Όνειρος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στην ελληνική μυθολογία Όνειρος[1] ή Όνειροι[2] ονομαζόταν θεότητα που αποτελούσε προσωποποίηση των ονείρων. Ήταν άγγελος του Δία ο οποίος τον έστελνε στους ανθρώπους την ώρα του ύπνου για να τους συμβουλεύσει, να τους καθοδηγήσει ή να τους κάνει γνωστά αυτά που πρόκειται να συμβούν. [3][4]

Σύμφωνα με τον Ησίοδο, τα Όνειρα είναι παιδιά της Νύκτας και αδέλφια του Θανάτου και του Ύπνου.[5]

Στην Οδύσσεια, ο Όμηρος περιγράφει τον Όνειρο ως δαίμονα του Άδη ενώ αναφέρεται ότι τα απατηλά όνειρα έβγαιναν από μια πύλη από ελεφαντόδοντο, ενώ τα αληθινά έμπαιναν από μια κεράτινη πύλη.[6]. Παρόμοια αναφορά γίνεται και στην Αινειάδα (VI, 894), το έπος που έγραψε ο Λατίνος ποιητής Βιργίλιος (1ος αι. π.Χ.).

Ο Λατίνος ποιητής Οβίδιος τους παρουσιάζει όχι σαν αδέλφια του Ύπνου αλλά σαν κάποια από τα χίλια παιδιά του, αναφέρει δε τρεις με τα ονόματα Μορφέας, Φοβήτορας και Φάντασος. [7] Οι μεταγενέστεροι ποιητές έδωσαν στο θεό των ονείρων το όνομα του Μορφέα.

Ο Όνειρος, ως θεός των ονείρων, απεικονιζόταν σε έργα τέχνης, και τον τιμούσαν στα ονειρομαντεία και στα Ασκληπιεία.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. A Dictionary of Greek and Roman biography and mythology, www.perseus.tufts.edu, Oneiros
  2. www.theoi.com, ONEIROI
  3. Ομήρου Ιλιάδα, β', 1-6, 20-25
  4. Ανάλογο παράδειγμα δίνει και ο Παυσανίας στα Μεσσηνιακά του: τοῦτον οὖν τὸν ἄνδρα ἐκέλευεν ὁ ὄνειρος, ἔνθα ἂν τῆς Ἰθώμης εὕρῃ πεφυκυῖαν σμίλακα καὶ μυρσίνην, τὸ μέσον ὀρύξαντα αὐτῶν ἀνασῶσαι τὴν γραῦν: κάμνειν γὰρ ἐν τῷ χαλκῷ καθειργμένην θαλάμῳ καὶ ἤδη λιποψυχεῖν αὐτήν (|Μεσσηνιακά. 26.7) που σημαίνει: "Ο Όνειρος, τον προέτρεπε να βρει το μέρος της Ιθώμης, όπου φύτρωναν μαζί μια σμίλακα και μια μυρτιά και, αφού σκάψει ανάμεσα σ' αυτά τα δέντρα, να σώσει τη γριά που ήταν κλεισμένη μέσα σε χάλκινο θάλαμο και λιπόθυμη."
  5. Νὺξ δ᾽ ἔτεκεν στυγερόν τε Μόρον καὶ Κῆρα μέλαιναν καὶ Θάνατον, τέκε δ᾽ Ὕπνον, ἔτικτε δὲ φῦλον Ὀνείρων (Θεογονία, 211-212)
  6. www.perseus.tufts.edu (Ομήρου Οδύσσεια, Ραψωδία τ, 560-564)
  7. Μεταμορφώσεις, XI, 633-649