Δίκοκκο σιτάρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δίκοκκο σιτάρι

Το δίκοκκο σιτάρι (Triticum turgidum ssp. dicoccum), γνωστό και ως emmer, farro, amidonnier ή polba, αποτελούσε κυρίαρχο καλλιεργούμενο σιτάρι στην Ασία, Αφρική και Ευρώπη από τα πρώτα χρόνια της γεωργίας. Σήμερα καλλιεργείται σποραδικά σε περιορισμένες περιοχές.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κόκκοι του δίκοκκου σιταριού βρέθηκαν στους τάφους των Πυραμίδων της Αιγύπτου, ενώ ήταν διαδεδομένο στην αρχαία Βαβυλώνα και στην Κεντρική Ευρώπη[1]. Προήλθε από το άγριο δίκοκκο T. turgidum ssp. dicoccoides (T. dicoccoides). Ήταν ένα από τα πρώτα σιτηρά που εξημερώθηκαν στην περιοχή της Εύφορης Ημισελήνου (Fertile Crescent) μεταξύ 8.000-6.000 π.Χ.[2]. Στις αρχές του 20ου αιώνα το δίκοκκο σιτάρι καλλιεργούνταν στη Ρωσία, στη χώρα των Βάσκων, στη Βαυαρία, στη Σερβία και στην Περσία.[3]

Καλλιέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα, συναντάται στη δυτική περιοχή της Εύφορης Ημισελήνου στην Ιορδανία, τη Συρία και το Ισραήλ, το κεντρικό τμήμα της νοτιοανατολικής Τουρκίας και τις ορεινές περιοχές του ανατολικού Ιράκ και του δυτικού Ιράν.[2] Επίσης, συνεχίζει να καλλιεργείται σποραδικά σε περιορισμένες περιοχές της Γερμανίας, της Ελβετίας και της Ισπανίας. Ειδικότερα, καλλιεργείται σε μεγάλη έκταση στην Αιθιοπία, ενώ σε χώρες όπως η Ινδία και η Ιταλία η καλλιέργειά του είναι περιορισμένη.[4] Στην Ελλάδα επανεμφανίστηκε την τελευταία δεκαπενταετία.

Βοτανική Κατάταξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καλλιεργούμενο δίκοκκο σιτάρι (T. turgidum ssp. dicoccum) και ο πρόγονός του το άγριο δίκοκκο (T. turgidum ssp. dicoccoides) είναι τετραπλοειδή σιτάρια, με γονιδιακή σύνθεση AABB. Τρία είδη εμφανίζονται σαν δότες του γονιδιώματος Α, το άγριο T. monococcum ssp. aegilopoides (T. boeoticum)[1][5], ο απόγονός του, το καλλιεργούμενο T. monococcum ssp. monococcum [6][7] και το T. urartu, το οποίο ανακαλύφθηκε μόλις το 1934.[8][9][10] Η πηγή όμως του γονιδιώματος Β είναι αμφισβητήσιμη.[1][6][9][11][12][13] Φαίνεται ότι, το προγονικό είδος το οποίο έδωσε το γονιδίωμα Β στα πολυπλοειδή σιτάρια πιθανότατα έχει εξαφανιστεί σήμερα.[14]

Το άγριο δίκοκκο σιτάρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το άγριο δίκοκκο σιτάρι (T. turgidum ssp. dicoccoides) είναι ο πρόγονος του καλλιεργούμενου δίκοκκου σιταριού και απαντάται στη Νοτιοανατολική Ασία. Ανακαλύφθηκε από τον Aaron Aaronsohn το 1906 στην Rosh Pinna, βόρεια της θάλασσας της Γαλιλαίας.[3][15] Είναι ετήσιο, αυτογονιμοποιούμενο φυτό με μεγάλους επιμήκεις σπόρους και εύθραυστα στάχυα που κατά την ωρίμανση διαλύονται σε σταχύδια.

Μορφολογικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δίκοκκο σιτάρι (Triticum turgidum ssp. dicoccum) ανήκει στο Section Dicoccoidea. Το καλάμι είναι γεμάτο ή κούφιο, ενώ τα φύλλα έχουν συνήθως τρίχες. Έχει αγανοφόρους στάχεις, με δύο ως τέσσερα άνθη ανά σταχύδιο, παράγει όμως μόνο δύο κόκκους. Η ράχη του θραύεται κατά τον αλωνισμό[16] και οι σπόροι συγκρατούν τα λέπυρα και μέρος της ράχης. Επομένως, κι αυτό είναι «ντυμένο», όπως και το μονόκοκκο σιτάρι (T. monococcum ssp. monococcum) και η όλυρα ή σιτάρι σπέλτα (T. aestivum ssp. spelta). Με άλλα λόγια ο σπόρος είναι σφιχτά κλεισμένος στα λέπυρα και απαιτείται επιπρόσθετη επεξεργασία ώστε να απομακρυνθούν τα λέπυρα. Οι κόκκοι του δίκοκκου σιταριού είναι μακριοί και λεπτοί και το χρώμα των πιτυρούχων στρωμάτων είναι σκούρο.[17] Τα δίκοκκα σιτάρια μπορεί να είναι χειμερινά ή ανοιξιάτικα και είναι πολύ ανθεκτικά στην ξηρασία και στην υγρασία. Μερικές ποικιλίες παρουσιάζουν αντοχή στις ασθένειες, που τα καθιστά χρήσιμα για βελτιωτικούς σκοπούς.[18] Εμφανίζουν ικανοποιητικές αποδόσεις σε ποικιλία εδαφών και κλιμάτων, ευδοκιμούν όμως συνήθως σε ξηρές πεδιάδες με ζεστό καλοκαίρι.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Χρηστίδης (1963).
  2. 2,0 2,1 Ozkan et al. (2010).
  3. 3,0 3,1 Buller (1919).
  4. Serpen et al. (2008).
  5. Zhang et al. (2002).
  6. 6,0 6,1 Sarkar and Stebbins (1956).
  7. Toussaint-Samat (1992).
  8. Sourdille et al. (2001).
  9. 9,0 9,1 Huang et al. (2002).
  10. Petersen et al. (2006).
  11. Kushnir and Halloran (1981).
  12. Nath et al. (1984).
  13. Shewry (2009).
  14. Provan et al. (2004).
  15. Carleton (1924).
  16. Παπαδάκης (1929).
  17. Abdel-Aal et al. (1998).
  18. Σφήκας (1984).

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Abdel-Aal E.-S., Sosulski F.W. and Hucl P. (1998). Origins, characteristics and potentials of ancient wheats. Cereal Food World 43, 708-715.
  • Buller A. H. R. (1919). Essays on wheat. The MacMillan Company. New York.
  • Carleton M. A. (1924). The small grains. Ed. L. HG. Bailey. The MacMillan Company. New York.
  • Huang S., Sirikhachornkit A., Su X., Faris J., Gill B., Haselkorn R. and Gornicki P. (2002). Genes encoding plastid acetyl-CoA carboxylase and 3-phosphoglycerate kinase of the Triticum/Aegilops complex and the evolutionary history of polyploid wheat. PNAS 99 (12), 8133-8138.
  • Kushnir U. and Halloran G. M. (1981). Evidence for Aegilops sharonensis Eig as the donor of the B genome of wheat. Genetics 99 (3-4), 495-512.
  • Nath J., Hanzel J. J., Thompson J.P. and McNay J. W. (1984). Additional evidence implicating Triticum searsii as the B-genome donor to wheat. Biochem. Genetics, 22, 37-50.
  • Ozkan H., Willcox G., Graner A., Salamini F. and Kilian B. (2011). Geographic distribution and domestication of wild emmer wheat (Triticum dicoccoides). Genet Resour Crop Evol. Vol. 58 (1), pp. 11-53.
  • Παπαδάκης Σ. Ιωάννης (1929). Ελληνικοί τύποι σίτου. Επιστημονικό Δελτίο του «Ειδικού Σταθμού Καλλιτερεύσεως Φυτών εν Θεσσαλονίκη». Θεσσαλονίκη.  Έκδοση με δαπάνη της Γενικής Διεύθυνσης Εποικισμού της Μακεδονίας.
  • Petersen G., Seberg O., Yde M. and Berthelsen K. (2006). Phylogenetic relationships of Triticum and Aegilops and evidence for the origin of the A, B, and D genomes of common wheat (Triticum aestivum). Mol. Phylogen. Evol. 39, 70–82.
  • Provan J., Wolters P., Caldwell K. H. and Powell W. (2004). High-resolution organellar genome analysis of Triticum and Aegilops sheds new light on cytoplasm evolution in wheat. Theor. Appl. Genet. 108, 1182-90.
  • Sarkar P. and Stebbins G. L. (1956). Morphological evidence concerning the origin of the Β genome in wheat. Amer. J. Bot. 43, 297-304.
  • Serpen A., Gokmen V., Karagoz A. and Koksel H. (2008). Phytochemical quantification and total antioxidant capacities of emmer (Triticum dicoccon Schrank) and einkorn (Triticum monococcum L.) wheat landraces. J. Agric. Food Chem. 56, 7285-7292.
  • Shewry P. R. (2009). Wheat. J. Exper. Botany 60, 1537–1553.
  • Sourdille P., Tavaud M., Charmet G. and Bernard M. (2001). Transferability of wheat microsatellites to diploid Triticeae species carrying the A, B and D genomes. Theor. Appl. Genet. 103, 346-352.
  • Σφήκας Α. Γ. (1984). Ειδική Γεωργία. Τόμος πρώτος. Σιτηρά, ψυχανθή και χορτοδοτικά φυτά. Έκδοση Τρίτη, Θεσσαλονίκη 1984, 248 σελ.
  • Toussaint-Samat M. (1992). The history of cereals, in: A history of food. A Bell, trans. Blackwell publishers, Cambridge, MA, page 127.
  • Χρηστίδης, Βασίλειος (1963). Χειμωνιάτικα σιτηρά. (2η έκδοση). Θεσσαλονίκη. 
  • Zhang W., Qu L.J., Gu H., Gao W., Liu M., Chen J., Chen Z. (2002). Studies on the origin and evolution of tetraploid wheats based on the internal transcribed spacer (ITS) sequences of nuclear ribosomal DNA. Theor. Appl. Genet. 104, 1099-1106.