Ανκερίτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ανκερίτης
Ankérite Quartz Pérou.jpg
Ανκερίτης επί Χαλαζία. Προέλευση: Επαρχία Κάρριον, Περού.
Γενικά
Κατηγορία Ανθρακικά. Ομάδα δολομίτη
Χημικός τύπος Ca(Fe+2,Mg,Mn+2)(CO3)2[1]
Ορυκτολογικά χαρακτηριστικά
Πυκνότητα 3,1 gr/cm3
Χρώμα Υπόλευκο, γκρίζο, κίτρινο έως πορτοκαλέρυθρο, συνηθέστερα καστανό
Σύστημα κρυστάλλωσης Τριγωνικό
Κρύσταλλοι Ρομβοεδρικοί καμπυλωμένοι, πρισματικοί ή τραπεζοειδείς
Υφή Συμπαγής, κοκκώδης, στιφρή, σταλακτιτική
Διδυμία Απλή κατά {0001}, {1010} ή {1120}
Σκληρότητα 3,5 - 4
Σχισμός Τέλειος {1011}
Θραύση Κογχοειδής
Λάμψη Υαλώδης έως μαργαριτώδης
Γραμμή κόνεως Λευκή
Πλεοχρωισμός Όχι
Διαφάνεια Ημιδιαφανής
Παρατηρήσεις Αναβράζει ήπια με επίδραση HCl

Ο ανκερίτης (αγγλ. ankerite) είναι ανθρακικό ορυκτό του ασβεστίου, του σιδήρου και του μαγγανίου. Το όνομα ανκερίτης του αποδόθηκε προς τιμήν του Αυστριακού καθηγητή Ορυκτολογίας Ματίας Γιόζεφ Άνκερ (Matthias Joseph Anker, 1772–1843), ο οποίος ανακάλυψε πρώτος το ορυκτό στη γενέτειρα περιοχή του Στάιερμαρκ (Steiermark, ορυχείο Erzberg).

Εμφάνιση, παραγενέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχηματίζεται από την ήπια μεταμόρφωση σιδηρομιγών πετρωμάτων (σιδηρολίθων) και ζωνωδών σιδηρομιγών ιζηματογενών αποθέσεων, σε καρμπονατίτες καθώς και από την υδροθερμική εξαλλοίωση ανθρακικών ιζημάτων ή υδροθερμικών θειούχων ορυκτών. Η δομή του είναι όμοια με αυτή του δολομίτη: Εναλλασσόμενα «στρώματα» ανθρακικών ομάδων με «στρώματα» κατιόντων των μετάλλων που συμμετέχουν στη δομή του ορυκτού. Η εναλλαγή των μεταλλικών κατιόντων - κυρίως μεταξύ ασβεστίου και σιδήρου - είναι υπεύθυνη για τη χαμηλού βαθμού συμμετρία που εμφανίζουν οι κρύσταλλοί του, οι οποίοι είναι μονάξονες, με αποτέλεσμα να μην εμφανίζουν πλεοχρωισμό.

Σχετίζεται με δολομίτη (αποτελώντας παραμικτική σειρά με αυτόν), σιδηρίτη και κουτνοχορίτη [2], με τον οποίο επίσης σχηματίζει παραμικτική σειρά.

Ανευρίσκεται σε πλείστα σημεία της Γης. Αξιοσημείωτες είναι οι εμφανίσεις του στην Αυστρία (περιοχές Erzberg, Eisenerz και Gollrad του Στάιερμαρκ (Steiermark)), στην Ιβρέα της Ιταλίας, τη Γερμανία, τη Γαλλία, στο Όλνταμ (Oldham) της Βρετανίας, την Τσεχία, τις Πολιτείες Κοννέκτικατ, Αρκάνσας και Κολοράντο των ΗΠΑ, την Κολομβία, τη Χιλή και το μεταλλείο Tui της Νέας Ζηλανδίας (αξιοσημείωτα μεγάλοι κρύσταλλοι).

Στην Ελλάδα ανευρίσκεται στα περισσότερα από τα μεταλλεία Λαυρίου, τη Σέριφο, τη Σύρο και την Τήνο (παραλία Απηγανιάς).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • James Dwight Dana, Manual of Mineralogy and Lithology, Containing the Elements of the Science of Minerals and Rocks, READ BOOKS, 2008 ISBN 1443742244
  • Frederick H. Pough, Roger Tory Peterson, Jeffrey (PHT) Scovil, A Field Guide to Rocks and Minerals, Houghton Mifflin Harcourt, 1988 ISBN 039591096X
  • Walter Schumann, R. Bradshaw, K. A. G. Mills, Handbook of Rocks, Minerals and Gemstones, Houghton Mifflin Harcourt, 1993 ISBN 0395511372

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Συχνά αναγράφεται απλά ως CaFeCO3, ωστόσο η συμμετοχή μαγνησίου και μαγγανίου είναι τόση, ώστε να μην είναι δυνατό να αγνοηθεί.
  2. kutnohorite, ορυκτό με χημικό τύπο Ca(Mn,Mg,Fe)(CO3)2, επίσης του τριγωνικού συστήματος, που οφείλει το όνομά του στην περιοχή Kutna Hora της Βοημίας (Τσεχία).