Ποινή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ποινή είναι η τιμωρία που επιβάλλεται από ποινικό δικαστήριο σε αυτόν που διέπραξε έγκλημα, προκειμένου να σωφρονισθεί ο ίδιος και να παραδειγματισθούν τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας ώστε να αποτρέπονται από την τέλεση εγκλημάτων.

Οι επιβαλλόμενες ποινές κατά το ισχύον Ποινικό Δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με θεμελιώδη αρχή της σύγχρονης έννομης τάξεως (διεθνούς και ελληνικής), τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επιβάλλουν οποιαδήποτε ποινή σε αυτούς που διέπραξαν εγκλήματα, παρά μόνον αυτές που προβλέπονται από τον Νόμο. Ο Νόμος, λοιπόν, προβλέπει αφενός κατά τρόπο γενικό ποιες ποινές μπορεί να επιβληθούν σε αυτούς που διέπραξαν εγκλήματα και αφετέρου κατά τρόπο ειδικότερο ποια ποινή είναι αρμόδιο να επιβάλει το ποινικό δικαστήριο σε αυτόν που διέπραξε συγκεκριμένο έγκλημα.

Είναι αναμφίβολα ασύμβατες με την θεμελιώδη αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου από την Πολιτεία η επιβολή σωματικών ποινών-βασανιστηρίων, ακρωτηριασμών π.χ. γλωσσεκτομή, μαστίγωση, φάλαγγας.

Σε πολλές χώρες με αναπτυγμένο νομικό πολιτισμό έχει καταργηθεί η ποινή του θανάτου.

  • Κύριες Ποινές. Στην ελληνική έννομη τάξη, οι κύριες ποινές που προβλέπονται είναι α)ποινές στερήσεως της ελευθερίας (δηλαδή εγκλεισμός του ενόχου σε δημόσιο σωφρονιστικό κατάστημα), β)ποινές σε χρήμα.

Οι ποινές στερήσεως της ελευθερίας [1] στην ελληνική έννομη τάξη διακρίνονται , κατά σειρά μεγέθους σε α)ισόβια κάθειρξη (δηλαδή ποινή στερήσεως της ελευθερίας για όλη τη διάρκεια της ζωής του δράστη), β)πρόσκαιρη κάθειρξη (δηλαδή ποινή στερήσεως της ελευθερίας που διαρκεί από πέντε έτη ως είκοσι έτη), γ)φυλάκιση (δηλαδή ποινή στερήσεως της ελευθερίας που διαρκεί από δέκα ημέρες ως πέντε έτη) και δ)κράτηση (δηλαδή ποινή στερήσεως της ελευθερίας που διαρκεί από μία ημέρα ως τριάντα ημέρες). Επίσης, ποινές στέρησης της ελευθερίας είναι ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κρατήσεως νέων και ο περιορισμός σε ψυχιατρικό κατάστημα [2] .

Οι ποινές σε χρήμα στην ελληνική έννομη τάξη διακρίνονται σε α)χρηματική ποινή (μείζων ποινή σε χρήμα) και β)πρόστιμο (ελάσσων ποινή σε χρήμα) . Το μέγεθος της χρηματικής ποινής και του προστίμου ορίζεται κατά τρόπο γενικό στον Ποινικό Κώδικα [3], αλλά σε κάθε έγκλημα που τιμωρείται με χρηματική ποινή ή πρόστιμο είναι δυνατό να ορίζεται (κατά παρέκκλιση από τη γενικόλογη διάταξη του Ποινικού Κώδικα και κατά περίπτωση) το μέγεθος της χρηματικής ποινής ή του προστίμου, που θα επιβάλει ο δικαστής για την τιμωρία του δράστη.

Από το είδος της ποινής που προβλέπει ο Νόμος να επιβληθεί για την τέλεση του εγκλήματος προκύπτει και ο χαρακτηρισμός του εγκλήματος, με κριτήριο τη σοβαρότητα του εννόμου αγαθού που προσβάλλει. Έτσι, όσα εγκλήματα τιμωρούνται με κάθειρξη (ισόβια ή πρόσκαιρη) χαρακτηρίζονται ως κακουργήματα, όσο εγκλήματα τιμωρούνται με φυλάκιση και/ή χρηματική χαρακτηρίζονται ως πλημμελήματα και όσα εγκλήματα τιμωρούνται με κράτηση και/ή πρόστιμο χαρακτηρίζονται ως πταίσματα [4].

  • Παρεπόμενες ποινές. Εκτός από τις κύριες ποινές (που αναφέρθηκαν παραπάνω), στον Ποινικό Κώδικα προβλέπεται και η επιβολή παρεπομένων ποινών, οι οποίες έχουν επικουρικό-συμπληρωματικό χαρακτήρα σε σχέση με τις κύριες ποινές. Ως παρεπόμενες ποινές ο ισχύων Ποινικός Κώδικας προβλέπει α)την αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του δράστη [5], β)την απαγόρευση ασκήσεως επαγγέλματος ,[6] γ)τη δημοσίευση της καταδικαστικής αποφάσεως [7].

Παραμπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. O ισχύων Ποινικός Κώδικας χρησιμοποιεί τον όρο "ποινές στερητικές της ελευθερίας".
  2. Βλ. άρθρο 18 ισχύοντος Ποινικού Κώδικα.
  3. Στο άρθρο 57 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα αναφέρεται ότι αν δεν ορίζεται ειδικότερα το μέγεθος της χρηματικής ποινής είναι 150€- 15.000€ και το μέγεθος του προστίμου 29€-590€.
  4. Βλ. άρθρο 18 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα.
  5. Βλ. άρθρα 59-66 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα.
  6. Βλ. άρθρο 67 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα.
  7. Βλ. άρθρο 68 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα.