Tο δεύτερο φύλο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το δεύτερο φύλο
Le deuxième sexe.jpg
Εξώφυλλο έκδοσης του 1949
ΣυγγραφέαςΣιμόν ντε Μπoβουάρ
ΤίτλοςLe Deuxième Sexe
ΓλώσσαΓαλλικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1949
Είδοςφιλοσοφία
ΘέμαΦεμινισμός
LC ClassOL767937W
LΤ ID5493
BL Class179395

Το δεύτερο φύλο (γαλλικός τίτλος: Le Deuxième Sexe) είναι δοκίμιο υπαρξιστικού φεμινισμού της Σιμόν ντε Μπωβουάρ, που δημοσιεύτηκε στο Παρίσι το 1949 σε δύο τόμους.[1]

Το βιβλίο εντάσσεται σε ένα διπλό φιλοσοφικό πλαίσιο, του υπαρξισμού και της φαινομενολογίας. Έτσι, δεν είναι μια απλή παρατήρηση για την κατάσταση των γυναικών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά έργο με φιλοσοφικό περιεχόμενο, πλούσιο σε λογοτεχνικές, ιστορικές, κοινωνιολογικές, βιολογικές και ιατρικές αναφορές.

Η ιδέα που διατρέχει όλο το έργο συνοψίζεται στην άποψη «Δεν γεννιέσαι γυναίκα, γίνεσαι» καθώς η κατάσταση κατωτερότητας που έχει διαμορφωθεί ιστορικά δεν είναι προδιαγεγραμμένο πεπρωμένο και φυσική αναγκαιότητα. Μέσα από την πολύπλευρη διερεύνηση της γυναικείας κατάστασης, θεωρεί ότι η διάκριση των φύλων και η γυναικεία κατωτερότητα είναι κοινωνικές κατασκευές, θεμελιωμένες από τους άντρες που έχουν γράψει την ιστορία της ανθρωπότητας. [2]

Αποκλείοντας κάθε ντετερμινισμό, ενδιαφέρεται για την υποδεέστερη θέση της γυναίκας, αλλά και για τις αιτίες της, που σε καμία περίπτωση δεν προέρχονται από τη φυσική τάξη. Ο υπαρξισμός συνεπάγεται επίσης πλήρη ανθρώπινη ευθύνη: έτσι, η Μπωβουάρ ενοχοποιεί τις γυναίκες, των οποίων καταγγέλλει την παθητικότητα, την υποταγή και την έλλειψη φιλοδοξίας, σχεδόν όσο και τους άνδρες, τους οποίους κατηγορεί για σεξισμό, δειλία και μερικές φορές για σκληρότητα. Πιστεύει ότι η γυναικεία χειραφέτηση θα πραγματοποιηθεί χάρη στην κοινή βούληση ανδρών και γυναικών. Τα δύο μεγάλα γεγονότα που θα επέτρεπαν στις γυναίκες να χειραφετηθούν είναι ο έλεγχος των γεννήσεων και η πρόσβαση στον κόσμο της εργασίας.

Το δεύτερο φύλο είναι ένα από τα πιο διάσημα και σημαντικά έργα για το φεμινιστικό κίνημα, που εξακολουθεί να αποτελεί ουσιαστικό σημείο αναφοράς για μελέτες σχετικά με το γυναικείο ζήτημα. Θεωρείται ένας από τους πυλώνες του φεμινισμού δεύτερου κύματος.[3]

Δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βιβλίο, που περιλαμβάνει ένα εισαγωγικό κεφάλαιο και επίλογο, χωρίζεται σε δύο μέρη: Γεγονότα και μύθοι: Πεπρωμένο, Ιστορία, Μύθοι (πρώτο βιβλίο) και Βιωμένη εμπειρία: Διάπλαση, Κατάσταση, Αποδείξεις, Προς την απελευθέρωση (δεύτερο βιβλίο).

Το έργο αριθμεί 1.000 σελίδες και είναι πολύ πλούσιο σε επιχειρήματα που υποστηρίζονται από πολυάριθμα αποσπάσματα και παραπομπές, μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί τον κολοσσιαίο όγκο της δουλειάς της Μπωβουάρ για την ολοκλήρωσή του.[4]

Περιεχόμενo[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σιμόν ντε Μπωβουάρ και ο σύντροφός της Ζαν-Πωλ Σαρτρ το 1955

Η Σιμόν ντε Μπωβουάρ εξετάζει τη θέση της γυναίκας μέσα από τα δεδομένα της βιολογίας, της ψυχανάλυσης και του ιστορικού υλισμού. Αρχικά αναλύει και αναδεικνύει την υποδεέστερη θέση που έχει αποδοθεί στη γυναίκα ανά τους αιώνες και τη διαδικασία που σταδιακά οδήγησε σ' αυτήν την ανισότητα: η καθιερωμένη αντίληψη που θέλει τις γυναίκες να είναι κατώτερες από τους άνδρες χρονολογείται από τους πρωτόγονους χρόνους, μια εποχή που η επιβίωση του ανθρώπου εξαρτιόταν από τη σωματική του δύναμη. Όταν η θρησκεία ανέλαβε να κυριαρχήσει τις συνειδήσεις των ανθρώπων, η μοίρα των γυναικών δεν βελτιώθηκε.[5]

Στη συνέχεια μελετά τους ρόλους της γυναίκας σε κάθε φάση της ζωής της, από τη βρεφική ηλικία έως τη σεξουαλική μύηση, από την ωριμότητα μέχρι τα γεράματα. Περιγράφει συμπεριφορές σε διάφορες καταστάσεις, όπως σύζυγος, μητέρα, ιερόδουλη, λεσβία, ναρκισσίστρια, ερωτευμένη, μυστικίστρια. Αναφέρεται σε όλες τις συνθήκες που οδηγούν στην πίστη της κατωτερότητας των γυναικών και τις επιπτώσεις που έχει αυτό στις γυναίκες που επιλέγουν να παντρευτούν και να εγκαταλείψουν την καριέρα τους. Η κοινωνία, οι γονείς, η εκπαίδευση, η θρησκεία, όλα, αναφέρει, επιβεβαιώνουν στις γυναίκες ότι είναι κατώτερες από τους άνδρες και ότι πρέπει να έχουν σύζυγο.

Αναφέρεται στην παγίδα που αντιπροσωπεύει για τις γυναίκες ο γάμος και τα παιδιά, που είναι πολύ πιο βαριές ευθύνες γι' αυτές από ό,τι για τους άνδρες, και λόγω του ρόλου τους δεν αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως άτομα έξω από το σπίτι. Τις περισσότερες φορές η σύζυγος θυσιάζει την καριέρα της γι' αυτή του συζύγου της. Μέσα από την πολύπλευρη διερεύνηση της γυναικείας κατάστασης, θεωρεί ότι η διάκριση των φύλων και η γυναικεία κατωτερότητα είναι κοινωνικές κατασκευές, θεμελιωμένες από τους άντρες που έχουν γράψει την ιστορία της ανθρωπότητας. [6]

Μιλάει για την παγκόσμια κατάσταση των γυναικών και συνειδητοποιεί ότι ο άνδρας και η γυναίκα είναι και οι δύο υπεύθυνοι για τις προκατασκευασμένες αξίες και πεποιθήσεις. Η γυναίκα δεν πρέπει να εγκαταλείψει την καριέρα της για τον άντρα και τα παιδιά της και ο άντρας δεν πρέπει να την ενθαρρύνει να το κάνει. Εξηγεί επίσης ότι, σε έναν κόσμο όπου τα δύο φύλα θα ήταν ίσα, και τα δύο θα ήταν πιο ελεύθερα: στην πραγματικότητα, αν ο άντρας έδινε στη γυναίκα τη δυνατότητα να έχει μια ουσιαστική καριέρα, αυτή θα εστίαζε λιγότερο σ' αυτόν και θα μπορούσε να είναι πιο ανεξάρτητη.

Υπάρχουν πολλά επιχειρήματα στο έργο που καταδεικνύουν την ανισότητα των φύλων λόγω του καταμερισμού της εργασίας στο σπίτι και της χαμηλής συμμετοχής των γυναικών σε πολλούς άλλους τομείς όπως οι διευθυντικές θέσεις και η πολιτική. Βλέπουμε, για παράδειγμα, ότι οι υψηλότερες θέσεις προορίζονται κυρίως για άνδρες. Υπάρχει λοιπόν πάντα μια ανισότητα, αναφέρει, που πρέπει να προσπαθήσουμε να την κατανοήσουμε για να ξέρουμε πώς να διορθώσουμε την κατάσταση στο μέλλον.[7]

Στη συνέχεια, η συγγραφέας αμφισβητεί τις απόψεις αξιόπιστων μελετητών ανδρών και γυναικών, από γιατρούς μέχρι ψυχολόγους, από μυθιστοριογράφους έως συγγραφείς και ταυτόχρονα καλεί τις γυναίκες να εκφράζουν τις εμπειρίες τους τόσο για τον έρωτα όσο και για άλλα τους βιώματα. Η Μπωβουάρ υποστηρίζει ότι είναι απαραίτητο για τις γυναίκες να ενσωματωθούν στην κοινωνία με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τους άνδρες και επομένως με όλα τα πλεονεκτήματα που απορρέουν, με την ισότητα των μισθών, τη δυνατότητα ελέγχου των γεννήσεων, έως την άμβλωση με νομικούς όρους και με όλες τις αστικές, πολιτικές και νομικές αναγνωρίσεις που κατέχουν οι άνδρες.[8]

Επιτυχία και κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βιβλίο από την κυκλοφορία του γνώρισε άμεση επιτυχία και σύντομα ορίστηκε ως το «ιερό κείμενο του φεμινισμού». Συγχρόνως, επικρίθηκε δριμύτατα. Το 1956 με διάταγμα του Βατικανού το βιβλίο περιελήφθη για πολλά χρόνια στα απαγορευμένα βιβλία της Καθολικής εκκλησίας.

Η πρώτη έκδοση (50.000 αντίτυπα) εξαντλήθηκαν σε μία εβδομάδα. Το έργο προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον και εκτός Γαλλίας, έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, παραμένοντας μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς στον φεμινιστικό λόγο.[9]

Ορισμένες πτυχές μπορεί να φαίνονται ξεπερασμένες σήμερα, επειδή η θέση της γυναίκας στην κοινωνία μας έχει εξελιχθεί σημαντικά από τη δημοσίευση αυτού του δοκιμίου, αλλά παραμένει ουσιαστικό ανάγνωσμα της ιστορίας του γυναικείου κινήματος με τον όγκο των πληροφοριών που συγκεντρώνει, εξετάζει και αναλύει, ένα μαχητικό κείμενο που βασίζεται στην πίστη μιας γυναίκας αφοσιωμένης στην αναγνώριση των δικαιωμάτων των γυναικών.[10]

Μεταφράσεις στα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το δεύτερο φύλο, μετάφραση: Κυριάκος Σιμόπουλος, εκδόσεις ΚΥΨΕΛΗ, 1958
  • Το δεύτερο φύλο, μετάφραση: Κυριάκος Σιμόπουλος, εκδόσεις Γλάρος, 1979
  • Το δεύτερο φύλο, μετάφραση: Τζένη Κωνσταντίνου, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2009

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]