Αντιρόβυθος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Αντιρόβυθος (τουρκ. Sedefada, αρχαίο ελληνικό όνομα Τερέβινθος, που σημαίνει νέφτι) είναι ένα από τα μικρότερα νησιά του συμπλέγματος των Πριγκηπονήσων στη θάλασσα του Μαρμαρά, στην Τουρκία με έκταση 0,15 τ.χλμ.

Βρίσκεται ανατολικά της Πριγκήπου και κατοικείται μόνο το καλοκαίρι. To τουρκικό της όνομα σημαίνει νησί του σεντεφιού, ενώ το αρχαίο της όνομα είναι Τερέβινθος, μάλλον λόγω των πολλών ομώνυμων φυτών που φύονταν εκεί.

Το όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρωμαίος ιστορικός Πλίνιος ο Πρεσβύτερος στο έργο του «Φυσική Ιστορία» την ονομάζει «Ερεβινθώδη νήσο». Παραλλαγμένη αυτή η ονομασία έφτασε μέχρι τις ημέρες μας: στα βυζαντινά χρόνια ως «Τερέβινθος», αργότερα ως «Αντιρόβινθος», «Αντερόβιθος» και τελικά «Αντιρόβυθος». Οι ξένοι περιηγητές τη σημειώνουν είτε ως «Ile de Lapins» είτε ως «Coniglio», από τα αγριοκούνελα που ζούσαν στο νησάκι. Η παλιότερη αναφορά της ονομασίας με τη σημερινή της μορφή είναι του 1545 από τον Pierre Gylli, ο οποίος τη σημειώνει ως «Anterovitos».

Οι Τούρκοι μετέφρασαν την ονομασία ως «Tavsanle ada» και «Tavsan adase» για να τη μετατρέψουν αργότερα σε «Sedef adasi», δηλαδή «νησί του Απήγανου», από το φυτό που αφθονεί στη γενικά φτωχή σε βλάστηση βραχώδη επιφάνειά της.

Ιστορικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βραχώδες και αφιλόξενο τοπίο της προσέλκυε ανέκαθεν ερημίτες μοναχούς, αλλά η φυσιογνωμία που συνδέθηκε με την Αντιρόβυθο ήταν ο Πατριάρχης Ιγνάτιος. Το 858 ο Ιγνάτιος καθαιρέθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ Μέθυσο και βρήκε καταφύγιο στο νησί ιδρύοντας μικρό μοναστήρι, ερείπια του οποίου υπάρχουν μέχρι σήμερα. Έναν αιώνα αργότερα, στα 944, στο μοναστήρι αυτό εξορίστηκε ο αρχομανής υιός του Ρωμανού Λεκαπηνού, Κωνσταντίνος, όπως αναφέρει ο Γεώργιος Κεδρηνός.

Η «εν Τερεβίνθω μονή» αναφέρεται το 1158 σε χρυσόβουλλο του Μανούηλ Α΄ Κομνηνού, στο οποίο υπάρχουν αναφορές και στα άλλα μοναστήρια των Πριγκηπονήσων. Λίγο αργότερα, στα 1178 περίπου, ανακαινίστηκε από τον πατριάρχη Θεοδόσιο Α΄ Βοραϊδιώτη, ο οποίος κατέφυγε στη μονή μετά την καθαίρεση του από τον πατριαρχικό θρόνο.

Στα χρόνια της Άλωσης η μονή είχε ήδη εγκαταλειφθεί. Είναι άγνωστο όμως πότε και υπό ποιες συνθήκες έγινε αυτό. Έκτοτε το νησί έμεινε ακατοίκητο, όπως αναφέρεται από Ευρωπαίους, Τούρκους και Έλληνες συγγραφείς ή περιηγητές, οι οποίοι το επισκέπτονταν καμιά φορά για να κυνηγήσουν τα αγριοκούνελα και αναφέρονται στα ερείπια της βυζαντινής μονής. Κάποιοι μάλιστα τα έσκαψαν αναζητώντας θησαυρούς.

Νεότερη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1950 το νησί έγινε ιδιοκτησία του Sehsuvar Menemencioglu. Στη συνέχεια, η γη του νησιού χωρίστηκε σε οικόπεδα, ρυμοτομήθηκε και πουλήθηκε σε ιδιώτες που ενδιαφέρονταν για την ανέγερση παραθεριστικών κατοικιών. Κτίστηκαν πολυτελείς επαύλεις και απέκτησε προκυμαία, στην οποία αράζουν τα σκάφη.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ακύλα Μήλλα, «Πριγκηπόνησα», εκδ. ΤΑ ΝΕΑ, 2008.