Τριαδικό μπαλέτο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Τριαδικό μπαλέτο είναι μπαλέτο που αναπτύχθηκε από τον Όσκαρ Σλέμερ. Έκανε πρεμιέρα στη Στουτγάρδη, στις 30 Σεπτεμβρίου-1 Οκτωβρίου 1922, με μουσική που συνέθεσε ο Πάουλ Χίντεμιτ, μετά από διαμορφωτικές παραστάσεις που χρονολογούνται από το 1916. Το μπαλέτο έγινε ο πιο γνωστός καλλιτεχνικός χορός και ενώ ο Σλέμερ ήταν στο Μπάουχαος από το 1921 έως το 1929, το μπαλέτο έκανε περιοδείες συμβάλλοντας στη διάδοση του ήθους του Μπαουχάους[1].

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εμπνευσμένος εν μέρει από τον Πιερό Λυνέρ του Σένμπεργκ, τις παρατηρήσεις και τις εμπειρίες του από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Όσκαρ Σλέμερ άρχισε να συλλαμβάνει το ανθρώπινο σώμα ως νέο καλλιτεχνικό μέσο. Είδε το μπαλέτο και την παντομίμα ως ελεύθερη από τις ιστορικές αποσκευές του θεάτρου και της όπερας και έτσι μπορούσε να παρουσιάσει τις ιδέες του για τη χορογραφική γεωμετρία, τον άνθρωπο ως χορευτή, μεταμορφωμένο με κοστούμι, κινούμενο στο διάστημα.

Η ιδέα του μπαλέτου βασίστηκε στον νόμο των τριών. Έχει 3 επεισόδια, 3 συμμετέχοντες (2 άνδρες, 1 γυναίκα), 12 χορούς και 18 κοστούμια. Κάθε πράξη είχε διαφορετικό χρώμα και διάθεση. Οι τρεις πρώτες σκηνές δίνουν μια χαρούμενη διάθεση. Οι δύο μεσαίες σκηνές σε ροζ σκηνή δίνει γιορτινή και επίσημη διάθεση. Οι τρεις τελευταίες σκηνές, σε μαύρο χρώμα, προορίζονται να είναι μυστικιστικές και φανταστικές.

Είδε την κίνηση των μαριονετών ως αισθητικά ανώτερη από εκείνη των ανθρώπων, καθώς έδινε έμφαση στο ότι το μέσο κάθε τέχνης είναι τεχνητό. Αυτή η τεχνική μπορεί να εκφραστεί μέσω σχηματοποιημένων κινήσεων και την αφηρημενοποίηση του ανθρώπινου σώματος. Η σκέψη του για την ανθρώπινη μορφή (η αφηρημένη γεωμετρία του σώματος, π.χ. ένας κύλινδρος για το λαιμό, ένας κύκλος για το κεφάλι και τα μάτια) οδηγούσε σε όλα τα σημαντικά κοστούμια, για να δημιουργήσει αυτό που ονομάζεται «ειδώλιο». Ακολουθούσε η μουσική και τέλος υπήρχαν χορευτικές κινήσεις.

Η άποψη του Σλέμερ για τον σύγχρονο κόσμο ήταν ότι οδηγείται από δύο κύρια ρεύματα, τον μηχανισμό (τον άνθρωπο ως μηχανή και το σώμα ως μηχανισμό) και τις αρχέγονες παρορμήσεις (τα βάθη των δημιουργικών παροτρύνσεων). Ισχυρίστηκε ότι η χορογραφημένη γεωμετρία του χορού προσέφερε μια σύνθεση, τη διονυσιακή και συναισθηματική προέλευση του χορού, που γίνεται αυστηρή και απολλώνια στην τελική της μορφή.

Εκθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη βοήθεια και τη συμβολή του Αλφ Μπέιρλ, φίλου του Σλέμερ, τα «ειδώλια» παρουσιάστηκαν επίσης σε έκθεση στη Σοσιετέ ντες Αρτς Ντεκορατίφς στο Παρίσι το 1930 και πάλι το 1938 στην έκθεση Μπάουχαους του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη. Τα ειδώλια παρουσιάστηκαν σε στάση, χωρίς τη χορογραφία τους. Πολύ αργότερα, τα ειδώλια του Σλέμερ εμφανίστηκαν στην έκθεση V&A του 2006 συνοδευόμενα από βιντεοσκοπήσεις των κινήσεων τους. Μερικά από τα αρχικά κοστούμια του Σλέμερ διατηρήθηκαν και εκτίθονται στη Νόιε Σταατσγκαλερί της Στουτγάρδης της Γερμανίας .

Ταινία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπό τον τίτλο Das triadische Ballett, το έργο μεταφέρθηκε στο κινηματογράφο, ως έγχρωμη ταινία 30 λεπτών το 1970 από την Bavaria Atelier GmbH με χορευτές ζωντανής δράσης και νέα μουσική του Έριχ Φερστλ.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Frost, Amber. «The Triadic Ballet: Eccentric Bauhaus ballet brilliance or is it Germanic Maude Lebowski art shit?». Dangerous Minds. Ανακτήθηκε στις 15 June 2016.