Σφαγή της Τάλσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πυρκαγιές κατά τη διάρκεια της σφαγής της 1ης Ιουνίου 1921

Η σφαγή της Τάλσα, Οκλαχόμα, στις 31 Μαΐου και 1 Ιουνίου 1921, γνωστή και ως Tulsa Race Massacre, Σφαγή του Γκρίνγουντ Massacre ή Black Wall Street Massacre, είναι από τις πιο καταστροφικές από τις λεγόμενες φυλετικές ταραχές στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έως και300 άτομα σκοτώθηκαν στο συμβάν, σύμφωνα με μεταγενέστερες εκτιμήσεις του κράτους. Η γειτονιά Γκρίνγουντ της Τάλσα, που κατοικούνταν από Αφροαμερικανούς, υπέστη εκτεταμένες καταστροφές .

Το έναυσμα ήταν ένα αμφιλεγόμενο δημοσίευμα της εφημερίδας Tulsa Tribune, που δεν έχει διασωθεί στα αρχεία της εφημερίδας, σχετικά με μια φερόμενη απόπειρα βιασμού μιας λευκής κοπέλας από έναν μαύρο νεαρό άνδρα. Όταν κάποιοι μαύροι της Τάσλα οπλίστηκαν για να αποτρέψουν το λυντσάρισμα από τους λευκούς, ακολούθησε σύγκρουση έξω από το δικαστήριο. Εν μέρει με την υποστήριξη της δημοτικής κυβέρνησης της Τάλσα, ένας σχηματίστηκε όχλος ο οποίος έβαλε φωτιά στο Γκρίνγουντ. Η Εθνική Φρουρά, που κλήθηκε με καθυστέρηση, επέβαλε την τάξη, αλλά συνέλαβε μόνο μαύρους πολίτες της Τάλσα και τους κράτησε σε τρία προσωρινά στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Η μοίρα των μαύρων της Τάλσα ξεχάστηκε αμέσως μετά. Μόλις το 1997 το πολιτειακό νομοθετικό σώμα της Οκλαχόμα, συγκρότησε επιτροπή για τη διερεύνηση του γεγονότος. Αν και η τελευταία δεν μπόρεσε να προσδιορίσει τον ακριβή αριθμό των θυμάτων, αναγνώρισε τις δολοφονίες και τις καταστροφές ως αδικία σε ένα νόμο και διέθεσε κονδύλια για συμβολικές αποζημιώσεις.

Αρχικές συνθήκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις νότιες πολιτείες και στις νότιες μεσοδυτικές πολιτείες, στις οποίες περιλαμβάνεται και η Οκλαχόμα, το 1921 επικρατούσε ο φυλετικός διαχωρισμός μέσω των νόμων Τζίμ Κρόου. Τα λυντσαρίσματα αφροαμερικανών ήταν ακόμη διαδεδομένα εκείνη την εποχή και αποτελούσαν έκφραση της ρατσιστικής βίας στην Οκλαχόμα, ιδίως από τη δεκαετία του 1900 και μετά. Ενώ αρχικά τα θύματα των λιντσαρισμάτων ήταν κυρίως λευκοί ζωοκλέφτες, στη συνέχεια στοχοποιήθηκαν κυρίως μαύροι.

Το 1917 ξέσπασαν ταραχές στην κομητεία Dewey.[1] Στις ταραχές της ίδιας χρονιάς στο Ανατολικό Σεντ Λούις στις μεσοδυτικές πολιτείες, αστυνομικοί αφόπλισαν Αφροαμερικανούς και τους πυροβόλησαν αμέσως μετά. Στις 28 Αυγούστου 1920, ο λευκός ύποπτος για φόνο Ρόι Μπέλτον (Roy Belton), βγήκε από τη φυλακή του δικαστηρίου της Τάλσα από ένοπλους άνδρες, χωρίς να προβάλει αντίσταση ο σερίφης, και κρεμάστηκε από έναν τηλεφωνικό στύλο λίγο έξω από την πόλη. Μόλις μία ημέρα αργότερα, και σε ένα είδος ανταγωνισμού με την Τάλσα, αρκετοί άνδρες στην Οκλαχόμα Σίτι απήγαγαν από τη φυλακή τον Αφροαμερικανό ύποπτο για φόνο Κλοντ Τσάντλερ, οπότε περίπου χίλιοι μαύροι οπλίστηκαν και συγκεντρώθηκαν. Μετά από διαπραγματεύσεις με τον δήμαρχο, τους δόθηκε η άδεια να ψάξουν τον Τσάντλερ αν παρέδιδαν τα όπλα τους. Ο Τσάντλερ βρέθηκε απαγχονισμένος την επόμενη ημέρα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Christienne M. McPherson: „Spirited Away“: Race, Gender, and Murder in Oklahoma in the 1920s. In: Linda W. Reese, Patricia Loughlin (Hrsg.): Main Street Oklahoma: Stories of Twentieth-Century America. University of Oklahoma Press, Norman 2013, ISBN 978-0-8061-4401-6, S. 134–153; hier: S. 135 f.