Οχυρό Ιστίμπεη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Οχυρό Ιστίμπεη απέχει 16 χιλιόμετρα από το Νέο Πετρίτσι και βρίσκεται στο ύψωμα Κερκίνη (Μπέλες). Απέχει 250 περίπου μέτρα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, και βρίσκεται σε υψόμετρο 1.339 μέτρων.

Αποστολή του οχυρού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Οχυρό είχε ως αποστολή την απαγόρευση της οδού από Πετρίτσι δια Τραπέσκας (Τραπέζι) Λέτσιτσας (Γέρακα) προς Νέο Πετρίτσι, σε συνδυασμό με τα οχυρά Άσπρη Πέτρα και Στήριγμα και την υποστήριξη για κατάληψη των υψωμάτων πυραμίδας 36 για να χρησιμοποιηθούν ως βάση εξόρμησης για επιθετική ενέργεια προς Πετρίτσι (Βουλγαρίας). Η δύναμή του ήταν 13 αξιωματικοί και 350 οπλίτες. Διοικητής ήταν ο Ταγματάρχης Πεζικού Ξανθός Πικουλάκης.

Οπλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο οπλισμός του περιελάμβανε:

Αμυντικά έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το περίκλειστο στεγανό αυτό έργο περιλάμβανε:

  • δώδεκα απλά πολυβολεία,
  • έξι διπλά πολυβολεία,
  • ένα διπλό αντιαρματικό πολυβολείο-παρατηρητήριο,
  • δύο πυροβολεία για πλαγιοφύλαξη προς Σπανή Πέτρα και Παπαδοπούλα,
  • ένα αντιαεροπορικό πυροβολείο,
  • δύο ολμοβολεία,
  • τρία παρατηρητήρια,
  • ένα διπλό παρατηρητήριο,
  • ένα σκέπαστρο,
  • μια απλή έξοδο κ.ά.

Το μήκος των υπόγειων στοών είναι 650 μέτρα και το ανάπτυγμα των καταφυγίων 1650 μέτρα. Από τη στοά εισόδου μέχρι τον πρώτο όροφο υπάρχουν 76 σκαλοπάτια.

Ελληνικές δυνάμεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ελληνικές δυνάμεις της περιοχής ήταν η XVIII (18) Μεραρχία (70 Σύνταγμα Πεζικού (ΣΠ) 81 ΣΠ και 91 ΣΠ) υπό τον Υποστράτηγο Λεωνίδα Στεργιόπουλο που κατείχε τον ορεινό όγκο της Κερκίνης από το «τριεθνές» μέχρι το Στρυμόνα ποταμό και διέθετε 7 τάγματα Πεζικού, τα τμήματα των πέντε οχυρών και 52 πυροβόλα. Ειδικά, στους Υποτομείς Ρουπέσκο και Θύλακα υπήρχαν:

  • Τρία (3) τάγματα Πεζικού,
  • Τριάντα εξ (36) πυροβόλα
  • Τέσσερα (4) αντιαρματικά πυροβόλα
  • Τέσσερα (4) αντιαεροπορικά πυροβόλα
  • Τα τμήματα των οχυρών Παπαδοπούλας, Οχυρού, Σπανής Πέτρας, Στηρίγματος και Παλιουριώνες.

Εχθρικές δυνάμεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γερμανικές δυνάμεις που συγκεντρώθηκαν και επιτέθηκαν εναντίον της περιοχής της Κερκίνης (Μπέλες) ήταν πολλαπλάσιες από τις αντίστοιχες ελληνικές δυνάμεις. Συγκεκριμένα ήταν :

  • Δέκα (10) τάγματα Ορεινών Καταδρομών,
  • Δύο (2) τάγματα Αντιαρματικού
  • Ενα (1) τάγμα Μηχανικού, .
  • Εκατόν εξήντα πέντε (165) πυροβόλα,
  • Τριάντα (30) αντιαρματικά πυροβόλα,
  • Ογδόντα (80) αντιαεροπορικά πυροβόλα,
  • Εξακόσια πενήντα (650) αεροπλάνα.

Τα γεγονότα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επίθεση των Γερμανών εναντίον της Ελλάδας στις 6 Απριλίου 1941 ανακοινώνεται με ένα σεμνό και αξιόλογο ιστορικό ανακοινωθέν. «Από της 05:15, ο εν Βουλγαρία Γερμανικός Στρατός προσέβαλεν όλως απροόπτως τα ημέτερα στρατεύματα επί της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Τα στρατεύματά μας αμύνονται του πατρίου εδάφους». Στις 05:15 ώρα άρχισε ο βομβαρδισμός του Οχυρού Ιστίμπεη με πυροβολικό και με πυροβόλα ευθυτενούς τροχιάς ταγμένα επί της μεθορίου σε αποστάσεις 250-600 μέτρων από αυτήν, και με αεροπλάνα «κάθετης εφόρμησης» (Στούκας). Στις 06:00 ώρα, πολυάριθμα σμήνη αεροπλάνων άρχισαν να σφυροκοπούν την επιφάνεια του Οχυρού, καταστρέφοντας το μοναδικό αντιαεροπορικό πολυβόλο με το οποίο είχαν καταρρίψει οι υπερασπιστές τού Οχυρού 4 γερμανικά αεροπλάνα. Στις 07:00 ώρα, αφού σταμάτησε ο σφοδρός βομβαρδισμός, εκδηλώθηκε η επίθεση στην περιοχή της Κερκίνης από την 5η Ορεινή Μεραρχία (85 Σύνταγμα Ορεινών Καταδρομών, 100 Σύνταγμα Ορεινών Καταδρομών, 95 Σύνταγμα Μηχανικού, 95 Σύνταγμα Ορειβατικού Πυροβολικού κ.ά.). Σκληρός και φονικός αγώνας διεξάγεται και ολόκληρα εχθρικά τμήματα αποδεκατίζονται. Επανειλημμένες προσπάθειες των Γερμανών για την κατάληψη του Οχυρού αποτυγχάνουν με βαρύτατες απώλειες. Στο μεταξύ 200 περίπου Γερμανοί δυναμιστές έχουν επικαθήσει στην επιφάνεια του Οχυρού και με ηλεκτρικά τρυπάνια επιδιώκουν να ανοίξουν τρύπες στο μπετό και με εκρηκτικές ύλες, δέσμες δυναμίτιδας προσπαθούν να καταστρέψουν τα έργα, αλλά εξουδετερώνο¬νται και έτσι παρά τις λυσσαλέες επιθέσεις το Οχυρό ακόμη αντέχει στο σκληρό και άνισο αυτόν αγώνα. Προσπάθειες αντεπίθεσης ή ενίσχυσής του από εφεδρικά τμήματα αποτυγχάνουν.

Ύστερα από τον ολοήμερο αγώνα έρχεται η νύκτα. Αρχίζει ο πόλεμος των υπόγειων στοών, όπου έχουν αποσυρθεί οι μαχητές του Οχυρού, αποφασισμένοι να αμυνθούν με όλα τα μέσα που διαθέτουν, και, κυρίως, με την αδάμαστη ελληνική ψυχή που έχουν. Οι Γερμανοί λόγω απωλειών (40 νεκροί και 41 τραυματίες) κατά την πρώτη ημέρα στο Οχυρό, αντικαθιστούν με νέες δυνάμεις τα επιτεθέμενα τάγματα.

Κατά τις πρώτες νυκτερινές ώρες 100 Γερμανοί που τόλμησαν να διεισδύσουν στο Οχυρό έπεσαν νεκροί ή βαριά τραυματισμένοι. Οι στοές του Οχυρού είχαν γεμίσει από ανθρώπινα πτώματα, που κολυμπούσαν στο αίμα. Το πρωί της 7ης Απριλίου βρήκε το Οχυρό να συνεχίζει τον επικό του αγώνα. Όλα τα επιφανειακά έργα γύρω από το Οχυρό έχουν καταστραφεί και οι Γερμανοί έχουν φράξει τα φατνώματα (θυρίδες) των πολυβολείων και των άλλων έργων και διοχετεύουν ασφυξιογόνα αέρια, καπνογόνα, βενζίνη, κροτίδες, δέσμες δυναμίτιδας και εκρηκτικές ύλες μέσα στις στοές, κάνοντας έτσι την όλη κατάσταση ανυπόφορη. Κόλαση! Φρίκη! Θάνατος!

Το βράδυ της 7ης Απριλίου, εξαιτίας της σθεναρής αντίστασης σ’ όλη τη «Γραμμή Μεταξά», η Ανώτατη Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση, διέταξε τη 2η Τεθωρακισμένη Μεραρχία να κινηθεί διαμέσου της κοιλάδας του Στρούμνιτσα ποταμού και αφού ανέτρεψε τη γιουγκοσλαβική αντίσταση κατέλαβε τη Νέα Δοϊράνη και Γευγελή. Στη συνέχεια κινήθηκε προς τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα, την κοιλάδα του Αξιού ποταμού και δυτικά της λίμνης της Δοϊράνης, εισήλθε στον ελλαδικό χώρο, ενώ συνεχίζονταν οι επιθέσεις στα οχυρά με αμείωτη ένταση και ισχυρή υποστήριξη από πυροβολικό και αεροπορία στη μεθόριο γραμμή. Στις 06:00 ώρα της 7ης Απριλίου το πλησιέστερο προς το Οχυρό, Σπανή Πέτρα (Κελκαγιά) ανέφερε ότι παραδινόταν, γιατί δεν μπορούσε πλέον να αντισταθεί, αφού τα αέρια είχαν κάνει αφόρητη τη ζωή τους μέσα στις στοές του οχυρού τους. Υπόψη ότι τα δυο αυτά οχυρά αποτελούσαν το «κλειδί» της τοποθεσίας της Κερκίνης.

Η φρουρά του Οχυρού (Ιστίμπεη) εξαιτίας των ασφυξιογόνων αερίων που είχαν διοχετευθεί στις υπόγειες στοές και της φλεγόμενης βενζίνης που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί υποχρεώθηκε στις 1600 ώρα της 7 Απριλίου να παραδοθεί. Αξιωματικοί και οπλίτες κατάκοποι, λυπημένοι, εξαντλημένοι από το διήμερο αγώνα, αλλά υπερήφανοι, γιατί έκαναν το καθήκον τους συλλαμβάνονται και οδηγούνται αιχμάλωτοι στο βουλγαρικό έδαφος, (Πετρίτσι, Άνω Τζουμαγιά), όπου παρέμειναν κάτω από άθλιες συνθήκες. Αργότερα, μετά το Πρωτόκολλο Συνθηκολόγησης (9 Απριλίου 1941), οδηγήθηκαν στη μεθόριο και αφέθηκαν ελεύθεροι. Οι απώλειες της φρουράς του Οχυρού ανήλθαν σε 30 νεκρούς και 70 τραυματίες, και των Γερμανών ήταν πολλαπλάσιες.

Το οχυρό Παπαδοπούλα υπέκυψε στις 1900 ώρα της 8 Απριλίου μετά από ένα σκληρό τριήμερο αγώνα και παραδόθηκαν οι 3 αξιωματικοί και οι 120 άνδρες της φρουράς. Οι απώλειες ήταν 8 νεκροί. Μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές της αντίστασης των οχυρών είναι αυτή του οχυρού Παλιουριώνες της Κερκίνης (Μπέλες), το οποίο παρέμεινε απόρθητο. Ωστόσο, στις 1730 της 9ης Απριλίου Γερμανοί κήρυκες πληροφορούσαν τη φρουρά για τη συνθηκολόγηση που είχε προηγηθεί. Ύστερα από την επιβεβαίωση του γεγονότος αυτού αποφασίστηκε να γίνει η εκκένωση κατά τη διάρκεια της νύκτας. Εντωμεταξύ έλαβε τη διαταγή παράδοσης, η οποία έγινε στις 0900 της 10 Απριλίου.

Κατά την παράδοση ο Γερμανός Συνταγματάρχης παρέταξε έξω από το οχυρό γερμανικό τάγμα για απόδοση τιμών. Ο Διοικητής του οχυρού Ταγματάρχης Πεζικού Αλέξανδρος Χατζηγεωργίου και η φρουρά βγήκαν από το οχυρό, πέρασαν ένοπλοι μπροστά από το γερμανικό τάγμα και «κλαμένοι» έφυγαν. Η γερμανική σημαία υψώθηκε στο οχυρό ΜΟΝΟ μετά την αποχώρηση των ηρωικών υπερασπιστών του, που τελικά οι απώλειές του ήταν 3 νεκροί. Οι απώλειες των άλλων οχυρών της Κερκίνης ήταν της Σπανής Πέτρας 18 και του Στηρίγματος 22 νεκροί. Ανάλογες τιμητικές εκδηλώσεις έγιναν και προς τους Διοικητές των οχυρών Οχυρό (Ιστίμπεη), Σπανή Πέτρα (Κελκαγιά) κ.ά.

Σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα, στο Οχυρό υπάρχει «Μουσείο», «Ήχος και φως», Παρατηρητήριο, Ξενώνας, και ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου.