Το απαρέμφατο στην ελληνική γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

To απαρέμφατο της ελληνικής γλώσσας θεωρείται ονοματικός τύπος του ρήματος και μία από τις εγκλίσεις του, αλλά ξεκίνησε τη ζωή του ως ουσιαστικό. Απέκτησε σταδιακά μια δεύτερη χροιά, τη ρηματική, και οι βασικές του διαφορές από τους υπόλοιπους ρηματικούς τύπους (τόσο στην αρχαία ελληνική όσο και στη νέα) ήταν και παραμένουν οι εξής: δεν φανερώνει πρόσωπο ή αριθμό και δεν κλίνεται. Απαρέμφατο στα αρχαία ελληνικά είχαν συνήθως όλοι οι χρόνοι του ρήματος (και σε όλες τις φωνές) εκτός του παρατατικού και του υπερσυντέλικου. Στη νέα ελληνική λειτουργικό ρόλο απαρεμφάτου παίζουν μόνον δύο τύποι, το απαρέμφατο ενεργητικού αορίστου (σε –ει) και του παθητικού (σε –θει), που με το βοηθητικό ρήμα «έχω» σχηματίζουν περιφραστικά πολλούς συντελεσμένους χρόνους των ρημάτων. Το αρχαίο απαρέμφατο βάφτισε έμμεσα τα απαρέμφατα πολλών άλλων γλωσσών,[1] αφού οι Λατίνοι απέδωσαν τον αντίστοιχο γραμματικό τους τύπο ως infinitivus modus μεταφράζοντας την ελληνική γραμματική.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη πλάστηκε από τους γραμματικούς των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων που μελετώντας τους κλασικούς συγγραφείς της αρχαιότητας διέκριναν στους ρηματικούς τύπους που εκείνοι χρησιμοποιούσαν δύο στοιχεία: τα «παρεμφατικά» (από το ρήμα παρεμφαίνω < «παρά» και «ἐμφαίνω») που κλίνονταν και φανέρωναν σημαντικά στοιχεία (το πρόσωπο ή τον αριθμό των προσώπων) και τα ἀπαρέμφατα[2] που εξέφραζαν απλώς την ουσία του ρήματος χωρίς να διαφωτίζουν για άλλα στοιχεία. Από αυτούς τους μη δηλωτικούς τύπους γεννήθηκε η φράση ἀπαρέμφατος έγκλισις[3] και μετά ἀπαρέμφατον ρήμα, για να καταλήξουμε στο ουδέτερο απαρέμφατο της νεοελληνικής. Οι Αλεξανδρινοί γραμματικοί συνέταξαν γραπτή Γραμματική για πολλούς λόγους αλλά και κατά παραγγελία των Ρωμαίων που ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για την ελληνική γραμματολογία καθώς και τη συστηματοποίηση της δικής τους γλώσσας. Ο όρος "απαρέμφατος έγκλιση" αποδόθηκε infinitvus modus ώστε να εκφράζεται η ίδια αοριστία στη συγκεκριμένη έγκλιση του ρήματος -όπως το έθεταν εκείνοι.

Εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικάζεται ότι το απαρέμφατο άρχισε να σχηματίζεται προτού διαχωριστούν οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και ότι σε κάθε μία από αυτές εξελίχθηκε διαφορετικά ίσως επειδή αυτές αποκόπηκαν από τον κοινό κορμό προτού το απαρέμφατο ολοκληρώσει την εξέλιξή του σαν μέρος του λόγου. Στην ελληνική γλώσσα ανευρίσκεται στον Όμηρο, όχι όμως έναρθρο (πλην μιας περίπτωσης που θεωρείται από πολλούς μη γνήσια). Εικάζεται ότι πήγασε από πλάγια πτώση (μάλλον τη δοτική) αφηρημένων ουσιαστικών που δήλωναν ενέργεια (π.χ. φυγή, λύση, πόλεμος). Με τη δοτική συνάδει και η κατάληξη των περισσότερων απαρεμφατικών τύπων. Στη συνέχεια το απαρέμφατο προσαρμόστηκε πολύ ευέλικτα στο νέο ρηματικό ρόλο του αποκτώντας και πολλούς χρόνους, χωρίς όμως ποτέ να χάσει την αρχική του ταυτότητα ως ουσιαστικού. Ο έναρθρος τύπος του, εκείνος που παρέπεμπε και περισσότερο στην χρήση του ουσιαστικού, επιβίωσε εξάλλου και περισσότερο από τον άναρθρο.

Η χρήση του στην αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχαία ελληνική το απαρέμφατο χρησιμοποιείτο ευρύτατα. Η ονοματική και ρηματική φύση του μαρτυρείται έντονα από την απαρεμφατική σύνταξη, αφού άλλες φορές ουσιαστικοποιείται σχεδόν πλήρως με τη χρήση του άρθρου (το οποίο κυριάρχησε στην ελληνική γλώσσα κυρίως μετά τα ομηρικά χρόνια) και άλλες φορές λειτουργεί απολύτως ρηματικά αφού συμπληρώνεται με αντικείμενο, έχει υποκείμενο ή προσδιορίζεται από επιρρήματα. Επιπλέον με το υποθετικό «ἄν» το απαρέμφατο ρηματοποιήθηκε ακόμα περισσότερο.

Στα κλασικά κείμενα τα απαρέμφατα διακρίνονται σε ειδικά και σε τελικά, με τα πρώτα να αναλύονται σε ειδικές προτάσεις και τα δεύτερα σε τελικές ή επιθυμίας. Επίσης διακρίνονται σε άναρθρα και έναρθρα. Το απαρέμφατο λειτουργούσε ως υποκείμενο κατά κανόνα με απρόσωπα ρήματα και σε αντίστοιχες εκφράσεις (π.χ. "ἀναγκαῖόν ἐστι") αλλά και ως κατηγορούμενο. Επίσης λειτουργούσε και ως επεξήγηση (π.χ. «εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης»), αλλά και ως ή αντικείμενο ειδικά με ρήματα που εξέφραζαν προβληματισμό και συλλογισμό (π.χ. «τὸν μὲν καλὸν κἀγαθὸν ἄνδρα εὐδαίμονα εἶναί φημι»). Επίσης μπορούσε να παίζει το ρόλο αυτού καθαυτού του ρήματος στην προστακτική έγκλιση (π.χ. «ὦ ξεῖν', ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι»), συνήθως στο δεύτερο πρόσωπο και σπανιότερα στο τρίτο. Επίσης χρησίμευε και για επιφωνηματικές εκφράσεις (π.χ. «Ἐμὲ τάδε παθεῖν; Φεῦ!»).

Το απαρέμφατο μπορούσε να είναι και απόλυτα ανεξάρτητο σε μια πρόταση και σε αυτή την περίπτωση τροποποιούσε την υπόλοιπη φράση ή απλώς την εισήγαγε (π.χ. «ἐμοὶ δοκεῖν», «ἑκὼν εἶναι»).

Ο τελικός ή του σκοπού χαρακτήρας του απαρεμφάτου ήταν από τους αρχαιότερους. Καθώς, όμως, στην καθομιλουμένη, ακόμα και μεταξύ των λογίων, σταδιακά ξεχάστηκε και εξασθένισε η αίσθηση ότι είχε τελικό χαρακτήρα, χρειάστηκε να επιστρατευτεί επί τούτου κάποιος σύνδεσμος, το «ὥστε» και άλλοι, που να δώσουν ξανά με σαφήνεια στο απαρέμφατο την χροιά του σκοπού.

Εξαφάνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το απαρέμφατο χρησιμοποιήθηκε εντατικά για πολλούς αιώνες, όμως η πορεία του έγινε φθίνουσα κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και ειδικά κατά τους ρωμαϊκούς και βυζαντινούς, το άναρθρο απαρέμφατο σχεδόν καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από περιφράσεις, δηλαδή ειδικές και τελικές προτάσεις. Δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για το Μεσαίωνα, όμως γνωρίζουμε ότι κατά τον 14ο αιώνα σημειώθηκε μια τάση να αποδοθούν σε λιγότερο λόγια γλώσσα τα κείμενα που ήταν γραμμένα σε αττικίζουσα μορφή, όπως η Αλεξιάδα και έργα του Νικήτα Χωνιάτη. Στις μεταφράσεις αυτές είχε γίνει προσπάθεια εκλαϊκευσης με χρήση και πάλι απαρεμφάτων, αλλά σε πιο απλή σύνταξη. Ομως το αναγνωστικό κοινό δεν ήταν ο μέσος Βυζαντινός, αλλά ο εγγράματος πολίτης και κατά συνέπεια, αν χρειάστηκε απλούστευση των απαρεμφάτων για τους μορφωμένους, τεκμαίρεται πόσο ακατανόητα αυτά πρέπει να ήταν για τους μη εγγράμματους. Σε πολλά σημεία αυτών των αναγνωσμάτων, τα απαρέμφατα αντικαθίστανται από ξεκάθαρα ρηματικούς τύπους (π.χ. η φράση «όσους έφθασαν κατασχείν», αποδίδεται «όσους εις τον πόλεμον επίασαν» και η φράση «μή μόνον αυτόν αδούλωτον διαπεφυλάχθαι» αποδίδεται «ίνα ου μόνον αυτός υπάρχει αδούλωτος»). Σε γενικές γραμμές το απαρέμφατο φαίνεται να είναι ζωντανό στον γραπτό λόγο της εποχής εκείνης, αλλά και να προβληματίζει, γεγονός που δείχνει ότι δεν υπήρξε κάποια απότομη μεταβολή αλλά σταδιακός αφανισμός του συγκεκριμένου ονοματικού τύπου.

Εχει εκφρασθεί η θεωρία ότι η εξαφάνιση του απαρεμφάτου συνδέεται με τη βαλκανική γλωσσολογική αλληλεπίδραση, αλλά δεν συμφωνούν όλοι με αυτό, ούτε το ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο.[4] Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι βαλκανικές γλώσσες έχασαν το απαρέμφατό τους λόγω της κατάργησής του στη μεσαιωνική Ελλάδα και της επίδρασης που είχε η ελληνική γλώσσα σε αυτές και άλλοι το αντίστροφο. Ολοι συμφωνούν ότι σε γειτονικούς λαούς οι αλληλεπιδράσεις είναι αναπόφευκτες στο γλωσσικό επίπεδο όπως και σε πολλά άλλα, όμως υπάρχει και η άποψη (όπως του Hessling) ότι η κατάργηση του απαρεμφάτου ειδικά στην ελληνική γλώσσα έγινε πολύ σταδιακά, άρχισε από πολύ νωρίς (στα ρωμαϊκά χρόνια) και αποτελούσε φυσική εξέλιξη της ίδιας της γλώσσας η οποία (ως προς την αποβολή του απαρεμφάτου) ολοκληρώθηκε τον 15ο αιώνα.[5]

Κατά τον 16ο αιώνα, όπως φαίνεται από την μετάφραση της Αγίας Γραφής στη δημοτική γλώσσα της εποχής, επιβιώνουν κάποιες υπεραπλουστευμένες μορφές του έναρθρου απαρεμφάτου όπως «τοῦ χωρίσει», «τοῦ φαγεί», «τοῦ κάμει», «τοῦ φυλάξει», «τοῦ γεννήσει», «τοῦ δώσει», «τοῦ πράξει».

Τελικά το έναρθο απαρέμφατο ακολούθησε τη μοίρα του άναρθρου και αντικαταστάθηκε ολοκληρωτικά από αναλυτικές δευτερεύουσες προτάσεις, με αποτέλεσμα στις αρχές του 20ου αιώνα να χρησιμοποιείται μόνον ένας μικρός αριθμός έναρθρων απαρεμφάτων, όπως «τό φαγεῖ»,[4] «τό πιεῖ», "τό φιλεῖ", "τό ἔχει", "τό ἰδεῖ", "τό φεύγει". Σε απαρέμφατα επέμεναν πλέον μόνον οι λόγιοι καθώς και το επίσημο κράτος με πινακίδες όπου η πολιτεία ανέγραφε «ἀπαγορεύεται τό καπνίζειν», «τό πτύειν», «τό ἀνέρχεσθαι», «ο κατέρχεσθαι» κ.λπ. Σήμερα το αρχαίο απαρέμφατο χρησιμοποιείται μόνον σε λιγοστές φράσεις όπως «το ζῆν επικινδύνως», «για το θεαθήναι», «το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν», και «το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού».

Στην Κύπρο και στον Πόντο το απαρέμφατο είχε μακροβιότερη ιστορία.

Το απαρέμφατο της νέας ελληνικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το απαρέμφατο στη νέα ελληνική δεν χρησιμοποιείται μόνο του, παρά μόνο μαζί με το βοηθητικό ρήμα «έχω» για τον σχηματισμό των συντελεσμένων ρηματικών χρόνων: έχει λύσει, έχει γράψει, έχει ποιήσει, έχει λυθεί, έχει γραφτεί/γραφεί, έχει ποιηθεί.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Bretannica, στο infinitive
  2. Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς: "ἵνα τὰ ὀρθὰ τῶν ἐγκλινομένων ἡγῆται καὶ τὰ παρεμφατικὰ τῶν ἀπαρεμφάτων, καὶ ἄλλα τοιαῦτα πολλά."
  3. "Τέχνη Γραμματική", του Διονυσίου του Θράκα: "ἐγκλίσεις μὲν οὖν εἰσι πέντε, ὁριστική, προστακτική, εὐκτική, ὑποτακτική, ἀπαρέμφατος". Μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο στη Βικιθήκη, στη διεύθυνση http://el.wikisource.org/wiki/%CE%A4%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7_%CE%93%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE
  4. 4,0 4,1 Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Παύλου Δρανδάκη, στο "απαρέμφατο"
  5. Hesseling, Dirk C. 1892. Essai historique sur l' Infinitif Grec.