Όλιβερ Τουίστ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Cruikshank - Fagin in the condemned Cell (Oliver Twist).png

Το Όλιβερ Τουίστ είναι το δεύτερο μυθιστόρημα που έγραψε ο Άγγλος μυθιστοριογράφος Κάρολος Ντίκενς. Το έργο εκδόθηκε το 1838 και είναι το πρώτο μυθιστόρημα που γράφτηκε στην αγγλική γλώσσα έχοντας ως πρωταγωνιστή ένα παιδί.

"Με τις περιπέτειες και τη δυστυχισμένη ζωή του μικρού Όλιβερ", έγραψε κάποτε ο Κάρολος Ντίκενς, "θέλησα ν' αποδείξω ότι το πνεύμα του καλού καταφέρνει πάντα να υπερνικά κάθε αντίξοη περίσταση και τελικά να θριαμβεύει. Αυτό που επιδίωξε ο μεγάλος Άγγλος συγγραφέας το κατάφερε. Δημιούργησε ένα έργο, γεμάτο ανθρωπιά, χιούμορ και πάθος.

Η υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Όλιβερ Τουίστ ήταν ένα παιδί που γεννήθηκε μια νύχτα σε άσυλο. Η μητέρα του ερχόταν από μακριά, κανένας δεν ήξερε από πού. Η φτωχή γυναίκα ξεψύχησε αφού ζήτησε να τη δώσουν να φιλήσει το νεογέννητο. Ο μικρός Όλιβερ δεν είχε ούτε καν επίθετο. Του το έδωσε ο παιδονόμος, ο επιστάτης του φτωχοκομείου, ο άκαρδος κ. Μπαμπλ. Στα ορφανά που δεν είχαν όνομα τους έδινε επίθετα με αλφαβητική σειρά.

Τους πρώτους μήνες της ζωής του, ο Όλιβερ τούς πέρασε στο άσυλο των απόρων. Αργότερα τον έστειλαν στο σπίτι της κυρίας Μαν που έπαιρνε από τον Δήμο χρήματα για να μεγαλώνει τα ορφανά. Η ζωή στο σπίτι εκείνο ήταν φοβερή για τα παιδάκια. Το περίεργο δεν ήταν που πέθαιναν -και πέθαιναν αρκετά- αλλά που κατάφερναν να ζήσουν και να μεγαλώσουν με τα φαγητά που έτρωγαν και με τα κουρέλια που φορούσαν.

Στο σπίτι της κυρίας Μαν ο Όλιβερ έκλεισε τα 9 χρόνια του. Ήταν ένα παιδάκι χλωμό, αδύνατο, δειλό και πάντα τρομαγμένο. Στα 9 του χρόνια πήγε και το παρέλαβε από το ορφανοτροφείο της κας Μαν, ο επιστάτης του ασύλου, ο κ. Μπαμπλ. Οι Σύμβουλοι είχαν αποφασίσει ότι ο Όλιβερ έπρεπε ν' αρχίσει να εργάζεται.

Εκεί στο άσυλο των απόρων του Δήμου, ο Όλιβερ Τουίστ διέπραξε το πρώτο μεγάλο αμάρτημα της ζωής του. Ένα βράδυ, ο δυστυχής Όλιβερ Τουίστ είχε την κακή ιδέα να ζητήσει λίγο φαγητό από το μάγειρα. Ήταν κάτι το ανήκουστο, να ζητήσει κι άλλο φαγητό ένα ορφανό. Το Συμβούλιο αποφάσισε να απομακρύνει τον μικρό "αντάρτη" και "ταραχοποιό" από το άσυλο, αφού πρώτα διέταξε να τον κλείσουν στην απομόνωση.

Έτσι ο Όλιβερ δόθηκε μαθητευόμενος σ' έναν εργολάβο κηδειών, τον κ. Σάουερμπέρρυ (Sowerberry). Μα και στο σπίτι αυτό η ζωή του μικρού Όλιβερ ήταν μαρτυρική και ανυπόφορη. Ώσπου, μια μέρα, ο Τουίστ ξεκίνησε με τα πόδια για το Λονδίνο. Παντού ήταν μόνος, παντού ήταν αποδιωγμένος και αβοήθητος.

Ύστερα από πολλές μέρες ταξίδι με τα πόδια, έφτασε στα προάστια του Λονδίνου. Εκεί συναντήθηκε τυχαία μ' ένα νεαρό αλήτη, τον Τζακ Ντώουκις. Αυτός πρότεινε στον Όλιβερ να τον πάει στο Λονδίνο και να τον συστήσει σ' ένα "καλό γέρο" που... βοηθούσε τ' απροστάτευτα παιδάκια. Ο γέρος αυτός ήταν ο Φέιγκιν. Δουλειά του ήταν να μαζεύει αλητάκια και να τα εκπαιδεύει στην κλεψιά και την λωποδυσία.

Ο δρόμος που θα οδηγούσε στην καταστροφή ήταν πια ορθάνοιχτος μπροστά στο δυστυχισμένο ορφανό. Όμως ο Όλιβερ Τουίστ είχε μέσα του τα στοιχεία που κάνουν έναν καλόν και τίμιο άνθρωπο, γι' αυτό και μετά από πολλές περιπέτειες ο αγώνας του τελικά αμείφθηκε. Στο τέλος βρήκε την οικογένειά του.

Κοινωνικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βρετανία του Ντίκενς ήταν μια χώρα μεγάλων αντιθέσεων. Υπήρχαν πάμπλουτοι αλλά και υπερβολικά φτωχοί. Ήταν μια περίοδος σνομπισμού κατά την οποία μονάχα τα άτομα που προέρχονταν από την αριστοκρατία ή από παλιές οικογένειες γνωρίζονταν μεταξύ τους.

Η απόκτηση χρημάτων ήταν σχεδόν θρησκεία στην Αγγλία του 19ου αιώνα. Έτσι πίσω ακριβώς από την υψηλή κοινωνία βρισκόταν ο κόσμος των πλούσιων επιχειρηματιών. Βασικές ιδιότητες αυτού του κόσμου ήταν ο σεβασμός, η σκληρή εργασία, η ευσέβεια και η νοικοκυροσύνη. Ο σεβασμός και η διακριτικότητα έφταναν στα όρια του γελοίου. Στα χρόνια της βασιλείας της Βικτωρίας ήταν ανάρμοστο να προφέρει κανείς τη λέξη "πόδια". Οι άντρες αντί γι' αυτά χρησιμοποιούσαν τη λέξη "εννοούμενα", ενώ ακόμα και τα πόδια των επίπλων ήταν σκεπασμένα με ύφασμα. Η σκληρή εργασία ήταν συνώνυμη με κουραστικές αγοραπωλησίες. Η νοικοκυροσύνη ήταν υπερβολική κι εκείνοι που κουραζόντουσαν γι' αυτή ήταν οι θηλυκοί υπήκοοι της Βικτωρίας. Η συναίσθηση του καθήκοντος ήταν ίσως πραγματική εκείνη την εποχή, ωστόσο συχνά συνδυάζονταν με άλλες ιδιότητες στις οποίες τα χρήματα και η εξουσία έπαιζαν μεγάλο ρόλο.

Υπήρχαν φυσικά και αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, αλλά γενικά οι άνθρωποι αυτού του κόσμου φαίνεται να ήταν άσπλαχνοι και αναίσθητοι. Αυτή η νοοτροπία είχε την αντανάκλασή της παντού όπου μοχθούσε ο εργατικός κόσμος. Εργάτες, παιδιά σκλάβων, υποσιτιζόμενοι μαθητευόμενοι, καπνοδοχοκαθαριστές, άνθρωποι που δούλευαν στα σπίτια τους και τυφλωνόντουσαν από την πείνα, ήταν οι φρικτές εικόνες της εποχής. Πραγματικά, εκείνο τον καιρό οι περισσότερες οικογένειες της εργατικής τάξης αγωνιζόντουσαν σκληρά για να κερδίσουν το ψωμί τους και πολλές απ' αυτές ζούσαν μέσα μέσα στη βρωμιά των φτωχοσυνοικιών.

Οι φυλακισμένοι εξακολουθούσαν να στέλνονται στην Αυστραλία υπό φοβερές συνθήκες. Το σύστημα των εγχώριων φυλακών ήταν λίγο καλύτερο, αλλά η φυλάκιση σε πλοία-φυλακές ήταν χειρότερη. Αν δεν είχε κάποιος δουλειά, ήταν καταδικασμένος να πεθάνει. Στο Λονδίνο υπήρχαν τουλάχιστον 50.000 άνθρωποι που δεν είχαν που να κοιμηθούν και που ζούσαν από τη ζητιανιά.

Οι φτωχοί των επαρχιών ζούσαν κάπως καλύτερα από τους φτωχούς της πόλης. Πάντως τα παιδιά τους ήταν υποχρεωμένα να δουλεύουν από μικρά για να μην πεθάνουν αυτά και οι οικογένειές τους από την πείνα. Αλλά όσο σκληρά κι αν εργάζονταν κέρδιζαν πολύ λίγα και οι περισσότεροι εργάτες που δούλευαν σε φάρμες κυνηγούσαν λαθραία για να χορτάσουν την πείνα τους, παρά τους αυστηρούς νόμους και τις σκληρές παγίδες που στήνονταν για τους λαθροκυνηγούς. Φυσικά υπήρχαν και εδώ εξαιρέσεις, αλλά πάντως σ' ολόκληρη τη χώρα οι κτηματίες και οι φεουδάρχες, που κυβερνούσαν τα χωριά, μεταχειριζόντουσαν τους εργάτες τους κάπως καλύτερα από τους προγόνους τους της Μεσαιωνικής εποχής. Και το παράδειγμα των πόλεων το ακολουθούσαν και οι γείτονές τους. Υπήρχαν βέβαια και καλόκαρδοι άνθρωποι, όμως γενικά οι κτηματίες, οι νοικοκυραίοι, ακόμα και οι κληρικοί και όλοι οι άλλοι που είχαν οικονομική άνεση, φαίνεται πως έδιναν περισσότερη αξία στα σπορ παρά στις ανθρώπινες ζωές.

Πολλοί μεγάλοι μεταρρυθμιστές εμφανίστηκαν σ' όλη τη χώρα, αλλά η φωνή εκείνων που είχαν χρήματα κι εξουσία ήταν δυνατότερη. Επέμειναν πως ήταν ανάγκη να εργάζονται και τα παιδιά, γιατί χωρίς αυτά η χώρα θα καταστρεφόταν καθώς τα πρώτα χρόνια που φάνηκαν οι μηχανές και υπήρχε μεγάλος συναγωνισμός με το εξωτερικό, έπρεπε τα ημερομίσθια να κρατηθούν σε χαμηλό επίπεδο. Με τα μάτια της σημερινής εποχής βλέπουμε ότι η φτώχεια των μαζών σ' ένα φόντο αυξανόμενης ευημερίας ήταν το πιο συνταρακτικό χαρακτηριστικό της πλειονότητας του 19ου αιώνα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Όλιβερ Τουίστ", "Η Αγγλία του Ντίκενς", Κλασσικά Εικονογραφημένα, Νο 1004, Εκδόσεις Ατλαντίς