιουργία 300 περίπου σπηλαίων εξαιρετικής ομορφιάς. Η δημιουργία αυτού του σχηματισμού ανάγεται στην παλαιοζωική περίοδο, καθιστώντας τον τον παλαιότερο καρστικό σχηματισμό της ηπείρου[4]. Πιο συγκεκριμένα, εντοπίζεται στην Ορδοβίκια υποπερίοδο, 464 εκατομμύρια χρόνια πριν και συμπληρώνεται από μη ασβεστολιθικά εδάφη κατά μήκος των ποταμών Σον (Son) και Τσέι (Chay), καθώς και στις παρυφές της συμπαγούς του μάζας[4].

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα της περιοχής σύμφωνα με την κατάταξη του Köppen[5] ανήκει στην κατηγορία των τροπικών μουσωνικών Am και χαρακτηρίζεται από υψηλές θερμοκρασίες και υγρασία. Η μέση ετήσια θερμοκρασία κυμαίνεται στους 23-25 βαθμούς Κελσίου, με ακραίες τιμές τους 46 βαθμούς το καλοκαίρι και τους 6 βαθμούς το χειμώνα. Οι πιο ζεστοί μήνες είναι μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου και οι πλέον ψυχροί μεταξύ Δεκεμβρίου και Φεβρουαρίου. Η ετήσια βροχόπτωση κυμαίνεται στα 2000-2500 χλστ. και σε ποσοστό 88% λαμβάνει χώρα μεταξύ Ιουλίου και Δεκεμβρίου, ενώ οι μέρες με βροχόπτωση ανέρχονται σε 160 κατ' έτος και μέσο όρο. Ο μέσος ετήσιος δείκτης υγρασίας στα δάση του πάρκου είναι 88%[2].

Σπήλαια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα συστήματα των σπηλαίων έχουν συνολικό μήκος που υπολογίζεται στα 126 χλμ., με 20 σπήλαια μόνο από το σύνολο να έχουν τύχει εξερεύνησης το 2010[2]. Σε αυτά συγκαταλέγονται το σπήλαιο Φονγκ Να, το Σον Ντονγκ, το Βομ (Vom), το Κε Ρυ (Hang Khe Rhy), το Τιεν Ντουόνγκ και το Τιεν Σον (Tien Son).

Φονγκ Να[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία του σημαίνει Σπήλαιο των Οδόντων του ανέμου και προέρχεται από τους θεαματικούς σταλαγμίτες και σταλακτίτες που δέσποζαν στην είσοδό του, πριν να καταστραφούν από αμερικανικούς βομβαρδισμούς στα μέσα της δεκαετίας του 1970[6]. Το σπήλαιο υπήρξε κέντρο ισλαμικής λατρείας κατά τον 9ο και 10ο αιώνα. Στο εσωτερικο του έχει ανευρεθεί ακόμη ναός της εποχής του πολιτισμού Τσάμπα (Champa[7]), ο οποίος άνθησε στην περιοχή από τον 7ο έως και τον 17ο αιώνα[8]. Η πρώτη ιστορική αναφορά σε αυτό εντοπίζεται το 1550 μ.Χ. από τον Βιετναμέζο υπουργό της δυναστείας Μακ, Ντουόν Βαν Αν (Dương Văn An)[3]. Ο βασιλιάς Μιν Μαν (Ming Mang) το 1824 του απέδωσε τον τίτλο Diệu ứng chi thần (Μοναδικός θεός), ενώ κατοπινοί βασιλείς της δυναστείας Nguyễn τo αποκαλούσαν Thần Hiển Linh (Πνεύμα της Επιφοίτησης). Ο Γάλλος ιεραπόστολος Λεοπόλ Μισέλ Καντιέρ (γαλλ. Léopold Michel Cadière) το εξερεύνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και το χαρακτήρισε το υπ' αριθμόν ένα σπήλαιο της Ινδοκίνας.

Η πιο σύγχρονη εξερεύνηση του σπηλαίου έλαβε χώρα την περίοδο από το 1990, έτος κατά το οποίο το Πανεπιστήμιο του Ανόι αποδέχτηκε την πρόταση για συνεργασία εκ μέρους του Βρετανικού Συνδέσμου Έρευνας Σπηλαίων, έως το 1992. Έχει μήκος 7729 μέτρων[9], ενώ το συνολικό επιβεβαιωμένο μήκος για το σύστημα στο οποίο ανήκει φτάνει τα 44.5 χιλιόμετρα. Η είσοδός του αποτελεί το τελευταίο τμήμα υπογείου ποταμού ο οποίος συνδέεται με τον ποταμό Σον, καθιστώντας το πλωτό σε βάθος 1500 μέτρων[4]. Πριν την ανακάλυψη του γειτονικού Σον Ντονγκ κατείχε έναν αριθμό από πρωτιές, καθώς εμπεριέχει τον μεγαλύτερο υπόγειο ποταμό παγκοσμίως, όπως επίσης και διαβάσεις και αίθουσες εξαιρετικών διαστάσεων[2], καθιστώντας το - έως την προαναφεθείσα ανακάλυψη - το διασημότερο των σπηλαίων, τουριστικό πόλο έλξης και πηγή προέλευσης του ονόματος του πάρκου.

Σον Ντονγκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανακάλυψή του έγινε από βρετανική ομάδα εξερευνητών υπό τους Χάουαρντ και Ντεμπ Λίμπερτ την άνοιξη του 2009[10]. Το ζεύγος είχε ανακαλύψει σε προηγούμενη αποστολή του στην περιοχή το σπήλαιο Κε Ρυ. Οδηγός τους ήταν ο Χο Χαν (Ho Khanh), ένας κάτοικος της περιοχής ο οποίος είχε επισκεφθεί το σπήλαιο παλαιότερα χωρίς ωστόσο να μπορεί να επαληθεύσει το σημείο εισόδου, κάτι για το οποίο χρειάστηκαν τρεις αποστολές. Με μήκος υπέρ των 6,5 χλμ, διαβάσεις πλάτους 100 μέτρων περίπου και το ύψος μιας αίθουσας να υπερβαίνει τα 200 μέτρα, αποτελεί το μεγαλύτερο σπήλαιο του κόσμου[11].

Τιεν Ντουόνγκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οικοσύστημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χλωρίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πάρκο χαρακτηρίζεται από σημαντική βιοποικιλότητα. Στα όριά του έχουν καταμετρηθεί 2400 είδη φυτών, πολλά από τα οποία είναι ενδημικά. Σύμφωνα με τηλεμετρικές ενδείξεις του 1995, το 96.2% της έκτασής του καλύπτεται από το τροπικό δάσος Κε Μπανγκ, το οποίο είχε υποστεί σημαντικές ζημιές λόγω πυρκαγιών στη διάρκεια του πολέμου. Η χλωρίδα της περιοχής συνιστά πεδίο μετάβασης ανάμεσα στα είδη που ευδοκιμούν στο βορρά και το νότο της χώρας. Βάσει προκαταρκτικών ερευνών, το παραπάνω σύνολο αναλύεται σε 876 είδη ανωτέρων φυτών, ταξινομημένα σε 511 γένη και 152 οικογένειες. Δεκατρία από αυτά είναι ενδημικά στο Βιετνάμ και ένα, το Hopea hongayanensis είναι ενδημικό στην περιοχή.

Το Κε Μπανγκ έχει μέγεθος 110500 εκταρίων, επικαλύπτωντας κυρίως το βόρειο και το κεντρικό τμήμα του πάρκου και το μεγαλύτερο ποσοστό του τμήματος ασβεστολιθικού εδάφους, καταλαμβάνοντας περίπου το 75% της συνολικής έκτασης. Αποτελεί ένα πυκνό και υγρό τροπικό δάσος χαμηλού υψομέτρου επί βραχώδους εδάφους και συμπληρώνεται από μικρότερες εκτάσεις που καλύπτουν είτε βραχώδες έδαφος υψηλότερο των 800 μέτρων (περίπου 8.5%) είτε χουμώδες έδαφος υψομέτρου κάτω των 800 μέτρων (περίπου 8.3%).

Το τμήμα ανωτέρου υψομέτρου φύεται επί του καρστικού σχηματισμού που κυριαρχεί στην οροσειρά που διατρέχει τα σύνορα μεταξύ Λάος και Βιετνάμ. Αντίθετα, το τμήμα το οποίο βρίσκεται χαμηλότερα, φύεται επί εδάφους το οποίο αποτελείται κυρίως από αμμολίθους, σχιστολίθους και όξινα γρανιτικά πετρώματα, με χώμα σχετικά παχύ, το οποίο διατρέχεται από ρεύματα επιφανείας. Σε αυτά συγκαταλέγεται και ένας πυκνός σχηματισμός έκτασης 50 τ.χλμ. επί ασβεστολιθικού εδάφους που συντίθεται από περίπου 2.500 δέντρα των ειδών Calocedrus rupestris και Calocedrus macrolepis, ηλικίας ως επί το πλείστον 500-600 ετών, που συναποτελούν το μεγαλύτερο δάσος αυτού του τύπου στη χώρα.

Άλλα είδη βλάστησης που απαντούν στο πάρκο συνιστούν σχετικά μικρές εκτάσεις καλυμμένες από γρασίδι και αγριόχορτα σε χουμώδες έδαφος και σε ασβεστόλιθο, δάση υγροβιοτόπων, ινδοκαλάμων και μπαμπού. Τα είδη άγριας βλάστησης συμπληρώνονται και από μικρό ποσοστό καλλιεργειών.

Το Κε Μπανγκ περιλαμβάνει γιγαντιαία δέντρα με επιφανειακές ρίζες ύψους έως και 50 μέτρων, τα οποία πλαισιώνονται από αναρριχητικά φυτά και διακρίνονται σε ομάδες κομοστέγης και υπορόφου. Τα πλέον συχνά είδη είναι το Hopea hainanensis, το Sumbaviopsis albicans,το Garcinia fragraeoides,το Burretionendron hsienmu,το Chukrasia tabularis,το Photinia aroboreum και το Dysospyros saletti.

Στο λεπτό αποστραγγιζόμενο έδαφος οι σπόροι μπορούν να αναπτυχθούν μόνο σε σχισμές και οπές του ασβεστολίθου όπου έχει συγκεντρωθεί επαρκής ποσότητα χώματος. Κατά συνέπεια η ανάπτυξη των δέντρων είναι μειονεκτική και η αναδόμησή τους κατόπιν εξωτερικής αρνητικής επίδρασης επιτυγχάνεται με βραδύ ρυθμό. Το δάσος αειθαλών δέντρων επί χουμώδους εδάφους διαθέτει διεσπαρμένα φυλλοβόλα δέντρα όπως το Dipterocarpus kerri, το Anogeissus acuminate, το Pometia pinnata και το Lagerstroemia calyculata. Οι κυριαρχούσες οικογένειες φυτών είναι τα Δαφνοειδή (Lauraceae, 48 είδη), τα Φηγοειδή (Fagacaeae), τα Θεοειδή (Theaceae), τα Ροδοειδή (Rosaceae), καθώς και τα Ορχεοείδη (Orchidaceae, 24 είδη) στα οποία συγκαταλέγεται και το σπάνιο είδος Paphiopedilum dianthum. Υπάρχουν επίσης διεσπαρμένα δείγματα που ανήκουν στα γυμνόσπερμα, όπως το Podocarpus imbricatus, το P. neriifolius και το Nageia fleuryi. Τα 13 ενδημικά είδη δέντρων είναι: Burretiodendron hsienmu, Cryptocarya lenticellata, Deutrizanthus tonkinensis, Eberhardtia tonkinensis, Heritiera macrophylla, Hopea hongayanensi, Illicium parviflorum, Litsea baviensis, Madhuca pasquieri, Michelia faveolata, Pelthophorum tonkinensis, Semecarpus annamensis και Sindora tonkinensis[7].

Πανίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το οικοσύστημα του πάρκου συμπληρώνεται από τα απογεγραμμένα είδη ζώων, των οποίων ο αριθμός φτάνει τα 1081[12]. Έχουν καταγραφεί 568 είδη σπονδυλωτών, τα οποία αναλύονται σε 113 θηλαστικά, 302 πτηνά, 81 ερπετά και αμφίβια και 72 είδη ψαριών. Στα θηλαστικά περικλείεται ο ασιατικός ελέφαντας Elephas maximus, ο ασιατικός άγριος σκύλος Cuon alpinus, η ασιατική τίγρης Panthera tigris, η μαύρη ασιατική αρκούδα των Ιμαλαΐων Ursus thibetanus, η αρκούδα Helarctos malayanus, το είδος ελαφιού Muntiacus vuquangensis, ο αιγόκερως της Σουμάτρας Capricornis sumatraensis, το Bos gaurus και το Pseudoryx nghetinhensis, το οποίο ανακαλύφθηκε το 1992. Το πάρκο είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε πρωτεύοντα, με παρουσία δέκα ειδών και υποειδών τα οποία συναπαρτίζουν το 45% του συνόλου του πληθυσμού της χώρας. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται τρία είδη ενδημικά στην Ινδοκίνα: το Pygathrix nemaeus, ο γίββωνας Nomascus gabriellae και το είδος Nycticebus bengalensis. Επιπλέον είδος που ανήκει στα πρωτεύοντα είναι το Nomascus concolor, ο γίββωνας N. leucogenys, ο Nycticebus pygmaeus, ο μακάκος Macaca leonina, ο M. arctoides, ο M. assamensis και ο M. mulatta. Στην περιοχή υπάρχουν επίσης σημαντικοί ενδημικοί πληθυσμοί των ειδών Trachypithecus hatinhensis (ebenus) και T. francoisi. Αποτελούν τους μεγαλύτερους πληθυσμούς του είδους στη χώρα και πιθανόν τους μοναδικούς που διαβιούν σε προστατευόμενη περιοχή. Στα μικρότερα θηλαστικά συμπεριλαμβάνονται τα είδη Manis javanica, Lutrogale perspicillata, Chrotogale owstoni και το πρόσφατα ανακαλυφθέν Nesolagus timminsi.

Στα πτηνά που απαντούν στο πάρκο περιλαμβάνονται πέντε είδη της οικογένειας των Φασιανιδών: Lophura hatinhensis, L. edwardsi, L. diardi, L. imperialis και Rheinardia ocellata. Ακόμη, τέσσερα είδη Βουκερωτιδών, τα Aceros undulatus, A.nipalensis, Anorrhinus tickelli και Buceros bicornis. Άλλα ασυνήθιστα είδη είναι τα Arborophila charltonii, Picus rabieri, Pavo muticus, το ανακαλυφθέν εκ νέου ενδημικό είδος Stachyris herberti, το Jabouilleia danjoui και το ενδημικό Pitta elliotti. Από τα 59 καταγεγραμμένα είδη ερπετών και αμφιβίων ξεχωρίζουν τα Cuora trifasciata και Cuora mouhotii. Τα 72 είδη ιχθύων που συμπεριλήφθησαν στην τεκμηρίωση της υποψηφιότητας του πάρκου ως Μνημείου παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς περιλαμβάνουν τέσσερα είδη ενδημικά της περιοχής, ένα εκ των οποίων είναι το Chela qaungbinhensis. Ωστόσο έχουν βρεθεί 162 επιπλέον είδη από το 2003. Αναφέρονται 259 είδη πεταλουδών ταξινομημένα σε 11 οικογένειες. Ο αριθμός των ειδών που αναφέρονται στη βιβλιογραφία μεγαλώνει συνεχώς τόσο για τα ζώα όσο και για τα φυτά εξαιτίας νέων ανακαλύψεων. Παραδείγματα, το είδος Certodactylus phongnhakebangensis το 2002 και το Lygosoma boehmei το 2005.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Το μεγαλύτερο σπήλαιο του κόσμου βρέθηκε στο Βιετνάμ». Ελευθεροτυπία. 2009-07-28. http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=67827. Ανακτήθηκε στις 2012-12-03. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 Lourenço Wilson R. Pham Dinh-Sac (2010-12-14). «A remarkable new cave scorpion of the family Pseudochactidae Gromov (Chelicerata, Scorpiones) from Vietnam». Zookeys. 2010; (71). σσ. 1–13. http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC3088452/. Ανακτήθηκε στις 2012-12-03. 
  3. 3,0 3,1 «Travel Vietnam: Illustrated Guide, Phrasebook and Maps». Mobile Reference. 2011. σσ. 310-313. http://books.google.gr/books?id=U4L1dZkOJHgC&lpg=PP1&pg=PT310#v=onepage&q&f=false. Ανακτήθηκε στις 2012-12-04. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 «Σελίδα Μνημείου Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς». UNESCO. http://whc.unesco.org/pg.cfm?cid=31&id_site=951. Ανακτήθηκε στις 2012-12-03. 
  5. Kottek, Markus. Grieser, Jürgen. Beck, Christoph. Rudolf, Bruno. Rubel, Franz. «World Map of the Köppen-Geiger climate classification updated». 15(3). Meteorologische Zeitschrift,. σσ. 259-263.. http://www.schweizerbart.de/resources/downloads/paper_free/55034.pdf. Ανακτήθηκε στις 2012-12-05. 
  6. Di Michael A., Giovine (2008). «The Heritage-scape: UNESCO, World Heritage, and Tourism». Lexington Books. σσ. 240-249. http://books.google.gr/books?id=zPI-uS49Y6QC&lpg=PA240&dq=%22phong%20nha%22%20%22teeth%22&pg=PA240#v=onepage&q&f=false. Ανακτήθηκε στις 2012-12-08. 
  7. 7,0 7,1 «Phong Nha Ke Bang National Park Vietnam». World Heritage Information Sheet. United Nations Environment Programme - World Conservation Monitoring Centre. http://www.unep-wcmc.org/medialibrary/2011/06/14/7333dfe5/Phong%20Nha%20Ke%20Bang.pdf. Ανακτήθηκε στις 2012-12-04. 
  8. Keat Gin Ooi (2004). «Southeast Asia: A Historical Encyclopedia, from Angkor Wat to East Timor». Volume 1. ABC-CLIO. σσ. 322. http://books.google.gr/books?id=QKgraWbb7yoC&lpg=PA322&dq=champa%20vietnam&pg=PA322#v=onepage&q&f=false. Ανακτήθηκε στις 2012-12-05. 
  9. Limbert, Howard (2012-03-09). «LONGEST CAVES OF VIETNAM». Report 2009. Προσωπικό ιστολόγιο. http://www.vietnamcaves.com/report-2009?showall=&start=21. Ανακτήθηκε στις 2012-12-04. 
  10. Jenkins, Mark (2011). «Conquering an Infinite Cave». National Geographic. http://ngm.nationalgeographic.com/2011/01/largest-cave/jenkins-text/1. Ανακτήθηκε στις 2012-12-03. 
  11. Granger, D. E. (2011). "Evolution of Hang Son Doong, Vietnam: the largest cave passage in the world : Abstract". American Geophysical Union (Fall Meeting). http://adsabs.harvard.edu/abs/2011AGUFM.H21I..03G. 
  12. Tuyet, Do. Van, Tran Tan. Tuy, Pham Kha (2004). "Characteristics of humid tropical karst of Vietnam". Proceedings of Trans-Karst 2004 - International Transdisciplinary Conference on Development and Conservation of Karst Regions: 240 - 249. http://homepages.ulb.ac.be/~batelaan/publications/trans-karst2004proceedings.pdf#page=250. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα