Indie Pop

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Ίντι Ποπ (Indie Pop) είναι ένα είδος μουσικής το οποίο συνδυάζει guitar pop και DIY ethic σε αντίθεση με το ρεύμα της δημοφιλούς ποπ μουσικής. Προέκυψε ως εξέλιξη της post-punk μουσικής στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η Ίντι Ποπ είναι πιο μελωδική και ήρεμη από την Ίντι Ροκ (Indie Rock), ένα συγγενές είδος μουσικής.

Η Ίντι Ποπ αποτέλεσε μια πρωτοφανή διαφορά από τις απότομες και σοβαρές αποχρώσεις της ροκ μουσικής των προηγούμενων ετών, καθώς και μια απόκλιση από τη σύγχρονη ποπ μουσική. Συνδυάζοντας τις pop και τις punk επιρροές της, η Ίντι διαθέτει απλή ποιότητα αλλά και γλυκιά μελωδικότητα.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι όροι "Ίντι" και "Ίντι Ποπ" ήταν ταυτόσημοι στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Με επιρροές από το ήθος της punk rock DIY, συγκροτήματα με κιθάρες δημιουργήθηκαν με βάση το νέο - τότε - δεδομένο, ότι μπορούσαν να ηχογραφήσουν και να κυκλοφορήσουν τη δική τους μουσική χωρίς την εμπλοκή κάποιας μεγάλης δισκογραφικής εταιρίας. Η ουσία της Ίντι μουσικής δε σταθεροποιήθηκε παρά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Μεγάλη επιρροή άσκησε το ντεμπούτο της Αμερικανικής Ίντι Ποπ μπάντας "Beat Happening's" το 1985. Στις αρχές του 1990 η Αγγλική Ίντι Ποπ επηρέασε το χώρο και χωρίστηκε σε μερικά διαφορετικά ακόμα είδη.

Συγγενή είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Twee Pop[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τουί Ποπ είναι ένα υπο-είδος της ίντι. Χαρακτηριστικά του στοιχεία είναι οι αρμονίες γυναικείων και αντρικών φωνών και οι στίχοι για την αγάπη και τον έρωτα.

Shibuya-kei[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σιμπούγια Κέι είναι ένα Ιαπωνέζικο είδος μουσικής του 1990 που υποστηρίχθηκε από τους λάτρεις της ίντι, με σημαντικότερο συγκρότημα- εκπρόσωπο το "Pizzicato Five".

Chamber pop[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τσέιμπερ ποπ είναι ακόμα ένα ακόμα υπο-είδος της ίντι με πλούσια ενορχήστρωση. Είναι βαριά επηρεασμένο από τον Brian Wilson και τον Burt Bacharach.