Τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης στην Ελλάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης στην Ελλάδα (ή αλλιώς άμβλωση) είναι νόμιμη, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 304 του ΠΚ.

Νομικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη φορά επιτράπηκε η τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης στην Ελλάδα με το αρ. 5&3 του Ν. 821/1978[1] (στον εν λόγω νόμο χρησιμοποιούνταν ο όρος άμβλωση - τεχνητή έκτρωση) στις εξής περιπτώσεις: α) μέχρι και τη 12η εβδομάδα της εγκυμοσύνης σε περιπτώσεις που υπήρχε κίνδυνος για τη ψυχική υγεία της μητέρας και το γεγονός αυτό διαπιστωνόταν από ψυχίατρο εργαζόμενο σε Νοσηλευτικό Ίδρυμα Δημοσίου Δικαίου και β) μέχρι και την 20η εβδομάδα της εγκυμοσύνης εφόσον διαπιστώνονταν με σύγχρονα μέσα προγνωστικού ελέγχου (προγεννητική διάγνωση) σοβαρές ανωμαλίες στο έμβρυο που έχουν ως αποτέλεσμα τη γέννηση παθολογικών νεογνών.

Στην αρχαία Ελλάδα, γνώριζαν και εξασκούσαν τεχνικές τόσο για την αντισύλληψη όσο και για την τεχνητή διακοπή εγκυμοσύνης.[2]

Σύγχρονο νομικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα σύμφωνα με το αρ.304 παρ.1 ΠΚ, η τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών όταν διενεργείται χωρίς τη συναίνεση της εγκύου. Στη παρ. 2 προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως τρία χρόνια ή χρηματική ποινή για όποιον με τη συναίνεση της εγκύου ή των προσώπων που έχουν τη γονική μέριμνα ή επιμέλειά της αν αυτή είναι ανίκανη να συναινέσει, διακόπτει την εγκυμοσύνη της και ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο χρόνια και χρηματική ποινή αν ενεργεί κατ’ επάγγελμα. Με την ίδια ποινή, μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83, τιμωρείται και όποιος προμηθεύει σε έγκυο τα μέσα για τη διακοπή της εγκυμοσύνης της, εφόσον έγινε τουλάχιστον απόπειρα αυτής ενώ σύμφωνα με την παρ.3 προβλέπεται φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή για την έγκυο που μετά την εικοστή τέταρτη εβδομάδα της κύησης διακόπτει την εγκυμοσύνη της ή επιτρέπει σε άλλον να την διακόψει. Ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αίρεται στις περιπτώσεις της παρ. 4 του άρθρου 304 (όπως προβλέφθηκαν με το Ν. 1609/1986)[3][4][5] δηλαδή αν συντρέχει μια από τις εξής περιπτώσεις: α) όταν η εγκυμοσύνη δεν έχει υπερβεί τις 12 εβδομάδες,[6] β) όταν η εγκυμοσύνη είναι αποτέλεσμα βιασμού, αποπλάνησης ανήλικης, αιμομιξίας και κατάχρησης γυναίκας ανίκανης να αντισταθεί και δεν έχει υπερβεί τη 19η εβδομάδα, γ) σε περίπτωση που υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις παθολογικού νεογνού και η εγκυμοσύνη δεν έχει υπερβεί τη 24η εβδομάδα,[6] δ) οποιαδήποτε στιγμή πριν από τη γέννηση σε περίπτωση αναπότρεπτου κινδύνου για τη ζωή της εγκύου ή κινδύνου σοβαρής και διαρκούς βλάβης της σωματικής και ψυχικής της υγείας.[5][7] Αν η έγκυος είναι ανήλικη απαιτείται η συναίνεση ενός από τους γονείς ή του προσώπου που έχει την επιμέλεια της.[6]

Στατιστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

ποσοστό γυναικών με μια τουλάχιστον

άμβλωση (%)

σύμφωνα με έρευνα του Τσακιδίρη (2019)[8]

14-19 9,7
20-24 7,4
25-29 8,4
30-34 8,2
35-39 12
>40 13,9


Το 2007, το ποσοστό αμβλώσεων στην Ελλάδα έφτανε τις 7,2 αμβλώσεις ανά 1000 γυναίκες σε γυναίκες ηλικίας 15-44 ετών.[9]

Έρευνα του 2019 έδειξε πως μία στις δέκα έφηβες ηλικίας 15-19 ετών είχε προβεί σε τουλάχιστον μια άμβλωση.[8]

Η Ελλάδα βρίσκεται κάπου στην μέση των αμβλώσεων στην Ευρώπη, με χώρες της βόρειας Ευρώπης να έχουν τα υψηλότερα ποσοστά αμβλώσεων ενώ χώρες της δυτικής και νότιας Ευρώπης τα χαμηλότερα ποσοστά. Μια πανευρωπαϊκή τάση για μείωση του αριθμού των αμβλώσεων, σχετίζεται με την αυξημένη διαθεσιμότητα του χαπιού της επόμενης ημέρας.[8]

Αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ ο αριθμός των αμβλώσεων είναι υψηλός στην Ελλάδα, η σεξουαλική εκπαίδευση στα σχολεία, ο οικογενειακός προγραμματισμός και οι μέθοδοι αντισύλληψης δεν εφαρμόζονται τόσο τακτικά. Ο αριθμός των αμβλώσεων είναι αντιστρόφως ανάλογος της έλλειψης των παραπάνω συνθηκών πρόληψης μίας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης.[10]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]