Υπόθεση Ταιμπάουτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η υπόθεση Ταιμπάουτ ή μοντέλο Ταιμπάουτ είναι μια οικονομοπολιτική θεωρία την οποία διατύπωσε ο οικονομολόγος Τσαρλς Ταιμπάουτ (Charles Tiebout).

Η θεωρία προτείνει λύση στην αδυναμία της κλασικής οικονομικής θεωρίας να εξηγήσει τη ζήτηση του καταναλωτή όσον αφορά τα δημόσια αγαθά/υπηρεσίες που προσφέρουν οι τοπικές κοινωνίες.

Περίληψη μοντέλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μοντέλο προτείνει μια κατακερματισμένη μητρόπολη στην οποία μέσα από πολλαπλές δικαιοδοσίες θα προσφέρονται διαφορετικά τοπικά φορολογικά καθεστώτα και διαφορετικά πακέτα δημόσιων αγαθών σε μελλοντικούς κατοίκους, οι οποίοι θα επιλέγουν το συνδυασμό φόρων και υπηρεσιών που ταιριάζει στις προσωπικές τους ανάγκες και προτιμήσεις[1]. Αυτό που προσδοκούσε ο Ταιμπάουτ ήταν να αποκαλύψει τις προτιμήσεις των καταναλωτών έτσι ώστε αυτές να μπορούν να ικανοποιηθούν, όπως στα ιδιωτικά αγαθά και να φορολογηθούν ανάλογα[2]. Η κρίσιμη ιδέα στο μοντέλο είναι ότι η κινητικότητα των κατοίκων δημιουργεί ανταγωνισμό μεταξύ των κοινοτήτων.

Παραδοχές μοντέλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως όλες οι θεωρίες, έτσι και ο Ταιμπάουτ βασίζει την υπόθεσή του σε κάποιες βασικές παραδοχές. Αυτές είναι[3]:

  1. Οι καταναλωτές-ψηφοφόροι έχουν ελευθερία πρόσβασης και επιλογής τόπου κατοικίας.
  2. Οι καταναλωτές-ψηφοφόροι είναι πλήρως ενημερωμένοι και πληροφορημένοι.
  3. Υπάρχει μεγάλο πλήθος κοινοτήτων από τις οποίες μπορούν να επιλέξουν.
  4. Ο πληθυσμός θεωρείται ότι έχει μερισματικό εισόδημα.
  5. Τα δημόσια αγαθά/υπηρεσίες δεν υπόκεινται σε εξωτερικές οικονομίες ή αντιοικονομίες κλίμακας.
  6. Υπάρχει βέλτιστο μέγεθος πόλης, το οποίο οι κοινότητες προσπαθούν να διατηρήσουν.

Ισορροπία μοντέλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπό τις παραπάνω παραδοχές κάθε άτομο ψάχνει σαν ανταγωνιστικός αγοραστής το μεγαλύτερο επίπεδο αδιαφορίας στις δεδομένες τιμές και φόρους, οδηγούμενος στη λύση της βέλτιστης κοινωνικής θέσης[3]. Ως εκ τούτου, κάθε καταναλωτής-ψηφοφόρος μεγιστοποιεί τη χρησιμότητά του και επιλέγει την περιοχή που προτιμά.

Επιπρόσθετα, όταν τα δημόσια αγαθά είναι τοπικά, ο ανταγωνισμός μεταξύ των δικαιοδοσιών, επιλύει το πρόβλημα των τζαμπατζήδων (free riding problem) υπό την έννοια ότι υπάρχει ισορροπία και είναι πάντοτε αποδοτική[4].

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θεωρία φαίνεται αρχικά δελεαστική, έχει δεχτεί όμως έντονη κριτική και έχει χαρακτηριστεί ως μη ρεαλιστική[5]. Το πρόβλημα είναι ότι όσο πλουσιότερος είναι κάποιος, τόσο ευκολότερο είναι να επιλέξει κοινότητα και να αποκτήσει ακίνητα και γη. Ως αποτέλεσμα, οι φτωχοί είναι καταδικασμένοι να ζουν σε φτωχές περιοχές με ελλιπή δημόσια αγαθά/υπηρεσίες. Άρα η πολυκεντρική διακυβέρνηση οδηγεί σε αναπαραγωγή των ταξικών προνομίων και της ταξικής ισχύος[1].

Εκτός αυτού, πολλοί υποστηρίζουν ότι η ικανοποίηση των καταναλωτών-ψηφοφόρων δεν εξαρτάται πολύ από τη δομή διακυβέρνησης και οι πολυκεντρικές κυβερνήσεις μπορεί να δημιουργήσουν πρόβλημα κατακερματισμού των προτιμήσεων των πολιτών[6].


Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 D. Harvey, (2013), Εξεγερμένες πόλεις. Από το δικαίωμα στην πόλη στην επανάσταση της πόλης, Αθήνα: Εκδόσεις ΚΨΜ, σσ. 137-170.
  2. R. Nallathiga, (2017), Tiebout’s Theory/Model on Local Public Goods (Paper), Bangalore: Institute for Social and Economic Change, Διαθέσιμο στο: https://www.researchgate.net/publication/321332089_Tiebout's_TheoryModel_on_Local_Public_Goods
  3. 3,0 3,1 C. Tiebout, (1956) A Pure Theory of Local Expenditures, Journal of Political Economy, 64(5), pp.416-424
  4. J. Conley and H. Konishi (2002) Migration-proof Tiebout equilibrium: existence and asymptotic efficiency, Journal of Public Economics, 86(2), pp. 243-262
  5. J. Fedako (2006), Voting with Our Feet? Local Government Services and the Supposed Tiebout Effect, Austria: Mises Institute
  6. W. Lyons, D. Lowery and R. H. DeHoog (1992) Citizen Satisfaction with Local Governance: A Test of Individual, Jurisdictional, and City-Specific Explanations, The Journal of Politics, 52(03), pp. 807 - 837