Αρχιερατικός σάκκος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αρχιερατικός σάκκος του μητροπολίτη Nικομηδείας Nεόφυτου. Αφιερώθηκε το 1629 στη μονή Tιμίου Προδρόμου Σερρών (Μουσείο Μπενάκη)

Ο αρχιερατικός σάκκος είναι άμφιο του επισκόπου στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ετυμολογικά η λέξη αποδίδεται στην εβραϊκή λέξη «σακ» που σημαίνει «το ένδυμα της μετάνοιας και ταπείνωσης».

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά ο σάκκος ήταν επίσημο ένδυμα των Αυτοκρατόρων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, ο Οικουμενικός Πατριάρχης αντικατέστησε το πολυσταύριο φαιλόνιο, που ως τότε φορούσαν οι επίσκοποι, με το σάκκο, και στη συνέχεια τον ακολούθησαν όλοι οι επίσκοποι της Εκκλησίας. Αυτό έγινε για να καταδειχθεί ότι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο Πατριάρχης με την Ιεραρχία συνέχιζαν, ως ένα βαθμό, την πολιτική οργάνωση του υπόδουλου λαού. (Ωμοίως και το αυτοκρατορικό στέμμα έγινε η μίτρα των επισκόπων).

Ο σάκκος συμβολίζει τη χλαίνα της ύβρεως του Κυρίου. Φέρει δώδεκα κουδουνάκια, που συμβολίζουν τη διδασκαλία των δώδεκα Αποστόλων, την οποία συνεχίζουν οι επίσκοποι.