Συνταγματικό Δικαστήριο της Ουγγαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ουγγαρίας (ουγγρικά: Magyarország Alkotmánybírósága) είναι ένα ειδικό δικαστήριο, το οποίο κάνει δικαστικό έλεγχο των πράξεων του Κοινοβουλίου της Ουγγαρίας. Η επίσημη έδρα του Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι στη Βουδαπέστη. Μέχρι το 2012 η έδρα ήταν στο Έστεργκομ.[1][2]

Από την 1η Σεπτεμβρίου 2011 το Συνταγματικό Δικαστήριο απαρτίζεται από 15 δικαστές (προηγουμένως το Δικαστήριο αποτελούνταν από 11 δικαστές). Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου εκλέγεται από τα μέλη του σε μυστική ψηφοφορία. Ένας ή δύο Αντιπρόεδροι, που διορίζονται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, αντικαθιστούν τον Πρόεδρο σε περίπτωση απουσίας του για οποιονδήποτε λόγο. Το Συνταγματικό Δικαστήριο εξετάζει τη συνταγματικότητα των νόμων και δεν δίνει το δικαίωμα προσφυγής έναντι των αποφάσεών του. Χρησιμεύει ως κύριο όργανο για την προστασία του Συντάγματος, μέσω της επανεξέτασης της συνταγματικότητας της νομοθεσίας, και για την προστασία της συνταγματικής τάξης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων που εγγυώνται στο Σύνταγμα. Το Συνταγματικό Δικαστήριο εκτελεί τα καθήκοντά του ανεξάρτητα. Διαθέτει το δικό του προϋπολογισμό, ενώ οι δικαστές του που εκλέγονται από το Κοινοβούλιο δεν αποτελούν μέρος του συνήθους δικαστικού συστήματος.[3]

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 19 Οκτωβρίου 1989 το Ουγγρικό Κοινοβούλιο ενέκρινε ένα ψήφισμα σχετικά με τη θέσπιση του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η οργάνωση και η εξουσία του είχαν καθοριστεί νωρίτερα στο πλαίσιο τριμερών πολιτικών διαπραγματεύσεων πάνω στον δημοκρατικό μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος. Οι βασικές διατάξεις περί Συνταγματικού Δικαστηρίου καθορίστηκαν τον Οκτώβριο του 1989 από το Κοινοβούλιο, μέσω της τροποποίησης του Συντάγματος (άρθρο 32/A). Το δικαστήριο συστάθηκε για να προωθήσει την εγκαθίδρυση ενός κράτους δικαίου, καθώς και για την προστασία της συνταγματικής τάξης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ο νόμος XXXII του 1989 για τη δημιουργία του ψηφίστηκε από το Κοινοβούλιο στις 19 Οκτωβρίου 1989 και το Συνταγματικό Δικαστήριο άρχισε τις εργασίες του την 1η Ιανουαρίου 1990.[4]

Πρόεδροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]