Έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο όρος έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων αναφέρεται στη δυνατότητα των δικαστηρίων να κρίνουν κατά πόσον ένας νόμος εναρμονίζεται με το Σύνταγμα.

Διάκριση των λειτουργιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε κάθε σύγχρονη δημοκρατία ισχύει η διάκριση των λειτουργιών: η νομοθετική εξουσία θεσπίζει τους νόμους και η δικαστική τους εφαρμόζει κατά την απόδοση δικαιοσύνης. Στις χώρες όμως που υπάρχει Σύνταγμα (στις περισσότερες χώρες του κόσμου) υπάρχει το ένδεχόμενο, η νομοθετική εξουσία να θεσπίσει νόμους που αντιβαίνουν στο Σύνταγμα αυτό. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων αναφέρεται στη δυνατότητα των δικαστηρίων να κρίνουν κατά πόσον οι νόμοι συμμορφώνονται με τις διατάξεις του Συντάγματος. Το πρόβλημα που ανακύπτει από έναν τέτοιο έλεγχο των νόμων από τα δικαστήρια είναι η ενδεχόμενη κατάργηση της διάκρισης των εξουσιών και το ερώτημα είναι αν και ως ποιον βαθμό μπορεί η δικαστική εξουσία να περιορίζει τη νομοθετική. Αντίστροφα τίθεται το ερώτημα κατά πόσον ο δικαστής οφείλει να εφαρμόζει όλους τους νόμους που ψηφίζει το Κοινοβούλιο, ακόμη κι αν θεωρεί ότι παραβιάζουν το Σύνταγμα, το οποίο είναι ιεραρχικά ανώτερο από τους νόμους και δεσμέυει και τη νομοθετική εξουσία. Αντίστοιχα για τους πολίτες τίθεται το πρόβλημα με ποιον τρόπο θα προστατευτούν απέναντι σε τυχόν αυθαιρεσίες της νομοθετικής εξουσίας που παραβιάζουν το Σύνταγμα.

Κατά την εξέταση του προβλήματος πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν δύο αντίθετοι παράγοντες. Ο ένας είναι ότι η νομοθετική εξουσία στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες εκλέγεται απ’ ευθείας από το λαό, ενώ οι δικαστές επιλέγονται κατά κανόνα είτε μετά από εξετάσεις και ασκούν το λειτούργημά τους ως κύριο επάγγελμα είτε επιλέγονται από τη νομοθετική ή την εκτελεστική εξουσία (ή συνδυασμό). Η νομιμοποίηση των δικαστών από το λαό είναι πιο περιορισμένη σε σχέση με τα μέλη του Κοινοβουλίου που εκλέγονται άμεσα από τον λαό. Επίσης η λαϊκή εντολή στη νομοθετική εξουσία ανανεώνεται σε περιοδικά χρονικά διαστήματα, ενώ οι δικαστές είναι εξ ορισμού ισόβιοι σε μια δημοκρατία, δεν ελέγχονται δηλαδή από τον λαό. Εκτεταμένη δυνατότητα ελέγχου των νόμων θα οδηγούσε κατά μία άποψη σε κράτος δικαστών. Ο άλλος παράγοντας είναι ότι οι νόμοι είναι επιτακτικοί κανόνες με έννομες συνέπειες, αλλιώς δεν έχουν αξία. Το ίδιο ισχύει (ή θα έπρεπε να ισχύει) και για τον πιο θεμελιώδη και τον ανώτερο όλων των νόμων του κράτους, το Σύνταγμα. Ένα Σύνταγμα του οποίου οι διατάξεις δεν εφαρμόζονται (με άλλα λόγια που οι παραβιάσεις του μένουν χωρίς συνέπειες) είναι απλό ευχολόγιο. Έλλειψη ελέγχου της νομοθετικής εξουσίας θα καθιστούσε κατά μερικούς τον ρόλο του Συντάγματος διακοσμητικό.

Μορφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν διάφορα συστήματα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.

Κανένας έλεγχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο σύστημα θεμελιώνεται στην αυστηρή διάκριση των εξουσιών. Η νομοθετική εξουσία θεσπίζει τους νόμους και η δικαστική τους εφαρμόζει κατά την απόδοση δικαιοσύνης. Μη εφαρμογή ή ακύρωση ενός νόμου από δικαστήριο θα σήμαινε την υπαγωγή της νομοθετικής στη δικαστική εξουσία και την υπερτροφία της τελευταίας. Στη σύγχρονη δημοκρατία οι νόμοι ψηφίζονται από Κοινοβούλια, τα οποία έχει εκλέξει ο λαός. Οι αντιπρόσωποι του λαού έχουν αυξημένη δημοκρατική νομιμοποίηση σε σχέση με τους δικαστές, οι οποίοι δεν εκλέγονται από το λαό, και έτσι πρέπει να επαφίεται στην κρίση των πρώτων ποιος νόμος είναι συνταγματικός και ποιος όχι. Το αντίθετο θα σήμαινε υποταγή της δημοκρατίας στους δικαστές. Το σύστημα αυτό χαρακτηρίζεται από δυσπιστία προς τη δικαστική εξουσία και παραγνωρίζει την πραγματικότητα ότι δεν είναι όλοι οι νόμοι που ψηφίζονται από ένα δημοκρατικά εκλεγμένο κοινοβούλιο πάντοτε οι καλύτεροι δυνατοί.

Έλεγχος του περιεχομένου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτή είναι η πιο συνηθισμένη μορφή ελέγχου. Με αυτόν τον έλεγχο ο δικαστής εξετάζει αν οι ρυθμίσεις που εισάγει ο νόμος αντίκεινται στις διατάξεις του Συντάγματος. Συνηθέστερη περίπτωση παραβίασης του Συντάγματος είναι η παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα.

Έλεγχος της διαδικασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτός ο έλεγχος αφορά τη διαδικασία ψήφισης του νόμου. Το Σύνταγμα προβλέπει πώς ψηφίζονται οι νόμοι και ο δικαστής ελέγχοντας τη διαδικασία εξετάζει αν τηρήθηκαν αυτές οι διαδικασίες. Είναι σχετικά σπάνια μορφή ελέγχου, γιατί επιφέρει ευρείας έκτασης ανάμειξη των δικαστών στο έργο της νομοθετικής εξουσίας.

Προληπτικός έλεγχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο έλεγχος αυτός συμβαίνει πριν την έκδοση του νόμου. Μπορεί να αναφέρεται είτε σε νομοσχέδιο είτε σε νόμο που έχει ψηφίσει μεν το Κοινοβούλιο, δεν έχει υπογραφεί όμως ακόμα από τον ανώτατο άρχοντα ή δεν έχει δημοσιευθεί στην εκάστοτε Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Το πλεονέκτημα αυτού του ελέγχου είναι ότι θεωρητικά ένας αντισυνταγματικός νόμος δεν καθίσταται ποτέ νόμος του κράτους, αφού το ελέγχον όργανο τον σταματά πριν αποκτήσει δεσμευτική ισχύ. Επίσης αφού ένα νομοσχέδιο γίνει μετά τον έλεγχο νόμος του κράτους, οι πολίτες γνωρίζουν ότι είναι για όλους δεσμευτικός και δεν υπάρχει περίπτωση να ακυρωθεί λόγω αντισυνταγματικότητας στο μέλλον, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ασφάλεια δικαίου και η εμπιστοσύνη στους νόμους. Μειονέκτημα της μεθόδου αυτής είναι ότι ο έλεγχος γίνεται μόνο μια φορά, και μάλιστα πριν εφαρμοστεί ο νόμος. Έτσι μπορεί να μην έχουν ανακύψει ακόμα τα προβλήματα του νόμου και το ελέγχον όργανο καλείται να προβλέψει μελλοντικές καταστάσεις, πράγμα δύσκολο, αφού σπάνια μπορεί κανείς να προβλέψει όλες τις δυνατές επιπτώσεις μιας νομοθετικής ρύθμισης. Επίσης τόσο το ίδιο το Σύνταγμα όσο και η ερμηνεία του αλλάζουν με τον καιρό. Τα ατομικά δικαιώματα συνταγματικής ισχύος αυξάνουν και οι ανάγκες της κοινωνίας μεταβάλλονται. Μια τέτοια μεταβολή δεν μπορεί όμως να οδηγήσει σε επανέλεγχο του νόμου, με αποτέλεσμα απαρχαιωμένοι νόμοι που πλέον θα θεωρούνταν αντισυνταγματικοί να εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι να τους καταργήσει το Κοινοβούλιο. Συνήθως πρέπει κανείς να αναμείνει την εφαρμογή του νόμου στην πράξη, τις πρώτες δικαστικές υποθέσεις, ώστε να διαπιστώσει τα προβλήματα της ρύθμισης.

Τέτοιος είναι ο έλεγχος που κάνει στη Γαλλία το γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο.

Κατασταλτικός έλεγχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κατασταλτικός έλεγχος γίνεται μετά την ψήφιση και έκδοση του νόμου. Το πλεονέκτημά του είναι (αντίστροφα από αυτό του προληπτικού) ότι δίνει τη δυνατότητα στο δικαστή να κρίνει τον νόμο από την ως τώρα εφαρμογή του και να διαπιστώσει εμπειρικά αν συγκρούεται με το Σύνταγμα. Δε χρειάζεται δηλαδή ο δικαστής να κάνει εικασίες, έχει απτά παραδείγματα εφαρμογής του νόμου. Μειονέκτημά του είναι η ανασφάλεια δικαίου: οι πολίτες δεν είναι βέβαιοι αν οι καινούργιοι νόμοι που ψηφίζονται είναι σύμφωνοι με το Σύνταγμα. Επίσης ανατροπή ενός επί μακρόν ισχύσαντος νόμου μπορεί να φέρει ανατραχή, ανατρέποντας παγιωμένες καταστάσεις και προξενώντας ενδεχομένως και απρόβλεπτες αναδρομικές οικονομικές απαιτήσεις.

Τέτοιος είναι ο έλεγχος που γίνεται στην Ελλάδα, στη Γερμανία και στις ΗΠΑ.

Συγκεντρωτικός έλεγχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σύστημα αυτό επιτρέπει τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια, ορίζει όμως ένα ορισμένο δικαστήριο (συνήθως το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ως αρμόδιο προς τούτο. Οι υπόλοιποι δικαστές δε δικαιούνται να ελέγχουν τη συμμόρφωση των νόμων με το Σύνταγμα. Το συγκεντρωτικό σύστημα έχει το πλεονέκτημα ότι επιτρέπει μεν τον έλεγχο των νόμων από τα δικαστήρια, τον αναθέτει όμως στους κατά τεκμήριο πιο έμπειρους δικαστές, αποφεύγοντας έτσι κατάχρηση του ελέγχου των νόμων από τα δικαστήρια. Προσπαθεί με αυτόν τον τρόπο να περιορίσει την επέμβαση της δικαστικής εξουσίας στο έργο της νομοθετικής. Το μειονέκτημά του είναι ότι περιορίζοντας τον έλεγχο σε έναν μικρό κύκλο δικαστών, τους κάνει πιο ευάλωτους σε κυβερνητικές πιέσεις. Επίσης δείχνει μεν εμπιστοσύνη στους υπόλοιπους δικαστές να εφαρμόσουν τους νόμους, δεν τους εμπιστεύεται όμως να εφαρμόσουν το Σύνταγμα.

Ο συγκεντρωτικός έλεγχος μπορεί να είναι είτε προληπτικός είτε κατασταλτικός. Ο προληπτικός έλεγχος είναι πάντοτε και συγκεντρωτικός: το προς ψήφιση ή έκδοση νομοσχέδιο θα υποβληθεί σε ένα συγκεκριμένο δικαστήριο προς έλεγχο. Μπορεί όμως και αφού ψηφιστεί και εκδοθεί ο νόμος να επιτρέπεται σε όποιον δικαστή ή σε όποιον πολίτη αμφιβάλλει σε μια συγκεκριμένη δίκη για τη συνταγματικότητα του εφαρμοστέου νόμου να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα (ο δικαστής) ή να προσφύγει (ο πολίτης) στο αρμόδιο συνταγματικό δικαστήριο. Την απόφαση θα την λάβει τελικά το ένα και μοναδικό αρμόδιο δικαστήριο (συγκεντρωτικός έλεγχος), ο έλεγχος όμως είναι κάθε στιγμή δυνατός (κατασταλτικός έλεγχος).

Συγκεντρωτικός προληπτικός είναι ο έλεγχος στη Γαλλία, συγκεντρωτικός κατασταλτικός είναι ο έλεγχος στη Γερμανία (για τους νόμους που έχουν ψηφιστεί μετά το 1949).

Διάχυτος έλεγχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάχυτο έλεγχο έχουμε όταν κάθε δικαστής κάθε βαθμίδας έχει την εξουσία να κρίνει αν ένας νόμος είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα. Οι δικαστές δεσμεύονται από τους νόμους που θεσπίζει η νομοθετική εξουσία, αλλά υπέρτατος νόμος είναι το Σύνταγμα, το οποίο τους δεσμέυει όλους: αν ένας νόμος αντίκειται στο Σύνταγμα, ο δικαστής υποχρεούται λόγω της υποταγής του στο Σύνταγμα να μην τον εφαρμόσει. Αποτέλεσμα είναι ότι διαφορετικά δικαστήρια μπορεί να εκδώσουν αντιφατικές αποφάσεις για τον ίδιο νόμο. Η αντίφαση θα αρθεί τότε συνήθως στο εκάστοτε ανώτατο δικαστήριο. Η απόφαση του τελευταίου, ακόμη κι αν δε δεσμεύει τυπικά τα κατώτερα δικαστήρια σε άλλες υποθέσεις (ανάλογα με το σύστημα), θα έχει ουσιαστική βαρύτητα, αφού κατά τεκμήριο θα αρνείται κάθε φορά που θα φθάνει υπόθεση σε αυτό να εφαρμόσει τον ίδιο νόμο.

Το σύστημα αυτό χαρακτηρίζεται από μεγάλη εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη και κάποια δυσπιστία στη νομοθετική εξουσία. Πλεονέκτημά του είναι ότι επιτρέπει έναν ευρύτατο έλεγχο και δίνει στο Σύνταγμα αμεσότητα, καθιστώντας τους κανόνες του δεσμευτικούς για όλους. Αναγνωρίζει στους δικαστές την εξουσία να ελέγχουν τις πράξεις της νομοθετικής εξουσίας και τους δίνει τη μέγιστη δυνατότητα να εκδώσουν μια δίκαιη απόφαση σε κάθε περίπτωση. Τους απαλλάσσει από το βάρος να εφαρμόσουν έναν νόμο που οι ίδιοι τον θεωρούν αντισυνταγματικό, το αρμόδιο όμως συνταγματικό δικαστήριο τον έκρινε σύμφωνο με το Σύνταγμα. Επίσης μειώνει την πιθανότητα επιρροής των δικαστών από τη νομοθετική ή την εκτελεστική εξουσία. Τα μειονεκτήματα του συστήματος αυτού είναι κυρίως τρία. Το πρώτο είναι ότι στην πράξη δεν είναι όλοι οι δικαστές άριστοι γνώστες του συνταγματικού δικαίου. Η στατιστική πιθανότητα μιας λανθασμένης απόφασης είναι έτσι αυξημένη σε σχέση με τον συγκεντρωτικό έλεγχο, όπου οι δικαστές είναι επιλεγμένοι λόγω της πείρας ή των γνώσεών τους. Το δεύτερο είναι η μειωμένη ασφάλεια δικαίου: οποιοδήποτε δικαστήριο μπορεί ανά πάσα στιγμή να κρίνει οποιονδήποτε νόμο ως αντισυνταγματικό.

Διάχυτος είναι ο έλεγχος που γίνεται στην Ελλάδα, στις ΗΠΑ και στη Γερμανία για τους νόμους που έχουν ψηφιστεί πριν το 1949.

Κύριος έλεγχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριος ονομάζεται ο έλεγχος όταν αποτελεί το μοναδικό αντικείμενο της δίκης. Αίτημα του προσφεύγοντος είναι η κήρυξη ενός νόμου ως αντισυνταγματικού. Ο κύριος έλεγχος συνδυάζεται συνήθως με τον συγκεντρωτικό και μπορεί να είναι είτε προληπτικός είτε κατασταλτικός.

Παρεμπίπτων έλεγχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρεμπίπτων ονομάζεται ο έλεγχος, όταν δεν αποτελεί κύριο αντικείμενο της δίκης, αλλά λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο μιας οποιασδήποτε εκκρεμούς δίκης με αντικείμενο μια οποιαδήποτε διαφορά. Έτσι ο πολίτης ή ο αιτών γενικά δεν προσφεύγει στο δικαστήριο ζητώντας απλά και μόνο την ακύρωση του νόμου, κύριο αντικείμενο της προσφυγής δεν είναι δηλαδή η συνταγματικότητα του νόμου. Όταν όμως ο δικαστής στο πλαίσιο μιας δίκης καλείται να εφαρμόσει έναν νόμο, ελέγχει πριν τον εφαρμόσει αν είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα. Ο παρεμπίπτων έλεγχος είναι πάντοτε κατασταλτικός και έχει ως αποτέλεσμα να μην εξαφανίζεται ο νόμος, απλά να μην εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Μεθοδολογία ελέγχου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να κριθεί αν ένας νόμος είναι αντίθετος προς το Σύνταγμα θα πρέπει να προηγηθεί ερμηνεία του νόμου, ώστε να ανευρεθεί το αληθές νόημά του. Γίνεται ευρέως δεκτό ότι προτού κριθεί ένας νόμος αντισυνταγματικός, θα πρέπει να καταβάλει ο δικαστής κάθε προσπάθεια να περισώσει το κύρος του πρώτου. Θα κάνει δηλαδή τη «σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία» (Verfassungskonforme Auslegung). Η αρχή της σύμφωνης με το Σύνταγμα ερμηνείας και τα όριά της έχουν εξειδικευθεί σε μεγάλο βαθμό από το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Η ερμηνεία αυτή θα πρέπει να γίνει, γιατί ο δικαστής θα πρέπει να έχει ως αφετηρία ότι ο νομοθέτης δεν επιθυμεί να παραβιάσει το Σύνταγμα. Θα πρέπει δηλαδή να αναγνωρίζει στον νόμο τεκμήριο συνταγματικότητας. Επίσης η κρίση ενός νόμου ως άκυρου ή μη εφαρμοστέου είναι ένα εξαιρετικό μέτρο που οφείλει να εφαρμόζεται με φειδώ. Έτσι θα πρέπει να εξαντληθούν πρώτα όλες οι δυνατότηες να ερμηνευτεί ο νόμος σύμφωνα με το Σύνταγμα. Οι δυνατότητες αυτές είναι κατά κύριο λόγο η διορθωτική ερμηνεία του νόμου, έτσι ώστε το περιεχόμενό του να εναρμονίζεται με το Σύνταγμα. Παράδειγμα: ένας νόμος προβλέπει ότι σε κάποιο ζήτημα ο ανήλικος θα αντιπροσωπευθεί από τον πατέρα. Γεννάται το ερώτημα αν το δικαίωμα αυτό το έχει και η μητέρα. Το Σύνταγμα δεν επιτρέπει διάκριση λόγω φύλου. Προτού ο δικαστής κρίνει τον νόμο αντισυνταγματικό και άκυρο, θα προσπαθήσει να τον ερμηνεύσει σύμφωνα με το Σύνταγμα. Μια τέτοια ερμηνεία του συγκεκριμένου νόμου θα ήταν ότι αντί για πατέρα ο νόμος εννοεί γονέα ή κηδεμόνα ανεξαρτήτως φύλου. Με αυτόν τον τρόπο ο νόμος διατηρείται σε ισχύ και εφαρμόζεται, ενώ ταυτόχρονα δεν παραβιάζεται και το Σύνταγμα.

Η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία έχει όμως όρια. Ο δικαστής δεν μπορεί να «διαπλάσει» τον νόμο κατά βούλησιν. Αν το αποτέλεσμα της ερμηνείας είναι αντίθετο με τη βούληση του νομοθέτη, τότε ο νόμος θα πρέπει να θεωρηθεί αντισυνταγματικός και ως εκ τούτου να μην εφαρμοστεί (και ενδεχομένως να ακυρωθεί, ανάλογα με τις εξουσίες του δικαστή). Κάτι τέτοιο θα συμβαίνει, αν ο νόμος π.χ. μετά την «ερμηνεία» του από τον δικαστή έχει το αντίθετο νόημα απ’ ό,τι προηγουμένως. Ο δικαστής μπορεί μόνο να διαπιστώσει την αντίθεση του νόμου με το Σύνταγμα, όχι όμως και να τον αντικαταστήσει, αλλιώς θα γινόταν ο ίδιος νομοθέτης.

Έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων σε διάφορες χώρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων είναι διάχυτος, κατασταλτικός και παρεμπίπτων. Το Σύνταγμα, στο άρθρο 93 παρ. 4 ορίζει: "Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα". Ο κάθε δικαστής μπορεί δηλαδή να αρνηθεί να εφαρμόσει νόμο που αντίκειται στο Σύνταγμα. Αντίστοιχα η απόφασή του αυτή δεν επηρεάζει το τυπικό κύρος του νόμου, ισχύει μόνο για τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Η μόνη περίπτωση κύριου και συγκεντρωτικού ελέγχου στην Ελλάδα είναι όταν συγκαλείται το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Το ΑΕΔ συγκαλείται, όταν δύο από τα τρία ανώτατα δικαστήρια της χώρας (Συμβούλιο της Επικρατείας, Άρειος Πάγος, Ελεγκτικό Συνέδριο) εκδώσουν αντίθετες αποφάσεις σχετικά με τη συνταγματικότητα ενός νόμου. Στην περίπτωση αυτήν το ΑΕΔ αποφαίνεται οριστικά για τη συνταγματικότητα του νόμου όχι στο πλαίσιο των επιδίκων διαφορών (δεν αποφαίνεται δηλαδή για τις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των διαφωνούντων δικαστηρίων), αλλά ως κύριο αντικείμενο της ενώπιόν του δίκης και η απόφασή του, αν θεωρήσει το νόμο αντισυνταγματικό, έχει ως συνέπεια την εξαφάνιση του νόμου από την έννομη τάξη.

Για πρώτη φορά προβλέφθηκε η δυνατότητα (και υποχρέωση) των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν αντισυνταγματικούς νόμους στο Σύνταγμα του 1927. Ήδη όμως από τον 19ο αιώνα η θεωρία είχε υποστηρίξει τη δυνατότητα των δικαστηρίων να προβαίνουν σε τέτοιον έλεγχο, ενώ ο Άρειος Πάγος προέβη για πρώτη φορά με την 23/1897 απόφασή του σε μη εφαρμογή νόμου ως αντισυνταγματικού.

Ο έλεγχος των νόμων περιορίζεται στον έλεγχο του περιεχομένου τους. Τα δικαστήρια δεν έχουν εξουσία να ελέγξουν την τήρηση των διατάξεων του Συντάγματος κατά την ψήφιση του νόμου (απαρτία βουλευτών κλπ.). Αυτά θεωρούνται από τα δικαστήρια interna corporis (εσωτερικά ζητήματα) της Βουλής, τα οποία τα ελέγχει η ίδια και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατά την έκδοση των νόμων.

ΗΠΑ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Τζων Μάρσαλ, συντάκτης της απόφασης Marbury v. Madison (1803), η οποία αποτέλεσε την απαρχή του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στις ΗΠΑ.

Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων στις ΗΠΑ είναι επίσης διάχυτος, κατασταλτικός και παρεμπίπτων. Για πρώτη φορά αποφάσισε το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ (US Supreme Court) το 1803 στην υπόθεση Marbury v. Madison (5 U.S. 137, 1803) ότι τα δικαστήρια έχουν την εξουσία να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των νόμων. Διαδικασία αντίστοιχη με την ελληνική του ΑΕΔ δεν προβλέπεται, αφού το ανώτατο δικαστήριο στις ΗΠΑ είναι ένα για όλες τις διαφορές.

Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Γαλλία ο έλεγχος είναι προληπτικός, συγκεντρωτικός και κύριος. Γίνεται μόνο από το γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο και μόνο πριν την ψήφιση των νόμων. Κατ’ εξαίρεσιν μπορεί να ελεγχθεί παλαιότερος νόμος κατά τον έλεγχο νομοσχεδίου που τον τροποποιεί. Ο έλεγχος αφορά τόσο το περιεχόμενο του νόμου όσο και τη διαδικασία ψήφισής του.

Γερμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Γερμανία ο ελεγχος είναι συγκεντρωτικός, τόσο κύριος όσο και παρεμπίτπων και κατασταλτικός. Το μόνο αρμόδιο δικαστήριο είναι το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Αν ένα δικαστήριο κατά την εκδίκαση μιας υπόθεσης έχει αμφιβολίες για τη συνταγματικότητα ενός νόμου, αποστέλλει στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα. Το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο αποφαίνεται για τη συνταγματικότητα του νόμου. Αν κρίνει τον νόμο αντισυνταγματικό, ο νόμος εξαφανίζεται από την έννομη τάξη. Εναλλακτικά μπορεί το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο να ελέγξει τη συμμόρφωση ενός νόμου με το Σύνταγμα κατά τη διαδικασία της συνταγματικής προσφυγής. Οποιοσδήποτε πολίτης θεωρεί ότι μια κρατική πράξη ή απόφαση (συμπεριλαμβανομένων και των δικαστικών αποφάσεων) προσβάλλει ατομικό του δικαίωμα, μπορεί να προσφύγει στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο με το ένδικο βοήθημα της συνταγματικής προσφυγής. Η κρατική πράξη πρέπει να τον αφορά ατομικά, δεν μπορεί να προσφύγει κανείς κατά νόμου. Μπορεί όμως να προσφύγει κατά δικαστικής απόφασης που τον αφορά και η οποία εφαρμόζει τον νόμο. Με αυτόν τον τρόπο το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει παρεμπιπτόντως τη συνταγματικότητα του νόμου.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]