Χάνεϊντιου (πεπόνι)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το πεπόνι χάνεϊντιου, γνωστό και ως μελοπέπονο, είναι φρούτο της ποικιλίας muskmelon ή Cucumis melo της οικογένειας των κολοκυνθοειδών. Η ομάδα αυτή των Inodorus περιλαμβάνει το συγκεκριμένο πεπόνι αλλά και άλλα ανάμεικτα είδη πεπονιού και κολοκύθας.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πεπόνι χάνεϊντιου έχει στρογγυλό πως οβάλ σχήμα, με μήκος που συνήθως φτάνει τα 15-22 εκατοστά (5.9–8.7 ίντσες). Το βάρος του συνήθως κυμαίνεται μεταξύ 1.8 to 3.6 kg (4.0 to 7.9 λίμπρες). Η σάρκα του είναι συνήθως απαλό πράσινο χρώμα ενώ η λεία του φλούδα είναι συνήθως πρασινωπή ή κίτρινη. Όπως και τα περισσότερα φρούτα, το χάνεϊντιου έχει κουκούτσια. Το εσωτερικό τρώγεται συχνά ως επιδόρπιο και μπορείτε να το βρείτε στα σουπερμάρκετ όλου του κόσμου πλάι στο καρπούζι! Στην Καλιφόρνια το χάνεϊντιου ωριμάζει από τον Αύγουστο μέχρι τον Οκτώβριο. Το φρούτο καλλιεργείται καλύτερα σε ημίξηρο κλίμα και συλλέγεται βάση την ωρίμανσης και όχι του μεγέθους του. Η ωρίμανση μπορεί να είναι δύσκολο να παρατηρηθεί αλλά βασίζεται κυρίως στο χρώμα του φρούτου το οποίο κυμαίνεται από ασπροπράσινο (άγουρο) ως κίτρινο κρεμ (ώριμο). Η ποιότητα του πεπονιού καθορίζεται επίσης από το σφαιρικό του σχήμα και την επιφάνειά του η οποία δεν πρέπει να έχει οποιαδήποτε σημάδια. Ένα πεπόνι χάνεϊντιου θα πρέπει, ακόμα, να είναι πιο βαρύ από ότι μοιάζει για το μέγεθός του και να έχει μια κέρινη αίσθηση στο εξωτερικό – σε αντίθεση με άλλα φρούτα που έχουν χνουδωτή επιφάνεια. Το βάρος υποδηλώνει την ποσότητα του νερού που περιέχει και το εξωτερικό υποδηλώνει τον χρόνο που χρειάστηκε για να καλλιεργηθεί κατάλληλα.

Προέλευση και εναλλακτικά ονόματα.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάνεϊντιου είναι το Αμερικάνικο όνομα της ποικιλίας White Antibes το οποίο καλλιεργείτε εδώ και πολλά χρόνια στην Νότια Γαλλία και την Αλγερία. Στην Κίνα τα χάνεϊντιου είναι γνωστά ως πεπόνια Μπαϊλάν. Είναι δημοφιλή στην περιοχή Λαντσόου, την πρωτεύουσα της επαρχίας Κανσού, μέρος της Βορειοδυτικής Κίνας. Σύμφωνα με πηγές από την Κίνα, το πεπόνι εισήχθη στην Κίνα από τον Αμερικανό Υπουργό Γεωργίας Χένρι Ουάλας ο οποίος δώρισε σπόρους πεπονιού στους ντόπιους κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του την δεκαετία του ’40 (1944 το πιο πιθανόν). Ως αποτέλεσμα το πεπόνι αναφέρεται και ως Ουάλας (Κινέζικα: 华莱士 - Hualaishi). Σε κάποια μέρη της Λατινικής Αμερικής και ιδιαίτερα στην Χιλή το συγκεκριμένο πεπόνι λέγεται και χαϊδευτικά πεπόνι-τόνος ("Melón tuna").