Τσαρλς Έντουαρντ Σπίαρμαν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Τσαρλς Έντουαρντ Σπίαρμαν (αγγλ. Charles Edward Spearman), FRS (10 Σεπτέμβρίου 1863 - 17 Σεπτεμβρίου 1945) ήταν άγγλος ψυχολόγος, γνωστός για την εργασία του στην στατιστική, πρωτοπόρος της παραγοντικής ανάλυσης και της κατάταξης συσχέτισης του συντελεστή Spearman. Ήταν επίσης γνωστός για την πρωτογενή έρευνα πάνω στην ανθρώπινη νοημοσύνη, συμπεριλαμβανομένης της θεωρίας ότι τα αποτελέσματα διαφορετικών γνωστικών τεστ καταδεικνύουν ένα γενικό παράγοντα τον οποίο ονόμασε G.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από 15 χρόνια ως αξιωματικός στον βρετανικό στρατό παραιτήθηκε για να ασχοληθεί με το διδακτορικό του στην πειραματική ψυχολογία. Στη Βρετανία, η ψυχολογία θεωρείτο ως κλάδος της φιλοσοφίας έτσι ο Σπίαρμαν επέλεξε να σπουδάσει στη Λειψία υπό της καθοδήγηση του Βίλχελμ Βουντ (Wilhelm Wundt), επειδή δεν είχε προηγούμενες αντίστοιχες σπουδές και η Λειψία είχε φιλελεύθερες προαπαιτήσεις για την σύνταξη του διδακτορικού. Ξεκίνησε το 1897, και μετά από κάποια διακοπή (επέστρεψε στο στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου της Νοτίου Αφρικής) απέκτησε το πτυχίο του το 1906. Πριν την απόκτηση του τίτλου είχε ήδη δημοσιεύσει εργασίες σχετικά με την παραγοντική ανάλυση των πληροφοριών (1904). Ο Σπίαρμαν συνάντησε και εντυπωσίασε τον ψυχολόγο Γουίλιαμ ΜακΝτούγκαλ (William McDougall), ο οποίος φρόντισε ώστε ο Σπίαρμαν να τον αντικαταστήσει όταν αυτός αποχώρησε από τη θέση του στο University College του Λονδίνου. Ο Σπίαρμαν παρέμεινε στο University College έως ότου αποσύρθηκε το 1931. Αρχικά ήταν Λέκτορας και υπεύθυνος ενός μικρού εργαστηρίου Ψυχολογίας. Το 1911 προήχθη σε Επίκουρο καθηγητή της Φιλοσοφίας του Νου και της Λογικής. Ο τίτλος του άλλαξε σε Καθηγητή Ψυχολογίας το 1928, όταν και δημιουργήθηκε ξεχωριστό Τμήμα Ψυχολογίας.

Ο Σπίαρμαν επηρεάστηκε έντονα από το έργο του Φράνσις Γκάλτον (Francis Galton). Ο Γκάλτον είχε κάνει πρωτοποριακή δουλειά στην ψυχολογία και ανέπτυξε την αντιστοιχία , το βασικό στατιστικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε από τον Σπίαρμαν.

Στην στατιστική, ο Σπίαρμαν ανέπτυξε την αντιστοιχία βαθμού (1904)[1], μια μη παραμετρική εκδοχή της παραδοσιακής συσχέτισης του Καρλ Πίαρσον (Karl Pearson), την τόσο ευρέως χρησιμοποιούμενη διόρθωση της εξασθένισης (1907), καθώς και την παλαιότερη έκδοση της «παραγοντικής ανάλυσης» (Lovie & Lovie , 1996, σ. 81)[2]. Βέβαια το έργο του στην στατιστική δεν έχαιρε της εκτίμησης του συναδέλφου του στο Πανεπιστήμιο Καρλ Πίαρσον με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη διαμάχη μεταξύ τους.

Αν και ο Σπίαρμαν είχε σημαντικά επιτεύγματα αναφορικά με την στατιστική του εργασία , το έργο του ως προς την αναζήτησή των θεμελιωδών νόμων της ψυχολογίας είναι επίσης αξιοσημείωτο.

Θεωρία της νοημοσύνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία εξαιρετική εισήγηση του Σπίαρμαν (και επίσης του Γκόντφρεϊ Τόμσον (Godfrey Thomson) και Έντουαρντ Θορντάικ (Edward Thorndike)) έγινε κατά τη διάρκεια του μαθήματος του Άντριου Κάρνεγκι (Andrew Carnegie) στο πλαίσιο των International Examinations Inquiry Meetings[3]. Εδώ, ο Σπίαρμαν δίνει μια συμπαγή περίληψη των πορισμάτων του και την θεωρία του G (general intelligence):

Όταν τίθεται η ερώτηση για το τι είναι το G, θα πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα στις έννοιες και στα γεγονότα. Με τον όρο G εννοούμε το μετρήσιμο αποτέλεσμα που προέρχεται από στατιστικές μεθόδους. Υπό ορισμένες συνθήκες το τελικό αποτέλεσμα ενός προσώπου σε μια ψυχική δοκιμασία μπορεί να διαιρεθεί με βάση δύο παράγοντες, ένας εκ των οποίων είναι πάντα ο ίδιος σε όλες τις δοκιμές, ενώ ο άλλος διαφέρει από τη μια δοκιμή στην άλλη· Ο πρώτος ονομάζεται G ενώ ο άλλος ονομάζεται συγκεκριμένος παράγοντας. Ο όρος G είναι ένας αξιολογικός παράγοντας και τίποτα περισσότερο. Αυτήν η έννοια αρκεί για να προσδιοριστεί σαφώς τον όρο και να τον καταστήσει αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Στην έρευνά μας ανακαλύψαμε στοιχεία σχετικά με αυτό τον παράγοντα. Εξακριβώσαμε το είδος των ψυχικών διεργασιών στις οποίες παίζει κυρίαρχο ρόλο σε σχέση με τον δεύτερο συγκεκριμένο παράγοντα. Και έτσι προέκυψε η ανακάλυψη ότι ο G κατέχει δεσπόζουσα θέση σε κινήσεις όπως ο συλλογισμός ή η μάθηση της λατινικής γλώσσας, ενώ διαδραματίζει πολύ μικρό μέρος σε κάποια λειτουργία όπως η διάκριση ενός τόνου από έναν άλλο [...] Το G τείνει να κυριαρχήσει εκεί όπου περιλαμβάνεται η αντίληψη των σχέσεων ή εκεί όπου οι σχέσεις εμφανίζονται σε μία κατάσταση και πρέπει να μεταφερθούν σε μία άλλη [...] Στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, πολλοί από εμάς έλεγαν ότι το G φαίνεται να μετράει κάποια μορφή ψυχικής ενέργειας. Όμως, εκ πρώτης, μια τέτοια πρόταση είναι ικανή να προκαλέσει περιττές αντιπαραθέσεις. Αυτό μπορεί να αποφευχθεί με μια πιο προσεκτική αναδιατύπωση, ότι η G συμπεριφέρεται σαν να μετράει μια ενέργεια. Στη συνέχεια, ωστόσο, φαίνεται να υπάρχει σοβαρός λόγος για την αλλαγή της έννοιας της ενέργειας με εκείνη της «δύναμης» (η οποία, φυσικά, είναι η ενέργεια ή εργασία ως προς τον χρόνο). Με τον τρόπο αυτό, μπορεί κανείς να μιλήσει για δύναμη του μυαλού με τον ίδιο τρόπο όπως μιλά περίπου για ιπποδύναμη[...] Επομένως ο G κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδιορίζεται εγγενώς· Ένα άτομο δεν μπορεί να εκπαιδευθεί έτσι ώστε να έχει υψηλότερα αποτελέσματα όπως δεν θα μπορούσε να εκπαιδευτεί για να γίνει ψηλότερο. (σ. 156 -157).

Παραγοντική ανάλυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραγοντική ανάλυση είναι η στατιστική μέθοδος που χρησιμοποιείται για να βρούμε τις σχέσεις ανάμεσα σε δύο φαινομενικά άσχετα φάσματα δεδομένων. Επιτρέπει σε κάποιον να δείτε ποιες μεταβλητές σε ένα σύνολο δεδομένων είναι περισσότερο συναφείς και πώς συσχετίζονται. Ο Τσαρλς Σπίαρμαν είναι γνωστός για την επινόηση του όρου «παραγοντική ανάλυση» και στην καθημερινότητα χρησιμοποιήθηκε για την μέτρηση της γνωστικής επίδοσης των παιδιών. Στην παραγοντική ανάλυση μπορεί κανείς να ανακαλύψει τη συσχέτιση μεταξύ δύο παραγόντων, θα υπάρχει είτε θετική συσχέτιση είτε αρνητική ή δεν θα υπάρχει καθόλου συσχέτιση. Εάν υπάρχει μια αρνητική ή θετική συσχέτιση σημαίνει ότι οι δύο μεταβλητές συνδέονται σε μεγάλο βαθμό, ενώ αν δεν υπάρχει συσχετισμός σε όλα, δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των δύο μεταβλητών. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του ανακάλυψε ότι ορισμένα από τα αποτελέσματα σχετικά με φαινομενικά άσχετα τεστ σε παιδιά ήταν παρόμοια, με την έννοια ότι έκρινε θετικές ή αρνητικές συσχετίσεις μεταξύ τους. Αυτό τον οδήγησε στην διαπίστωση ότι τα κριτήρια που έχουν υψηλή συσχέτιση ήταν πιο πιθανό να επηρεαστούν από τους ίδιους παράγοντες, ενώ αυτά που δεν ήταν, πιθανό να μην επηρεάζονται από παρόμοιους παράγοντες[4].

Εκδόσεις και επικρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σπίαρμαν συνέβαλε τα μέγιστα στην ανάπτυξη της ψυχομετρικής θεωρίας για τη νοημοσύνη. Η δημοσίευση που έγινε στο περιοδικό American Journal of Psychology άνοιξε το δρόμο για την εφαρμογή των στατιστικών ερμηνειών στη μελέτη της ανθρώπινης νοημοσύνης[5]. Το έργο του για την παραγοντική ανάλυση ήταν μία από τις μεγαλύτερες συνεισφορές του στη θεωρία, καθώς η παραγοντική ανάλυση χρησιμοποιείται εκτενώς στην ψυχομετρική θεωρία. Σήμερα, η ψυχομετρική θεωρία έχει εφαρμοστεί στη μέτρηση της προσωπικότητας και στη ακαδημαϊκή επίδοση. Συχνά η θεωρία δέχεται κριτική από ορισμένους που πιστεύουν ότι η προσωπικότητα δεν μπορεί να μετρηθεί με ακρίβεια. Επίσης, η θεωρία του για τον γενικό παράγοντα συχνά επανεξετάζεται από κάποιους που πιστεύουν ότι υπάρχουν πολλοί επικαλυπτόμενοι γενικοί παράγοντες και όχι μόνο ένας.

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "General Intelligence," objectively determined and measured. "American Journal of Psychology" 1904
  • Proof and measurement of association between two things. "American Journal of Psychology" 1904
  • Demonstration of Formulae for True Measurement of Correlation. "American Journal of Psychology" 1907
  • Spearman, Charles (1927). The Abilities of Man: Their Nature and Measurement. New York (NY): Macmillan. p. 221. "Every normal man, woman, and child is, then, a genius at something, as well as an idiot at something."

Πρόσθετη Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Gregory, Robert J. (2011). Psychological Testing: History, Principles, and Applications (Sixth έκδοση). Boston: Allyn & Bacon. ISBN 978-0-205-78214-7. Lay summary (7 November 2010). 
  • Mackintosh, N. J. (1998). IQ and Human Intelligence. Oxford: Oxford University Press. ISBN 978-0-19-852367-3. Lay summary (9 August 2010). 

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Spearman, C. (1904). “General intelligence” objectively determined and measured. "American Journal of Psychology", 15, 201–293.
  2. Lovie, P., & Lovie, A. D. (1996). Charles Edward Spearman FRS (1863–1945). Notes and Records of the Royal Society of London, 50, 75– 88.
  3. Ian J. Deary, Martin Lawn, and David J. Bartholomew (2008), 11, 122–142A CONVERSATION BETWEEN CHARLES SPEARMAN, GODFREY THOMSON, AND EDWARD L. THORNDIKE: The International Examinations Inquiry Meetings 1931–1938
  4. Human Ability, Macmillan and Co. LTD, 1950.
  5. Charles Spearman: British Behavioral Scientist, Human Nature Review, 2003.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]