Νέανδρος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
* Αυτό το άρθρο αναφέρεται στο νησί Νέανδρος. Για το ομώνυμο πρόσωπο της μυθολογίας, δείτε Νέανδρος (μυθολογία).


Η Νέανδρος ή Νιάνδρος (τουρκ. Tavşan Adası) είναι ένα από τα ακατοίκητα βραχονήσια του συμπλέγματος των Πριγκηπονήσων της Προποντίδας. Έχει έκταση μόλις 10 στρέμματα. Βρίσκεται νοτιοδυτικά της Πριγκήπου και είναι η πιο απομακρυσμένη από όλα.

Το όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη βυζαντινή εποχή ονομαζόταν "`Ιατρος" ή "`Υατρος".

Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος την αναφέρει με το σημερινό όνομα: Νειάνδρο ή Νέανδρο, ενώ οι Τούρκοι την αποκάλεσαν «Tavşayli», δηλαδή «Λαγούσα», από το πλήθος των αγριοκούνελων που έφεραν οι Φράγκοι στο νησί, ώστε να αποτελούν τροφή και κυνηγετικό στόχο. Το τουρκικό όνομα παρέμεινε, αν και τα κουνέλια έχουν εξαφανιστεί από τη Νέανδρο εδώ και μισό αιώνα.

Στους αγγλικούς ναυτικούς χάρτες σημειώνεται ως Balikşi adasi, δηλαδή «Νησί των ψαράδων», επειδή τα νερά του αποτελούσαν και αποτελούν πλούσιο ψαρότοπο. Οι ψαράδες το αποκαλούσαν και «Νησί της Φώκιας» από τις θαλάσσιες φώκιες που έμεναν στις θαλασσοσπηλιές του και «Νησί του Αράπη», θεωρώντάς το στοιχειωμένο.

Ιστορικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η Νέανδρος είναι μικρή και έρημη, εντούτοις υπάρχουν κάποιες λιγοστές ιστορικές αναφορές σε αυτή από τα βυζαντινά χρόνια.

Τον 9ο αιώνα στην Ύατρο είχε ιδρύσει μονή ο Άγιος Ιγνάτιος, όπως σημειώνουν οι βυζαντινοί συγγραφείς Νικήτας Παφλαγών και Ιωάννης Ζωναράς. Η μονή επέζησε ως το 1158 τουλάχιστον, οπότε αναφέρεται σε χρυσόβουλλο του αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνού.

Τα ερείπια της μονής αυτής υπάρχουν ακόμα πάνω στο νησάκι. Οικοδομικό υλικό από αυτά έχει χρησιμοποιηθεί για τα ντάμια των ψαράδων που έβρισκαν καταφύγιο στο νησί. Στα υπάρχοντα ερείπια διακρίνεται ένα υπόγειο κτίσμα, καμαροσκεπές, μάλλον στέρνα, αφού είναι επιχρισμένο με κορασάνι. Οι ψαράδες το αποκαλούσαν «Σπηλιά του Αη Γιάννη». Προφανώς, η προφορική παράδοση διέσωσε το όνομα του αγίου στον οποίο ήταν αφιερωμένη η μονή, για την οποία δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες.

Σε παλιότερες εποχές, που ο ελληνισμός ήταν πολυάριθμος, κάθε χρόνο στα τέλη Αυγούστου πλήθος προσκυνητών — ιερείς, νέοι, γέροι, παιδιά — έρχονταν με καΐκια και λειτουργούσαν τον Αη-Γιάννη τον Αποκεφαλιστή, πάνω στα χαλάσματα. Έκαναν λιτανεία και αγιασμό, για να είναι πλούσιες οι ψαριές τους. Θεωρούσαν πως έτσι ξόρκιζαν τα τελώνια και τα στοιχειά που πίστευαν ότι κατοικούσαν στο νησί.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ακύλα Μήλλα: «Πριγκηπόνησα», εκδ. «ΤΑ ΝΕΑ», 2008.