Χανς Φάλαντα
| Χανς Φάλαντα | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | Hans Fallada (Γερμανικά) |
| Γέννηση | 21 Ιουλίου 1893[1][2][3] Γκράιφσβαλντ[4][5] |
| Θάνατος | 5 Φεβρουαρίου 1947[1][2][3] Βερολίνο[6][5] |
| Αιτία θανάτου | έμφραγμα του μυοκαρδίου |
| Συνθήκες θανάτου | φυσικά αίτια |
| Τόπος ταφής | Pankow III cemetery |
| Χώρα πολιτογράφησης | Γερμανία[7] |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Γερμανικά[2][8] |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | συγγραφέας[9] μυθιστοριογράφος συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας δημοσιογράφος αυτοβιογράφος[10] |
| Οικογένεια | |
| Τέκνα | Ulrich Ditzen |
| Ιστότοπος | |
| www | |
Ο Χανς Φάλαντα (Hans Fallada, ψευδώνυμο του Ρούντολφ Βίλχελμ Άντολφ Ντίτσεν, 21 Ιουλίου 1893 - 5 Φεβρουαρίου 1947) ήταν Γερμανός συγγραφέας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.[11]
Το ψευδώνυμο του Φάλαντα είναι ένας συνδυασμός χαρακτήρων από τα Παιδικά και σπιτικά παραμύθια των Αδερφών Γκριμμ: τον πρωταγωνιστή του παραμυθιού Ο Χανς και η τύχη του και το άλογο με το όνομα Φάλαντα στο παραμύθι Το κορίτσι με τις χήνες.
Η ζωή του Φάλαντα ήταν δραματική και σημαδεύτηκε από μεγάλη αστάθεια. Σε διάφορες περιόδους της ζωής του ήταν εξαρτημένος από το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά και πέρασε χρόνο σε θεραπείες αποτοξίνωσης, σε ψυχιατρικά άσυλα και σε φυλακές.[12]
Σε αντίθεση με πολλούς Γερμανούς συγγραφείς που μετανάστευσαν όταν οι Ναζί κατέλαβαν στην εξουσία, ο Φάλαντα επέλεξε να παραμείνει στη χώρα, αλλά η ζωή υπό το ναζιστικό καθεστώς ήταν μια δύσκολη υπόθεση, ειδικά μετά το 1935, όταν θεωρήθηκε «ανεπιθύμητος συγγραφέας».
Στα γνωστότερα μυθιστορήματά του περιλαμβάνουν τα Ανθρωπάκο, και τώρα; (1932) και Μόνος στο Βερολίνο (1947). Τα έργα του ανήκουν στο λογοτεχνικό κίνημα της Νέας Αντικειμενικότητας, με συγκεκριμένες λεπτομέρειες και δημοσιογραφική αποτύπωση των γεγονότων.
Βιογραφικά στοιχεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Νεανικά χρόνια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Φάλαντα γεννήθηκε το 1893 στο Γκράιφσβαλντ της βορειοανατολικής Γερμανίας και ήταν το τρίτο παιδί του δικαστή Βίλχελμ Ντίτσεν και της συζύγου του Ελίζαμπεθ οι οποίοι ενδιαφέρονταν για τη μουσική και τη λογοτεχνία. Ο πατέρας του συχνά διάβαζε στα παιδιά έργα του Σαίξπηρ και του Σίλερ.
Το 1899 ο πατέρας του έγινε δικαστής στο Δικαστήριο του Εφετείου και η οικογένεια μετακόμισε στο Βερολίνο. Ο Φάλαντα πέρασε δύσκολες στιγμές στο σχολείο και δεν μπόρεσε να δημιουργήσει σχέσεις με τους συνομηλίκους του. Ως αποτέλεσμα, αφοσιώθηκε στα βιβλία, κυρίως διάβαζε Φλωμπέρ, Ντοστογιέφσκι και Ντίκενς. Το 1909 η οικογένεια μετακόμισε στη Λειψία, μετά την προαγωγή του πατέρα του στο Ανώτατο Αυτοκρατορικό Δικαστήριο.
Το 1909 (σε ηλικία 16 ετών), τον πάτησε μια άμαξα και το άλογο τον κλώτσησε στο πρόσωπο. Αυτό το ατύχημα σε συνδυασμό με την προσβολή από τυφοειδή πυρετό το 1910 φαίνεται να σηματοδοτούν ένα σημείο καμπής στη ζωή του. Τα προβλήματα που αντιμετώπιζε σε όλη του τη ζωή με τα ναρκωτικά προέκυψαν από τα παυσίπονα που έπαιρνε λόγω των τραυματισμών του και εκδηλώθηκαν με πολλές απόπειρες αυτοκτονίας.[13]
Το 1911, με τον συμμαθητή του Χανς Ντίτριχ φον Νέκερ, αποφάσισαν να αυτοκτονήσουν και οργάνωσαν μια μορφή ψεύτικης μονομαχίας, που θεωρούσαν πιο τιμητική. Ο φον Νέκερ σκοτώθηκε στην ανταλλαγή πυροβολισμών. Ο Φάλαντα ήταν τόσο συντετριμμένος που πήρε το όπλο του Ντίτριχ και αυτοπυροβολήθηκε στο στήθος, αλλά επέζησε με σοβαρά τραύματα. Κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία εξ αμελείας και νοσηλεύθηκε σε ψυχιατρικό νοσοκομείο από τον Φεβρουάριο του 1912 έως τον Ιούλιο του 1913. Εγκατέλειψε το σχολείο χωρίς να αποφοιτήσει. Παρόλο που αθωώθηκε λόγω παραφροσύνης, από τότε υποβλήθηκε σε πολλές θεραπείες σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Σε ένα από αυτά, του ανατέθηκε να εργαστεί σε αγρόκτημα, όπου ανέπτυξε το ενδιαφέρον του για τον αγροτικό κόσμο.[14]
Στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο κατατάχθηκε εθελοντής, αλλά κρίθηκε ακατάλληλος για στρατιωτική θητεία.
Εργασία, ζωή και επιτυχία ως συγγραφέας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Από το 1917 έως το 1919, υποβλήθηκε σε θεραπεία για τον εθισμό του στο αλκοόλ και τη μορφίνη. Ενώ βρισκόταν σε σανατόριο, ασχολήθηκε με τη μετάφραση και την ποίηση και το 1920 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα Ο νεαρός Γκέντεσαλ, ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης σε εξπρεσιονιστικό ύφος. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αντιμετώπισε τον θάνατο του μικρότερου αδελφού του στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ενώ πριν από τον πόλεμο βασιζόταν στην οικονομική υποστήριξη του πατέρα του, μεταπολεμικά εργάστηκε σε διάφορες αγροτικές εργασίες για να συντηρηθεί και να χρηματοδοτήσει τον αυξανόμενο εθισμό του στα ναρκωτικά. Το 1923, λίγο μετά την έκδοση του Άντον και Γκέρντα, εξέτισε ποινή φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή σιτηρών από τον εργοδότη του. Το 1926, βρέθηκε ξανά φυλακισμένος ως αποτέλεσμα μιας σειράς κλοπών από εργοδότες του για να προμηθευθεί ναρκωτικά και αλκοόλ. Τον Φεβρουάριο του 1928 τελικά απαλλάχθηκε από τον εθισμό.
Το 1929 παντρεύτηκε την Άννα (Σούζε) Ίσελ (από τα τέσσερα παιδιά τους τα τρία πέθαναν στην παιδική ηλικία) και εργάστηκε σαν δημοσιογράφος εφημερίδες και σε εκδοτικό οίκο. Αυτή την εποχή τα μυθιστορήματά του έγιναν πιο πολιτικά και άρχισαν να σχολιάζουν τα κοινωνικά και οικονομικά δεινά της Γερμανίας. Έγινε γνωστός το 1931 με το μυθιστόρημα Αγρότες, μεγαλοαστοί και βόμβες στο οποίο απεικονίζει μια μικρή πόλη στο Σλέσβιχ-Χόλσταϊν κατά τη διάρκεια αγροτικών αναταραχών στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Βασίζεται στις εμπειρίες του ως ρεπόρτερ κατά τη διάρκεια της δίκης των υπεύθυνων το 1929 και σκιαγραφεί μια ρεαλιστική εικόνα των συνθηκών και της δυσαρέσκειας του πληθυσμού. Το έργο τον καθιέρωσε ως ένα πολλά υποσχόμενο λογοτεχνικό ταλέντο.[15]
Η μεγάλη επιτυχία του Και τώρα ανθρωπάκο; το 1932, που έγινε διεθνές μπεστ σέλερ, μείωσε τα οικονομικά του προβλήματα, επισκιάστηκε όμως από το άγχος του για την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού. Αν και κανένα από τα έργα του δεν θεωρήθηκε τόσο ανατρεπτικό ώστε να δικαιολογήσει διώξεις από τους Ναζί, το μέλλον ως συγγραφέα υπό το ναζιστικό καθεστώς φαινόταν ζοφερό. Μια διασκευή του βιβλίου που γυρίστηκε ταινία από Εβραίους παραγωγούς στα τέλη του 1932, τον έφερε στην προσοχή του ανερχόμενου Ναζιστικού Κόμματος. Η ταινία, σε αντίθεση με την αμερικανική διασκευή του 1934, είχε ελάχιστη ομοιότητα με το μυθιστόρημα και τελικά κυκλοφόρησε μετά από πολλές περικοπές από τη Ναζί λογοκρισία στα μέσα του 1933. Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζί το 1933, αναγκάστηκε να κάνει μερικές αλλαγές στο μυθιστόρημα και αφαιρέθηκε οτιδήποτε παρουσίαζε τους Ναζί αρνητικά και το βιβλίο παρέμεινε σε κυκλοφορία μέχρι το 1941, μετά το οποίο οι ελλείψεις χαρτιού περιόρισαν την εκτύπωση.[16]
Στη Ναζιστική Γερμανία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το 1933, ο Φάλαντα αποσύρθηκε στο Κάρβιτς του Μεκλεμβούργου. Καθώς η καριέρα και σε ορισμένες περιπτώσεις η ζωή πολλών συγγραφέων κινδύνευε, άρχισε να δέχεται επιπλέον έλεγχο από την κυβέρνηση λόγω καταγγελιών για τα έργα του από Ναζί συγγραφείς και ναζιστικά έντυπα που επισήμαιναν ότι δεν είχε ενταχθεί στο Κόμμα. Την Κυριακή του Πάσχα του 1933, φυλακίστηκε από τη Γκεστάπο για «αντιναζιστικές δραστηριότητες» μετά από μια τέτοια καταγγελία - κάποιοι είχαν ακούσει μια συζήτηση μεταξύ του Φάλαντα και του Ερνστ φον Σάλομον, η οποία, όπως ισχυρίστηκαν, είχε ανατρεπτικό περιεχόμενο - αλλά παρά την έρευνα στο σπίτι του δεν βρέθηκαν στοιχεία και αφέθηκε ελεύθερος μια εβδομάδα αργότερα.
Στο μυθιστόρημα του 1934 Όποιος έφαγε κάποτε από το τσίγκινο πιάτο απεικονίζει την τύχη ενός πρώην καταδίκου που προσπαθεί μάταια να επιστρέψει σε μια «κανονική» ζωή. Το έργο απορρίφθηκε από τη λογοκρισία όπως και το Κάποτε είχαμε ένα παιδί. Την ίδια χρονιά, το Υπουργείο Δημόσιας Διαφώτισης και Προπαγάνδας απομάκρυνε τα έργα του από όλες τις δημόσιες βιβλιοθήκες. Εν τω μεταξύ, η επίσημη εκστρατεία κατά του Φάλαντα άρχισε να επηρεάζει αρνητικά τις πωλήσεις των βιβλίων του, οδηγώντας τον σε οικονομική δυσπραγία και έναν ακόμη νευρικό κλονισμό το 1934.
Τον Σεπτέμβριο του 1935, ο Φάλαντα χαρακτηρίστηκε επίσημα «ανεπιθύμητος συγγραφέας», ένας χαρακτηρισμός που απαγόρευε τη μετάφραση και έκδοση έργων του και στο εξωτερικό. Αν και η απαγόρευση καταργήθηκε λίγους μήνες αργότερα, για λόγους βιοπορισμού από τότε άρχισε να γράφει «παιδικές ιστορίες και ακίνδυνα παραμύθια» που απέφευγαν την επικίνδυνη προσοχή των Ναζί. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η προοπτική της μετανάστευσης κατείχε σταθερή θέση στη σκέψη του, αν και ήταν απρόθυμος λόγω της αγάπης του για τη Γερμανία.
Το 1937, η έκδοση του Λύκος ανάμεσα σε λύκους σηματοδότησε την προσωρινή επιστροφή του στο σοβαρό, ρεαλιστικό ύφος. Οι Ναζί ερμήνευσαν το βιβλίο ως μια κριτική της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και το ενέκριναν. [17]Ο Γιόζεφ Γκαίμπελς το χαρακτήρισε «υπέροχο βιβλίο» αλλά το ενδιαφέρον του οδήγησε τον συγγραφέα σε ανησυχία: του πρότεινε να γράψει ένα αντισημιτικό μυθιστόρημα (που ο Φάλαντα δεν έγραψε ποτέ) και μια ιστορία-σενάριο για μια κρατικά χρηματοδοτούμενη ταινία που θα κατέγραφε τη ζωή μιας γερμανικής οικογένειας μέχρι το 1933.
Έγραψε τότε το Ο σιδερένιος Γκούσταβ που αναφέρονταν στις στερήσεις και τις κακουχίες που προκάλεσε ο Α' ΠΠ, αλλά αφού εξέτασε το χειρόγραφο, ο Γκαίμπελς του πρότεινε να επεκτείνει το χρονοδιάγραμμα της ιστορίας ώστε να συμπεριλάβει την άνοδο των Ναζί και την απεικόνισή τους ως λύση των προβλημάτων του πολέμου και της εποχής της Βαϊμάρης. Ο Φάλαντα έγραψε αρκετές διαφορετικές εκδοχές πριν τελικά υποχωρήσει στην πίεση του Γκαίμπελς αλλά και των εξαντλημένων οικονομικών του. Άλλες αποδείξεις υποταγής του στον ναζιστικό εκφοβισμό ήταν δύο πρόλογοι που έγραψε για έργα του, όπου δήλωνε ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα πριν την άνοδο των Ναζί και σαφώς είχαν στόχο να κατευνάσουν τις ναζιστικές αρχές.
Στο τέλος του 1938, μέσα στη ζοφερή κατάσταση και τις διώξεις συναδέλφων του, ο Φάλαντα τελικά αποφάσισε να μεταναστεύσει και ο Βρετανός εκδότης του Τζορτζ Πάτναμ έστειλε ένα ιδιωτικό σκάφος για να τον φυγαδεύσει. Σύμφωνα με τη βιογράφο του Τζένι Γουίλιαμς, ο Φάλαντα είχε φορτώσει τις βαλίτσες στο αυτοκίνητο όταν είπε στη γυναίκα του ότι ήθελε να κάνει μια ακόμη βόλτα γύρω από το μικρό τους αγρόκτημα. Όταν επέστρεψε, της είπε ότι δεν μπορούσε να φύγει. Επίσης, χρόνια νωρίτερα είχε εμπιστευτεί σε φίλο: «Δεν θα μπορούσα ποτέ να γράψω σε άλλη γλώσσα, ούτε να ζήσω σε άλλο μέρος εκτός από τη Γερμανία».
Στον πόλεμο
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Φάλαντα αφιερώθηκε στη συγγραφή παιδικών ιστοριών και άλλων ακίνδυνων μη πολιτικών έργων. Παρ' όλα αυτά, με τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία το 1939 και το επακόλουθο ξέσπασμα του Β' ΠΠ, η ζωή έγινε ακόμη πιο δύσκολη. Σε πολλές περιπτώσεις, οι γείτονες τον απείλησαν να αποκαλύψουν το ιστορικό ψυχολογικών διαταραχών του και τον παλιό εθισμό του στα ναρκωτικά, ένα πράγματι επικίνδυνο ιστορικό υπό το ναζιστικό καθεστώς.
Το δελτίο χαρτιού, που δίνονταν με προτεραιότητα για έργα που προωθούνταν από το κράτος, ήταν επίσης εμπόδιο. Παρ' όλα αυτά, συνέχισε να δημοσιεύει περιορισμένα, απολαμβάνοντας μάλιστα ένα σύντομο χρονικό διάστημα επίσημης έγκρισης: το 1943 ταξίδεψε στην κατεχόμενη Γαλλία ως μέλος της ομάδας προπαγάνδας με εντολή της Υπηρεσίας Εργασίας του Ράιχ. Ξεκινώντας από το Παρίσι και ταξιδεύοντας μέσω Μπορντώ μέχρι τα ισπανικά σύνορα, ο Φάλαντα δεν είχε μόνο την ευθύνη της σύνταξης αναφορών, αλλά του ανατέθηκε επίσης για αρκετούς μήνες η παροχή πολιτιστικής υποστήριξης σε στρατιώτες των γερμανικών δυνάμεων κατοχής. Αυτό τελείωσε απότομα στο τέλος του 1943 όταν ο εκδότης του έφυγε από τη χώρα. Αυτή την εποχή στράφηκε στο αλκοόλ και σε εξωσυζυγικές σχέσεις για να αντιμετωπίσει, μεταξύ άλλων θεμάτων, την ολοένα και πιο τεταμένη σχέση με τη σύζυγό του.
Το 1944, μετά το διαζύγιό τους, κατά τη διάρκεια ενός καβγά με την πρώην σύζυγό του, πυροβόλησε με πιστόλι σε ένα τραπέζι ενώ ήταν σε κατάσταση έντονης μέθης. Στη συνέχεια κατηγορήθηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας εξ αμελείας και τον Σεπτέμβριο 1944, εισήχθη σε ψυχιατρικό ίδρυμα. (Το αστυνομικό αρχείο της υπόθεσης δεν περιέχει αναφορά σε πυροβολισμό.)
Φυλακισμένος στο ναζιστικό ψυχιατρικό ίδρυμα, υπό το πρόσχημα ότι έγραφε ένα αντισημιτικό μυθιστόρημα για «μια υπόθεση απάτης που αφορούσε δύο Εβραίους χρηματιστές τη δεκαετία του 1920», που του είχε αναθέσει ο Γκαίμπελς το 1937, είχε πρόσβαση σε γραφική ύλη. Αυτό τον προστάτεψε από σκληρή μεταχείριση: οι ψυχοπαθείς υποβάλλονταν σε βάναυση μεταχείριση από τους Ναζί, με ξυλοδαρμούς, στείρωση, ιατρικά πειράματα ακόμη και θάνατο. Αλλά αντί να γράψει το αντιεβραϊκό μυθιστόρημα, ο Φάλαντα χρησιμοποίησε το χαρτί για να γράψει - με φρενήρη ρυθμό και σε πυκνή, κωδικοποιημένη γραφή - το μυθιστόρημα Ο πότης, μια βαθιά κριτική αυτοβιογραφική αφήγηση και το ημερολόγιο φυλακής Ξένος στη χώρα μου, στο οποίο αναφέρεται στις διώξεις που υπέστη, αλλά και στους συμβιβασμούς που αναγκάστηκε να κάνει για να επιβιώσει. Κατάφερε να κρύψει το χειρόγραφο από το προσωπικό και αφέθηκε ελεύθερος τον Δεκέμβριο του 1944, καθώς η Ναζιστική Γερμανία κατέρρεε.
Τα τελευταία χρόνια και ο θάνατος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Λίγους μήνες μετά την απελευθέρωσή του παντρεύτηκε την 23χρονη, πλούσια και ελκυστική Ούλα Λος, χήρα του καλλιτέχνη Κουρτ Λος, και εγκαταστάθηκαν στο Φέλντμπεργκ του Μεκλεμβούργου. Η σχέση ήταν προβληματική: η Ούλα ήταν εθισμένη στη μορφίνη και ο Φάλαντα αλκοολικός εδώ και χρόνια. Λίγο αργότερα, οι Σοβιετικοί εισέβαλαν και η περιοχή βρέθηκε στη σοβιετική ζώνη κατοχής. Ο Φάλαντα, ως διασημότητα και καθώς δεν ήταν ποτέ μέλος του ναζιστικού κόμματος, κλήθηκε να εκφωνήσει μια ομιλία για τον εορτασμό του τέλους του πολέμου και στη συνέχεια διορίστηκε προσωρινός δήμαρχος του Φέλντμπεργκ. Το 1945, ο Γιοχάνες Ρ. Μπέχερ τον προσκάλεσε στο Βερολίνο, όπου ο Φάλαντα εργάστηκε σε εφημερίδα, ενώ συνέχισε την καριέρα του ως μυθιστοριογράφος.
Ωστόσο, ο χρόνος νοσηλείας στο ψυχιατρείο είχε επηρεάσει αρνητικά τον συγγραφέα και, σε βαθιά κατάθλιψη από το αδύνατο έργο της εξάλειψης των υπολειμμάτων του ναζισμού που ήταν βαθιά ριζωμένα στην κοινωνία υπό το ναζιστικό καθεστώς, στράφηκε ξανά στη μορφίνη με τη σύζυγό του και σύντομα κατέληξαν και οι δύο στο νοσοκομείο. Πέρασε το σύντομο υπόλοιπο της ζωής του μπαινοβγαίνοντας σε νοσοκομεία. Ο εθισμός της Λος στη μορφίνη φαίνεται να ήταν ακόμη χειρότερος από αυτόν του Φάλαντα, και τα συνεχώς αυξανόμενα χρέη τους ήταν μια επιπλέον πηγή ανησυχίας. Λίγο πριν τον θάνατό του σε ηλικία 53 ετών το 1947, και ενώ βρισκόταν σε ψυχιατρική κλινική, έγραψε το Μόνος στο Βερολίνο μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 1946. Το πιστοποιητικό θανάτου του αναφέρει «θάνατος από καρδιακή ανεπάρκεια».[18]
Υστεροφημία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Φάλαντα, καθώς δεν είχε εγκαταλείψει τη Ναζιστική Γερμανία όπως έκαναν οι περισσότεροι Γερμανοί συγγραφείς, κατηγορήθηκε για σύμπραξη με το καθεστώς. Ο πιο αξιοσημείωτος από τους επικριτές ήταν ο Τόμας Μαν, ο οποίος εξέφρασε σκληρή καταδίκη για συγγραφείς όπως ο Φάλαντα, οι οποίοι, αν και αντίπαλοι του ναζισμού έκαναν παραχωρήσεις και συμβιβασμούς. Ωστόσο, ο Γιοχάνες Ρ. Μπέχερ, τότε πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου στη σοβιετική ζώνη κατοχής, αργότερα ΛΔΓ, τον υποστήριξε και τον αναγνώρισε σαν συγγραφέα και σαν άνθρωπο λυγισμένο από τα πάθη του που πάλευε με τους προσωπικούς του δαίμονες. [19]
Ο Φάλαντα παρέμεινε ένας από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς γερμανικής λογοτεχνίας μετά τον θάνατό του τόσο στην πατρίδα του όσο και στο εξωτερικό. Τα μυθιστορήματά του εξακολουθούν να εκδίδονται και γίνονται μπεστ σέλερ μέχρι την εποχή μας.[20]
Το Βραβείο Χανς Φάλαντα, λογοτεχνικό βραβείο που απονέμεται από την πόλη Νόιμινστερ, ονομάστηκε προς τιμήν του.
Έργα (επιλογή)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1920: Der junge Goedeschal (Ο νεαρός Γκέντεσαλ)
- 1923: Anton und Gerda (Άντον και Γκέρντα)
- 1931: Bauern, Bonzen und Bomben (Αγρότες, μεγαλοαστοί και βόμβες)
- 1932: Kleiner Mann - was nun? (Και τώρα ανθρωπάκο;)
- 1932: Wer einmal aus dem Blechnapf frißt (Όποιος έφαγε κάποτε από το τσίγκινο πιάτο)
- 1934: Wir hatten mal ein Kind (Κάποτε είχαμε ένα παιδί)
- 1936: Altes Herz geht auf die Reise (Η γέρικη καρδιά πηγαίνει ταξίδι)
- 1936: Hoppelpoppel - wo bist du? (Χόπελποπελ - πού είσαι;) παιδικές ιστορίες
- 1937: Wolf unter Wölfen (Λύκος ανάμεσα σε λύκους)
- 1938: Geschichten aus der Murkelei (Ιστορίες από το Μουρκελάι) 11 παραμύθια
- 1938: Der eiserne Gustav (Ο σιδερένιος Γκούσταβ)
- 1939: Kleiner Mann - großer Mann, alles vertauscht (Μικρός άνθρωπος - μεγάλος άνθρωπος, όλα μπερδεμένα)
- 1939: Süßmilch spricht. Ein Abenteuer von Murr und Maxe
- 1940: Der ungeliebte Mann (Ο ανεπιθύμητος)
- 1941: Das Abenteuer des Werner Quabs (Η περιπέτεια του Βέρνερ Κβαμπς)
- 1942: Damals bei uns daheim (Κάποτε στο σπίτι μας)
- 1943: Heute bei uns zu Haus (Σήμερα στο σπίτι μας)
- 1944: In meinem fremden land (Ξένος στη χώρα μου) ημερολόγιο της φυλακής
- 1947: Jeder stirbt für sich allein (Μόνος στο Βερολίνο)
- 1947: Der Alpdruck (Ο εφιάλτης)
- 1950: Der Trinker (Ο πότης)
Μεταφράσεις στα ελληνικά
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Και τώρα ανθρωπάκο; μτφ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Gutenberg σειρά ORBIS LITERAI, 2017[21]
- Και τώρα, ανθρωπάκο, μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Μίνωας
- Ο εφιάλτης, μτφ. Άγγελος Αγγελίδης και Μαρία Αγγελίγου, εκδ. Gutenberg, σειρά ORBIS LITERAE, 2021
- Ο πότης, μτφ. Έμη Βαϊκούση, εκδ. Κίχλη, 2012
- Μόνος στο Βερολίνο, μτφ. Άντζη Σαλτάμπαση, εκδ. Πόλις, 2012
- Λύκος ανάμεσα σε λύκους, μτφ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Gutenberg, σειρά ORBIS LITERAE, 2020
- Ξένος στη χώρα μου, μτφ. Σίσυ Παπαδάκη, εκδ. Gutenberg, 2022
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: «Gemeinsame Normdatei» (Γερμανικά) Ανακτήθηκε στις 9 Απριλίου 2014.
- 1 2 3 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. 12155308f. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2015.
- 1 2 «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/Hans-Fallada. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2017.
- ↑ Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: «Gemeinsame Normdatei» (Γερμανικά) Ανακτήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2014.
- 1 2 Τσεχική Εθνική Βάση Δεδομένων Καθιερωμένων Όρων. jn19990002164. Ανακτήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 2019.
- ↑ Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: «Gemeinsame Normdatei» (Γερμανικά) Ανακτήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2014.
- ↑ LIBRIS. Εθνική Βιβλιοθήκη της Σουηδίας. 2 Ιανουαρίου 2013. qn2445m82khgl62. Ανακτήθηκε στις 24 Αυγούστου 2018.
- ↑ CONOR.SI. 10993251.
- ↑ abART. 62635. Ανακτήθηκε στις 1 Απριλίου 2021.
- ↑ Ανακτήθηκε στις 20 Ιουνίου 2019.
- ↑ . «deutsche-biographie.deHans Fallada».
- ↑ . «deutschlandfunk.de/fallada-biografie-ein-grenzgaenger-zwischen-ordnung».
- ↑ . «aufbau-verlage.de/aufbau-taschenbuch/hans-fallada».
- ↑ . «languagecollections-blog.lib.cam.ac.uk/2022/02/01/hans-fallada-a-troubled-life-and-a-revival-of-interest/».
- ↑ . «dhm.de/lemo/biografie/hans-fallada».
- ↑ . «babelio.com/auteur/Hans-Fallada».
- ↑ . «lifo.gr/culture/vivlio/berolino-kai-ypaithros-sti-megali-toihografia-toy-hans-falanta-lykos-anamesa-se».
- ↑ . «lovelybooks.de/autor/Hans-Fallada/».
- ↑ . «diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/-likos-anamesa».
- ↑ . «theguardian.com/books/2010/may/23/hans-fallada-thriller-surprise-hit».
- ↑ . «politeianet.gr/el/falanta-xans».
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Hans Fallada στο Wikimedia Commons- Επίσημος ιστότοπος (Γερμανικά)
- Hans Fallada, unofficial English-language website
- Petri Liukkonen. "Hans Fallada". Books and Writers.
- «Movies: Biography for Hans Fallada». New York Times. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2011-05-20. https://web.archive.org/web/20110520085927/http://movies.nytimes.com/person/309334/Hans-Fallada/biography. Ανακτήθηκε στις 2008-08-14.