Όλυρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Όλυρα
Spelt.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Μονοκοτυλήδονα (Liliopsida)
Τάξη: Κυπειρώδη (Cyperales)
Οικογένεια: Ποοειδή (Poaceae)
Γένος: Σίτος (Triticum)
Είδος: Σίτος η σπέλτα (Τ. spelta)
Διώνυμο
Triticum spelta
L.

Η όλυρα ή αγριοσίταρο ή ντίνκελ (Triticum spelta, Σίτος η σπέλτα) είναι ποικιλία σίτου. Η όλυρα ήταν σημαντικό προϊόν σε σημεία της Ευρώπης από την Εποχή του Χαλκού έως τον Mεσαίωνα. Σήμερα επιβιώνει ως ενδημική καλλιέργεια στην Κεντρική Ευρώπη και αναζωογονήθηκε η παρουσία της στη νέα αγορά της υγιεινής διατροφής. Η όλυρα μερικές φορές θεωρείται υποείδος του συγγενούς κοινού σίτου (T. aestivum, Σίτος ο μαλακός ή Σίτος ο κοινός[1][2]), περίπτωση κατά την οποία η βοτανική του ονομασία θεωρείται ότι είναι Triticum aestivum υποείδος όλυρα.

Εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η όλυρα έχει περίπλοκη ιστορία. Είναι ένα είδος σιταριού που είναι γνωστό από τη γενετική απόδειξη ότι προέρχεται ως υβρίδιο των οικόσιτων τετραπλοειδών σίτων, όπως το σιτάρι emmer και το Aegilops tauschii. Αυτός ο υβριδισμός πρέπει να συνέβη στην Εγγύς Ανατολή, διότι εκεί αναπτύχθηκε το Ae. tauschii, και τούτο μάλλον να πραγματοποιήθηκε πριν από την εμφάνιση του κοινού σίτου (Triticum aestivum ), ενός ελεύθερου παράγωγου της όλυρας στον αρχαιολογικό χρόνο πριν 8.000 χρόνια.

Γενετικά στοιχεία δείχνουν ότι η όλυρα μπορεί επίσης να προκύψει ως αποτέλεσμα της υβριδοποίησης του του κοινού σίτου και του σίτου emmer, αν και μόνο σε κάποια ημερομηνία μετά την αρχική υβριδοποίηση του τετραπλού υβριδισμού του Aegilops. Η εμφάνιση της όλυρας αργότερα στην Ευρώπη, μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας δεύτερης, αργότερα, εκδήλωσης υβριδοποίησης μεταξύ του σίτου emmer και του κοινού σίτου. Πρόσφατα στοιχεία DNA υποστηρίζουν την ανεξάρτητη προέλευση της ευρωπαϊκής όλυρας, μέσω αυτού του υβριδισμού[3]. Ωστόσο, το αν η όλυρα έχει δύο διαφορετικές ρίζες στην Ασία και την Ευρώπη ή ενιαία προέλευση από την Εγγύς Ανατολή, παραμένει άγνωστο[4][5].

Πρώιμη Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα αρχαιολογικά δεδομένα της όλυρας ανάγονται στην πέμπτη χιλιετηρίδα π.Χ. στην Υπερκαυκασία, στα βόρεια της Μαύρης Θάλασσας. Ωστόσο, το πλέον άφθονα και καλύτερα τεκμηριωμένα αρχαιολογικά δεδομένα της όλυρας βρίσκονται στην Ευρώπη[6]. Υπολείμματα όλυρας έχουν βρεθεί σε κάποιες τοποθεσίες της ύστερης Νεολιθικής εποχής (2500-1700 π.Χ.) στην Κεντρική Ευρώπη[6][7]. Κατά τη διάρκεια της εποχής του Χαλκού, η όλυρα είχε διαδοθεί ευρέως στην Κεντρική Ευρώπη. Στην εποχή του Σιδήρου (750-15 π.Χ.), η όλυρα έγινε το κύριο είδος σίτου στη νότια Γερμανία και την Ελβετία, και από το 500 π.Χ., επίσης στη νότια Βρετανία[6].

Οι αναφορές στην καλλιέργεια της όλυρας στους Βιβλικούς χρόνους (βλ. μάτζο), στην αρχαία Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία, και στην αρχαία Ελλάδα, είναι ανακριβείς και προκύπτουν από τη σύγχυση με τον σίτο έμερ[8]. Ωστόσο, ως είδος Triticum, η χρήση της όλυρας εξακολουθεί να απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της εβραϊκής εορτής του Ιουδαϊκού Πάσχα, εκτός από τη μορφή μάτζο.

Νεότερη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το Μεσαίωνα, η όλυρα καλλιεργήθηκε σε περιοχές της Ελβετίας, του Τυρόλου και της Γερμανίας. Η όλυρα εισήχθη στις ΗΠΑ στα 1890. Στον 20ό αιώνα η καλλιέργεια της όλυρας αντικαταστάθηκε σε όλες σχεδόν τις περιοχές στις οποίες εξακολουθεί να καλλιεργείται από τον κοινό σίτο άρτου. Καθώς η όλυρα απαιτεί λιγότερα λιπάσματα, το κίνημα της βιολογικής γεωργίας την κατέστησε δημοφιλέστερη και πάλι προς το τέλος του αιώνα.

Διατροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η όλυρα περιλαμβάνει περίπου 57,9% υδατάνθρακες (εκτός από 9,2% ινών), 17,0% πρωτεΐνη και 3,0% λίπος, όπως επίσης και τα διαιτητικά ανόργανα συστατικά και βιταμίνες[9]. Καθώς περιέχει μια μέτρια ποσότητα γλουτένης, είναι κατάλληλη για ψήσιμο. Στη Γερμανία, οι άγουροι κόκκοι όλυρας ξηραίνονται και τρώγονται ως Grünkern, που κυριολεκτικά σημαίνει «πράσινοι κόκκοι".

Η όλυρα συνδέεται στενά με το μαλακό σίτο και δεν είναι κατάλληλη για τα άτομα που πάσχουν από κοιλιοκάκη. Ορισμένα άτομα με αλλεργία σίτου ή δυσανεξία σίτου δέχονται την όλυρα.

Προϊόντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αλεύρι όλυρας γίνεται όλο και ευκολότερα διαθέσιμο, καθώς πωλείται στα βρετανικά σούπερ μάρκετ από το 2007[10]. Η όλυρα πωλείται επίσης με τη μορφή σκληρού άρτου, παρόμοιο με το χρώμα και την υφή του ελαφρού άρτου σικάλεως, αλλά με ελαφρώς γλυκιά γεύση. Παράγονται επίσης μπισκότα και κράκερ, αλλά είναι πιο πιθανό να βρεθούν σε εξειδικευμένα καταστήματα προϊόντων άρτου ή είδη υγιεινής διατροφής παρά σε τυπικά καταστήματα εδώδιμων ειδών.

Τα ζυμαρικά όλυρας είναι επίσης διαθέσιμα σε καταστήματα υγιεινής διατροφής και ειδικών καταστημάτων. Όπως και το σιτάρι, ο ακατέργαστος σπόρος όταν μασηθεί αποδεσμεύει ίχνη γλουτένης δίνοντας στη μάζα μικρή αντοχή. Η υφή είναι ελαφρώς τραγανή. Η γεύση καρυδιού είναι πιο έντονη από ό,τι στα περισσότερα ψωμιά και ορισμένοι προτιμούν την ακατέργαστη ουσία από ότι τα ψημένα αρτοσκευάσματα.

Οι Ολλανδοί παραγωγοί του jenever απόσταζουν ένα ειδικό τζιν όλυρας που προβάλλεται ως αξιοπερίεργο για τους γευσιγνώστες του τζιν. Συναντάται μερικές φορές μπύρα από όλυρα στη Βαυαρία[11], και βότκα όλυρας στην Πολωνία[12].

Το μάτζο όλυρας ψήνεται για το Ιουδαϊκό Πάσχα στο Ισραήλ και διατίθεται σε ορισμένα αμερικανικά παντοπωλεία και αποθήκες.

Λογοτεχνικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ σήμερα η όλυρα αποτελεί μια εξειδικευμένη καλλιέργεια, η δημοτικότητά της στους αγρότες ως βασικό διατροφικό προϊόν του παρελθόντος είναι αποδεδειγμένη στη λογοτεχνία. Αν και η σημερινή ρωσόφωνη νεολαία δεν μπορεί να γνωρίζει τι ακριβώς είναι η όλυρα, μπορεί να έχει ακούσει την ιστορία του εργάτη Balda του Πούσκιν που ζητούσε από τον ιερέα εργοδότη του "να του προσφέρει την καλά βρασμένη όλυρά του" ( "есть же мне давай варёную полбу") .

Σημειώσεις παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Spelt της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

]