Οικία Γκαλβάνι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


Οικία Γκαλβάνι
Οικία Γκαλβάνι.jpg
Η Οικία Γκαλβάνι στο Παρίσι, Γαλλία.
Είδοςκτίριο
ΧώραΓαλλία

Η Οικία Γκαλβάνι (Galvani House) είναι εξέχον αρχιτεκτονικό δείγμα του 21ου αιώνα στο Παρίσι. Βρίσκεται στην οδό Γκαλβάνι (Rue Galvani. Metro: Porte de Champerret) στα βορειοδυτικά περίχωρα της γαλλικής πρωτεύουσας (Νεϊγί συρ Σεν Neilly-sur-Seine). Χαρακτηριστικό στοιχείο της κατασκευής είναι η διατήρηση του παραδοσιακού ύφους της παρισινής συνοικίας.

Ιστορικό και αρχιτεκτονική του κτηρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Οικία Γκαλβάνι, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, αποτελεί την προέκταση της πρώην κατοικίας της ερωμένης του Ιταλού φυσικού και εφευρέτη της βολταϊκής στήλης Λουίτζι Γκαλβάνι (Luigi Galvani, 1737 - 1798). Είναι κτισμένη σε ένα στενό κομμάτι γης πλάτους 8 μέτρων στο Παρίσι, και συγκεκριμένα σε μια περιοχή όπου κυριαρχούν παλιά νεοκλασικά κτήρια.

Για το σχεδιασμό της προέκτασης συνεργάστηκε η σχεδιαστική ομάδα με τους Christian Pottgiesser -αρχιτέκτονα, Alejandro Ratier - σχεδιαστή και Pascale Pottgiesser - καλλιτέχνη, υποβοηθούμενους από το μηχανικό Joël Betito, ενώ τη διακόσμηση του εσωτερικού χώρου ανέλαβε ο Raphael Butin, σχεδιαστής επίπλων. Το κτήριο σχεδιάστηκε το 2002 και οικοδομήθηκε το 2003.

Η οικοδομή στη σημερινή της μορφή αποτελεί δείγμα ορθολογικής τυπολογίας σύγχρονης κατασκευής, με μεγάλες επιρροές από τους κώδικες της αρχιτεκτονικής λειτουργικότητας (φονξιοναλισμού) του Ελβετού αρχιτέκτονα Λε Κορμπυζιέ (Le Corbusier, 1887 - 1965), όπως αναλύεται στο πρωτοποριακό έργο του "Προς μία αρχιτεκτονική" (Vers une Architecture, 1923), σε αντίθεση με την ιστορική αρχιτεκτονική των γειτονικών νεοκλασικών οικοδομημάτων.

Γενικά χαρακτηριστικά του κτηρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τις κατασκευαστικές προδιαγραφές της περιοχής, ο σχεδιασμός έπρεπε να διατηρεί τους χώρους και τις θέες της αρχικής κατοικίας. Απαγορευόταν το κτίσιμο κτηρίων πάνω από ισόγειο και ένα όροφο και την οπισθοχώρηση της όψης έως 5,4 μέτρα από τα όπια του δρόμου. Η επέκταση καταλαμβάνει 140 τετραγωνικά μέτρα, 40 τμ. η είσοδος με την κλειστή χειμερινή αυλή, 160 τμ. ταράτσες και 160 τμ. το υπάρχον παλαιό κτήριο.

Βασικό στοιχείο του σχεδιασμού της επέκτασης ήταν η διατήρηση της αυλής-κήπου στο επίπεδο του δρόμου. Για το λόγο αυτό δημιουργείται μια κυματοειδής επιφάνεια, η οποία ενώνει το παλιό με το νέο κτίριο, ενώ παράλληλα δημιουργείται υπόγειος χώρος, ο οποίος φωτίζεται από έναν φωταγωγό. Με αυτό το τρόπο, διατηρείται η θέα προς το παλαιότερο κτίσμα, ενώ παράλληλα ένας χώρος στάθμευσης και μια είσοδος τοποθετήθηκαν στο όριο με το δρόμο.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της επέκτασης είναι τα περίεργα κλιμακοστάσια, τα οποία μοιάζουν με μεγάλες ξύλινες καμινάδες που δεν ακουμπούν όμως στο πάτωμα, όπως επίσης η μεγάλη παλιά λεμονιά, η οποία διαπερνά το κτίριο ξεκινώντας από το υπόγειο και φτάνοντας μέχρι το ψηλότερο σημείο του. Ακόμη, ο ξενώνας (37τμ) που βρίσκεται στον όροφο είναι απομονωμένος από την υπόλοιπη κατοικία για περισσότερη ιδιωτικότητα τόσο για τους φιλοξενούμενους όσο και για τους μόνιμους ενοίκους της κατοικίας. Στο επίπεδο του δρόμου υπάρχει μια κεκλιμένη επιφάνεια που καμουφλάρει την είσοδο σε ένα υπόγειο γκαράζ.

Μελέτη τομής κτηρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατοικία τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά προκαλεί έντονο ενδιαφέρον. Εξωτερικά οι λιτές και καθαρές γραμμές φαίνονται να δένουν αρμονικά με την καμπυλόμορφη επιφάνεια που χαρακτηρίζει την είσοδο και το χώρο στάθμευσης.

Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι και οι υφές που παρατηρούνται στο κτήριο με τη χρήση της πέτρας, του μπετόν και του διαφανούς γυαλιού. Στο εσωτερικό της κατοικίας, η αντίθεση στις υφές με τη χρήση του ξύλου και του σκυροδέματος αλλά και τα έντονα, θερμά χρώματα των υλικών και της φύτευσης, προκαλούν ευχάριστα τις αισθήσεις. Επίσης, τα θερμά αυτά χρώματα σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα ανοίγματα στην πέτρα της μπροστινής όψης δημιουργούν ένα έντονο παιχνίδι με τα φώτα και τις υφές του εσωτερικού,παιχνίδι το οποίο συνεχίζεται και στο υπόγειο με το φως που εισέρχεται από το patio και την εσωτερική αυλή.

Όσον αφορά την τομή του κτηρίου, παρουσιάζονται ποικίλα ελκυστικά στοιχεία. Κυρίως αναδεικνύεται η ιδιοφυής λύση του αρχιτέκτονα και της ομάδας του για τη δημιουργία των επιπλέον χώρων διαμονής της οικογένειας και την ανάγκη σύνδεσης του παλιού και του καινούργιου. Ο αρχιτέκτονας παίζει με τις επιφάνειες και τα επίπεδα, ενώνοντας το παλιό και το καινούριο κτήριο με ζωτικούς χώρους. Στην τομή φαίνεται ο τρόπος με τον οποίο εμπλέκονται τα παλιά με τα νέα στοιχεία, ο παλιός κήπος με το υπόγειο και τις σκάλες που τρυπούν τις επιφάνειες σαν σωλήνες, ο κλειστός χειμερινός κήπος που ορίζει διακριτικά το όριο με το δρόμο και την πόλη, ενώ παράλληλα αποτελεί και μοναδικό στοιχείο που ενώνει τον ξενώνα με τους υπόλοιπους χώρους και ακόμη η βατή βεράντα του ξενώνα η οποία βρίσκεται σαν συνέχεια του κήπου του ισογείου και το δέντρο που υπήρχε στο οικόπεδο εξαρχής γίνεται μέρος της σχεδιαστικής και κατασκευαστικής λειτουργίας και διαπερνά πολύ χαρακτηριστικά όλα τα πατώματα.

Η κατά μήκος τομή καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο, από το επίπεδο του κήπου και πάνω, τα δύο κτήρια - υπάρχον και προσθήκη - διαχωρίζονται αφήνοντας μεταξύ τους το κενό της αυλής, ενώ από το επίπεδο του κήπου και κάτω, γίνονται ένα με το διαμορφωμένο υπόγειο, ένα ακόμα εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο του διαλόγου «παλαιό – νέο».

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]