Τεχνίτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ένας τεχνίτης είναι εξειδικευμένος εργάτης που έχει ολοκληρώσει επιτυχώς την επίσημη πιστοποίηση μαθητείας σχετικά με ένα επάγγελμα ή μια τεχνική. Θεωρείται ικανός και πιστοποιείται η δυνατότητα του να εργαστεί ως πλήρως εξειδικευμένος υπάλληλος. Ένας τεχνίτης λαμβάνει την άδεια του μέσω εκπαίδευσης, εποπτείας και εξέτασης.[1] Αν και ένας ειδικευμένος τεχνίτης έχει ολοκληρώσει την διαδικασία απόκτησης πιστοποίησης και μπορεί να εργαστεί ως υπάλληλος, δεν έχει το δικαίωμα να είναι αυτοαπασχολούμενος.[2]

Ο όρος χρησιμοποιούνταν αρχικά στις μεσαιωνικές εμπορικές συντεχνίες. Οι τεχνίτες πληρωνόταν κάθε μέρα, και για αυτό ονομάζονται journeymen στα αγγλικά (από την γαλλική λέξη journée, που σημαίνει ημέρα). Κάθε συντεχνία είχε τρία είδη εργατών: τους μαθητευόμενους, τους τεχνίτες και τους επικεφαλής. Ένας τεχνίτης, ως πιστοποιημένος έμπορος θα μπορούσε να γίνει επικεφαλής στην δική του επιχείρηση, αλλά οι περισσότεροι συνέχιζαν να εργάζονται ως υπάλληλοι.[3]

Εφαρμόστηκαν κατευθυντήριες γραμμές για την προώθηση των υπεύθυνων τεχνιτών, οι οποίοι είχαν ευθύνη για το δικό τους έργο και να προστατέψουν το εμπόριο και την κοινωνία από ανειδίκευτους εργάτες. Για να γίνει επικεφαλής, ένας τεχνίτης θα έπρεπε να καταθέσει ένα προσωπικό του αριστούργημα στην συντεχνία, ώστε να εξελιχθεί. Μόνον τότε θα μπορούσε να θεωρηθεί επικεφαλής στην συντεχνία του.[4] Μερικές φορές, απαιτούνταν η ολοκλήρωση τριών ετών εργασίας. Η περίοδος αυτή αποκαλούνταν τεχνικά έτη.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανοί τεχνίτες με παραδοσιακή ενδυμασία

Στα νέα ελληνικά η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική τεχνίτης.[5] Η αγγλική λέξη journeyman προέρχεται από την γαλλική journée, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την λαϊκή λατινική "diurnum" και την κλασική λατινική "dierum", που όλες σημαίνουν «ημέρα». Το όνομα αναφέρεται στο δικαίωμα ενός τεχνίτη να ζητά καθημερινά πληρωμή για την εργασία του. Ένας τεχνίτης είχε ολοκληρώσει τη μαθητεία αλλά εργαζόταν για άλλους,[6] αλλά δεν ζούσε στη συντεχνία και μπορούσε να έχει δική του οικογένεια. Ένας τεχνίτης δεν μπορούσε να έχει υπαλλήλους. Εν αντιθέσει, ένας μαθητευόμενος ανήκε στον επικεφαλής του, συνήθως για χρονικό διάστημα επτά ετών, και ζούσε μαζί του ως μέλος του νοικοκυριού, λαμβάνοντας την αποζημίωση του με μορφή φαγητού, καταλύματος και εκπαίδευσης.

Σε τμήματα της Ευρώπης, όπως στη Μεσαιωνική Γερμανία, η περιοδεία ενός τεχνίτη (Wandergeselle),[7] από πόλη σε πόλη για την απόκτηση εμπειριών σε διάφορα εργαστήρια, ήταν σημαντικό τμήμα της εκπαίδευσης ενός υποψηφίου. Οι ξυλουργοί στην Γερμανία ακολουθούν ακόμη και σήμερα την παράδοση περιοδείας, αλλά ελάχιστοι την εφαρμόζουν. Στην Γαλλία, οι περιοδεύοντες τεχνίτες ήταν γνωστοί ως compagnons.

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα σύγχρονα συστήματα μαθητείας, ένας τεχνίτης αποκτά πιστοποιητικό επαγγέλματος για να αποδείξει την ολοκλήρωση της μαθητείας. Σε πολλές χώρες, πρόκειται για την υψηλότερη επίσημη τάξη, καθώς η τάξη του επικεφαλής έχει εξαλειφθεί και έτσι μπορεί να εκτελεί όλα τα καθήκοντα του εμπορίου στην περιοχή που έχει πιστοποιηθεί καθώς και να εποπτεύει μαθητευόμενους και να γίνει αυτοαπασχολούμενος.

Το σύγχρονο σύστημα μαθητείας στοχεύει στην οικοδόμηση δεξιοτήτων μέσω της κατάρτισης κατά τη διάρκεια της εργασίας. Ένας μαθητευόμενος είναι σε θέση να έχει μισθό, ενώ παράλληλα μαθαίνει νέες δεξιότητες. Το εργασιακό περιβάλλον είναι στενά συνδεδεμένο με τον εργοδότη δίνοντας στην επιχείρηση το δικαίωμα διαμόρφωσης του μαθητευόμενου, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές, ώστε να ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες απαιτήσεις της επιχείρησης. Πολύ συχνά, δημιουργείται ισχυρή σχέση εργασίας μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη.[8]

Ο όρος σύγχρονος τεχνίτης χρησιμοποιείται για να περιγράψει την διαδικασία δια βίου εκπαίδευσης ενός ατόμου.[9]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Journeyman. (2006). In C. Harris (επιμ.), Dictionary of architecture and construction. New York, NY: McGraw-Hill.
  2. Journeyman. (2013). In G. Kurian, The AMA Dictionary of business and management. New York, NY: AMACOM, Publishing Division of the American Management Association.
  3. Journeyman. (2015). στο The Hutchinson unabridged encyclopedia with atlas and weather guide. Abington, United Kingdom: Helicon.
  4. Salt, L. E., & Sinclair, R. (επιμ.). (1957). Oxford junior encyclopaedia: Industry and commerce (Vol. VII). London: Oxford University Press.
  5. «Λεξικό της κοινής νεοελληνικής». www.greek-language.gr. Ανακτήθηκε στις 24-07-2017.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |accessdate= (βοήθεια)
  6. "Journeyman" def. 1. Oxford English Dictionary Second Edition on CD-ROM (v. 4.0), Oxford University Press, 2009
  7. Dicke, Hugo, and Hans H. Glismann. Vocational Training in Germany. Kiel: Institut für Weltwirtschaft, 1994. σελ. 34.
  8. Cassels, J. (2001). Modern Apprenticeships: the way to work, The Report of the Modern Apprenticeship Advisory Committee.
  9. Emms, M. (2005). The modern journeyman: Influences and controls of apprentice-style learning in culinary education.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]