Persona grata

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η λατινογενής έκφραση persona grata (περσόνα γκράτα) σημαίνει προσφιλές πρόσωπο και αποτελεί όρο του Διεθνούς Δικαίου και, ειδικότερα, τον πλέον βασικό όρο στις σύγχρονες Διπλωματικές σχέσεις.

Με την έκφραση persona grata (στο πληθυντικό: personae gratae) δηλώνεται καθένα πρόσωπο που είναι ευμενώς αποδεκτό από την κυβέρνηση της Χώρας στην οποία είναι διαπιστευμένο. Ο όρος αφορά μόνο τα πρόσωπα εκείνα για τα οποία απαιτείται διαπίστευση, όπως π.χ. πρέσβεις, πρόξενοι, ακόλουθοι, καθώς και εκπρόσωποι διεθνών οργανισμών, άλλων δογμάτων κ.λπ.

Αντίθετος όρος είναι persona non grata, που αποδίδεται στην ελληνική ως ανεπιθύμητο πρόσωπο, και που συμβαίνει σε διακοπή διεθνών σχέσεων (συνηθέστερα διμερών) ή σε άρση διαπίστευσης προσώπου που δια λόγου ή έργου προσέβαλλε τη Χώρα στην οποία ήταν διαπιστευμένο. Πρόσωπα χαρακτηριζόμενα ομοίως, είτε υποχρεούνται σε άμεση αναχώρηση, είτε απαγορεύεται η είσοδός τους στη Χώρα (τουλάχιστον ως διαπιστευμένα).

Εκφράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός του διεθνούς χαρακτήρα, στη δημώδη χρήση αποδίδεται ως χαρακτηρισμός έντονης και στενής φιλίας προσώπου, ενώ ο αντίθετος όρος για εχθρικό πρόσωπο.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]